ΚΑΛΟΣ ΚΙ Ο ΑΜΑΖΟΝΙΟΣ, ΑΛΛΑ…

Αφίσα από το 1991, “Save the Rainforest”. Κανείς δεν περίμενε τότε ότι η αδάμαστη όρεξη δισεκατομμυρίων για κρέας κάθε μέρα θα υπερτερούσε.

Ήμουν τον Ιούλιο στα Λουτρά Ωραίας Ελένης Κορινθίας, στο μικρό εξοχικό μας εκεί.

Είχα πάει βόλτα στον κεντρικό δρόμο κι ανακάλυψα ένα νέο μπαρ το οποίο συνδυάζει τυριά, αλλαντικά και μπύρες. Είπα να τους επισκεφθώ κι εγώ, να δοκιμάσω αυτή τη νέα επιχείρηση στο χωριό.

Παρήγγειλα μια Weiss ελληνική και μια ποικιλιά νόστιμων τυριών από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας.

Ο ιδιοκτήτης ήταν εκεί μαζί με έναν φίλο του, σε διπλανό τραπέζι. Πήγα στο τραπέζι τους και τους έπιασα την κουβέντα.

Αφού συστηθήκαμε και αναφέραμε περιληπτικά τι κάνουμε στη ζωή μας, ήρθε το πιάτο με τα τυριά.

«Δεν θες να δοκιμάσεις και τα αλλαντικά;» με ρώτησε ο ιδιοκτήτης. «Είναι όλα ντόπια ελληνικά».

«Όχι, αποφεύγω το κρέας γενικά», απάντησα.

«Γιατί; Λόγοι υγείας;» με ρώτησε ο φίλος του. Του απάντησα πως όχι, περισσότερο λόγοι ηθικοί και οικολογικοί. Εκείνος σχολίασε ότι και τα φυτά έχουν συναισθήματα και ότι τα ζώα που εκτρέφουμε θα εξαφανίζονταν αν δεν τα εκτρέφαμε, άρα κάνουμε καλό που τρώμε κρέας. Για την ακρίβεια δεν θυμάμαι ακριβώς τι είπε γιατί δεν ήταν τίποτα που δεν είχα ξανακούσει από διάφορους απολογητές της κρεατοφαγίας.

Γνωστή συζήτηση, αλλά είπα να τσιμπήσω. Ποιος ξέρει. Μπορεί να ήταν κάτι που εκείνοι δεν είχαν ξανακούσει ποτέ.

Τους είπα για το έγκλημα των βιομηχανοποιημένων εκτροφείων, και για να τους φέρω με το μέρος μου (δείχνοντας τους ότι ο τρόπος ζωής μου ήταν κάτι που κι εκείνοι θα μπορούσαν να δοκιμάσουν), τους είπα ότι μερικές φορές τρώω το κρέας όταν πιστεύω ότι έχει μεγαλύτερη σημασία να σεβαστείς τον κόπο που κρύβει η φιλοξενία και να μην αρνηθείς κρέας το οποίο ήδη έχει σκοτωθεί και μαγειρευτεί από το να σηκώσεις μπαϊράκι σε ανθρώπους που θα συνδέσουν την αγνωμοσύνη με τη χορτοφαγία. Τότε είναι που η προσπάθεια σου να κάνεις το καλό γυρίζει μπούμεραγκ.

Επίσης ανέφερα ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, η κτηνοτροφία είναι από τους νούμερο ένα παράγοντες για την επιδείνωση της κλιματικής αλλαγής. «Καίνε τον Αμαζόνιο για να καλλιεργήσουν σόγια και να αφήσουν τα γελάδια να βοσκήσουν για να γίνουν μπέργκερ στην άλλη άκρη του κόσμου».

Ένα αχνό χαμογελάκι περιφρόνησης άρχισε να σχηματίζεται στα χείλια των συνομιλητών μου.

«Είναι καλό που σε απασχολεί ο Αμαζόνιος», άρχισε ο ιδιοκτήτης, «αλλά — πού είπες ότι μένεις, στον Οικισμό; Το ξέρεις ότι πριν χτιστούν τα σπίτια εκεί είχε πευκοδάσος; Δεν είναι υποκριτικό να μένεις εκεί και να μου μιλάς για τον Αμαζόνιο;»

Τον κοίταζα με ένα ξαφνικά ένοχο ύφος.

