Category Archives: Ελληνικά

ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΡΕ!

Φίλε, ταλαιπωρούμαι από αϋπνία, μη μου λες να ξυπνήσω κι έχουμε άλλα…

Τι κοινό έχει ένας Ιεχωβάς, ένας αναρχικός, ένας φασίστας και ένας υποστηρικτής της «θεωρίας» της επίπεδης Γης;

Και οι τέσσερις καλούν τον κόσμο να ξυπνήσει. «Ξυπνήστε!», φωνάζουν, γράφουν και πληκτρολογούν.

Ποτέ δεν κατάλαβα αυτό το “wake up“. Wake up from what?

Τι κοινό έχει ένας Ιεχωβάς, ένας αναρχικός, ένας φασίστας και ένας υποστηρικτής της «θεωρίας» της επίπεδης Γης; Δεν μπορούν να συνυπάρξουν με έναν κόσμο που διαφωνεί μαζί τους. Καλούν όλους τους άλλους σε αφύπνιση, γιατί κάτι βαθιά μέσα τους τους λέει πως από τη στιγμή που δεν πιστεύουν όλοι το ίδιο, υπάρχει η πιθανότητα η ιδεολογία τους να μην είναι και τόσο αλάνθαστη.

Οι Ιεχωβάδες μας λένε να ξυπνήσουμε και να δούμε τι πραγματικά έχει σημασία στη ζωή – αρκεί κάπου στην πορεία να σταματήσουμε τις μεταγγίσεις αίματος και τις γιορτές γενεθλίων. Οι δισκογήινοι (δικός μου νεολογισμός γιατί πιστεύουν ότι η Γη είναι δίσκος) λένε ότι μας έχουν υπνωτίσει οι τηλεοράσεις και οι κυβερνήσεις και ότι η επιστήμη και όλος ο κόσμος βασικά κρύβει την αλήθεια. Οι φασίστες πιστεύουν κάτι αντίστοιχο, μόνο που αυτή η αλήθεια στη δική τους περίπτωση είναι ότι η δική τους χώρα και τα δικά τους γονίδια είναι τα καλυτερότερα που υπήρξαν ποτέ στην ιστορία του Σύμπαντος.

Οι αναρχικοί κι αυτοί πιστεύουν τα ίδια για κυβερνήσεις και τηλεοράσεις, αλλά μιλάνε και για την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον καπιταλισμό και τα αφεντικά (κάτι που κάνουν και οι πιο «ενημερωμένοι από τους φασίστες, αλλά ας μην περιπλέξουμε τα πράγματα περισσότερο). Σχετικά με τον αναρχισμό συγκεκριμένα: αν και σαν ιδεολογία τη συμπαθώ πολύ περισσότερο γιατί πιστεύω στις ίσες ευκαιρίες, στην αυτοδιαχείριση και στο ότι ένας άλλος κόσμος είναι όντως εφικτός, ξενερώνω όταν οι αναρχικοί καλούν σε επανάσταση. «Ξυπνήστε! Ξεσηκωθείτε!», έχουν φωνάξει πολλοί, αλλά ξεχνάνε κάτι πολύ σημαντικό: δεν θα ξυπνήσεις ποτέ κάποιον που κάνει ότι κοιμάται.

Ο αναρχικός νομίζει ότι ο κόσμος κοιμάται, ότι δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει, και ότι όλοι τον περίμεναν να τους πει να ξεσηκωθούν για να το κάνουν. Ο καπιταλισμός δεν θα υπήρχε χωρίς τους σκλάβους του, σαφώς, αλλά οι άνθρωποι που αυθεντικά ονειρεύονται έναν κόσμο στον οποίο όχι το τι αγοράζουν, αλλά το πώς φέρονται στους γύρω τους, θα καθορίζει την αξία τους στην κοινωνία, είναι στ’ αλήθεια μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός… σε μια χούφτα δάχτυλα τέλος πάντων.