«Πέρα από το μπαρ εδώ που άνοιξα με τη γυναίκα μου, εγώ δουλεύω στα διυλιστήρια, στους Αγ. Θεοδώρους. Δεν με συμφέρει που θα στα πω αυτά, αλλά ξέρεις τι περιβαλλοντική καταστροφή φέρνουμε εμείς; Αναγκάζομαι να δουλεύω εκεί, αλλιώς δεν θα το έκανα. Αλλά λένε να φτιάξουν και εξέδρες. Αυτό θα είναι καταστροφικό. Γιατί δεν σε απασχολεί αυτό;»

Θέα στα διυλιστήρια από τα Λουτρά.

«Κοίτα, είναι κι αυτό σημαντικό, αλλα…»

«Καλός κι ο Αμαζόνιος, αλλά εσείς στις πόλεις και στις οθόνες κοιτάζετε μόνο τι γίνεται στον κόσμο και δεν βλέπετε τι γίνεται στην επαρχία. Τα ΜΜΕ μας έχουν πείσει να χαζεύουμε έξω και να μη βλέπουμε τι γίνεται στον ίδιο μας τον τόπο, στην ίδια μας την πατρίδα. Ξέρεις πόσοι λαθρομετανάστες έρχονται στη χώρα; Δεν θα μείνει Έλληνας για Έλληνας, στο λέω».

«Θα έπρεπε να τους σκοτώνουν στα σύνορα», πετάγεται ο φίλος του.

«Ασ’ τον φίλο μου», συνεχίζει ο ιδιοκτήτης, «είναι λίγο ευέξαπτος. Μην τον παρεξηγείς, έχει καλή καρδιά. Εγώ λέω ότι θα έπρεπε να παίρνουμε μόνο τους καλούς. Τους επιστήμονες. Γιατί να φορτωνόμαστε όλους τους άλλους; Να εκμεταλλεύονται και το σύστημα υγείας; Είναι κατάσταση αυτή, να περιμένουν οι Έλληνες και να εξυπηρετούνται οι ξένοι; Ξέρω τι σου λέω, τα έχω ζήσει».

Εδώ αρχίζω και κοιτάζω τριγύρω μου για εξόδους διαφυγής. Αλλά αντιδράω.

«Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να δεχόμαστε όλους τους μετανάστες και με ποια κριτήρια, αλλά οι πρόσφυγες προσπαθούν να ξεφύγουν από πόλεμο. Εδώ δεν έχουμε ζήσει πόλεμο, δεν ξέρουμε τι σημαίνει».

«Άκου να σου πω, μη μου λες εμένα ότι δεν έχουμε ζήσει πόλεμο. Ο παππούς μου έζησε τον πόλεμο, κι εγώ είμαι πολύ άνθρωπος της οικογένειας κι έχω ενσυναίσθηση.  Έτσι νιώθω ότι τον έχω ζήσει κι εγώ. Αυτό είναι από τα αρνητικά μου — συναισθάνομαι και νοιάζομαι για την οικογένεια μου υπερβολικά… Κι άλλωστε, με όσα γίνονται τώρα, δεν είναι σαν να ζούμε πόλεμο;»

«…»

«Ο Αμαζόνιος είναι μακριά. Έχουμε άλλα προβλήματα εδώ…»

Η συζήτηση συνεχίστηκε. Οι συνομιλητές μου παραδέχτηκαν ότι είχαν ψηφίσει και Χρυσή Αυγή, αν και δεν συμφωνούν με όλους τους τρόπους τους, και ο Κασιδιάρης φαίνεται εξηγημένος άνθρωπος.

Έφυγα με ελαφρά πηδηματάκια, ευχαριστώντας τους για τα ελληνικά τυριά και τις ελληνικές μπύρες.

Η καταστροφή του Αμαζονίου, λίγες εβδομάδες αργότερα, πήρε διεθνείς διαστάσεις σα θέμα. Δεν ξέρω αν με θυμήθηκαν οι κύριοι από πάνω, αλλά εγώ τους θυμήθηκα, και τη συζήτηση μας, και είπα να τη μοιραστώ μαζί σας, σαν ένα μικρό στιγμιότυπο από τον τρόπο σκέψης όσων ίσως δεν ανησυχούν τόσο για αυτά τα μεσοαστικά πράγματα.

Leave a Reply