Σίγουρα, η πιθανότητα ότι ο κόσμος εκεί έξω που υποτίθεται κοιμάται, στην πραγματικότητα δεν είναι υπνωτισμένος αλλά επιτρέπει στο σύστημα να τον χρησιμοποιεί για να το χρησιμοποιεί κι εκείνος ως αντάλλαγμα και με απόλυτη συνείδηση ψηφίζει Trump ή Νέα Δημοκρατία ή ΣΥΡΙΖΑ ή δεν ψηφίζει ή κάνει οτιδήποτε άλλο κάνουν συνήθως οι άλλοι άνθρωποι, τα πρόβατα, είναι μια σκέψη δύσκολη και σίγουρα λιγότερο ελπιδοφόροα για όσους περιμένουν την επανάσταση… αλλά ίσως είναι και μια πιο ακριβής εικόνα του πώς σκέπτονται και δρουν τα ανθρώπινα όντα: απρόβλεπτα, ακατανόητα και με βάση πολύ, μα πάρα πολύ διαφορετικές έννοιες του κοινού συμφέροντος.

Εν πάσει περιπτώσει. Οι τέσσερεις κατηγορίες ανθρώπων που αναφέρω παραπάνω έχουν ένα κοινό στο πώς βλέπουν τον κόσμο. Τον βλέπουν χωρισμένο στα εξής δύο στρατόπεδα: εμείς οι ξύπνιοι κι εσείς που είστε τα πρόβατα ταγμένα με το σύστημα.

Δεν είναι φοβερό που για σχεδόν όλους εκεί έξω, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, εμείς — εγώ κι εσύ — είμαστε με το σύστημα, ακόμα κι αν εμείς τοποθετούμαστε, ως είθισται, ενάντια στο σύστημα; Δεν έχει σημασία το τι κάνουμε, σημασία έχει ότι δεν είμαστε εκείνοι. Είναι άραγε τυχαίο μάλιστα ότι όσο πιο κοντά προσπαθούμε να φτάσουμε στην ιδεολογική καθαρότητα, βλέπε κινήματα όπως ο φεμινισμός ή ο βεγκανισμός, τόσο πιο ακραίες θέσεις είμαστε διατεθιμένοι να υποστηρίξουμε, και τόσο πιο εχθρικοί μπορούμε να γίνουμε σε ομόρροες αλλά λιγότερο αφυπνισμένες, κατ’ εμάς,  πεποιθήσεις; Αυτή η αντίσταση στην κοινή πορεία μου δείχνει ότι όσοι ζητούν τον αφυπνισμό των άλλων πολύ συχνά δεν θέλουν όντως παρέα για να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά θέλουν να διαχωρίσουν τη θέση τους για να δει ο κόσμος πόσο ξεχωριστοί είναι.

Κάθε φορά που ακούω ή βλέπω κάποιον να μου λέει να ξυπνήσω, το μόνο που βλέπω είναι έναν άνθρωπο που αδυνατεί να χωρέσει στην αντίληψη την ύπαρξη άλλων κοσμοθεωριών. Οποιαδήποτε και να είναι η θέση του, με έχει χάσει με το καλημέρα. Ιδιαίτερα αν, για να δουλέψει η ιδεολογία του, θα πρέπει να ακολουθήσει τις επιταγές του «αν όλοι κάνανε αυτό ή ήταν έτσι, τότε μόνο θα λειτουργούσε ο κόσμος σωστα», αλλιώς: «αν όλοι ήταν σαν εμένα και είχαν τις ίδιες ανάγκες και όνειρα, ο κόσμος θα ήταν τέλειος!». Γιατί για καμιά ιδεολογία δεν ισχύει αυτό, και αν μάθαμε κάτι από τον Δαρβίνο, κι ας μη συμφωνώ με όλα όσα του αποδίδονται, αυτό είναι ότι η ποικιλομορφία είναι η ίδια η ζωή.

Έχω κάτι άλλο να προτείνω, επειδή σε όλους μας αρέσει να λέμε ο ένας στον άλλον να ξυπνήσουμε: όταν ακούμε «ξυπνα!» ή κάτι παρόμοιο, θα παριστάνουμε απλά ότι όλοι προσπαθούν να μας θυμήσουν ότι είμαστε ζωντανοί, είμαστε εδώ σε αυτόν τον μονάκριβο πλανήτη, και ότι δεν έχουμε έρθει να πείσουμε κανέναν ότι εμείς είμαστε γαμάτοι κι ότι εκείνοι κοιμούνται. Ότι σημασία έχει το τώρα, όχι το αύριο και το χτες. Ότι η ζωή είναι μικρή, και όλοι μας θα πεθάνουμε μια μέρα, οπότε το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να ζήσουμε αυθεντικά και να διακρίνουμε τι θέλουμε από τη ζωή για να ζήσουμε γεμάτα. Αγκαλιάζοντας τους φόβους μας, αποδέχοντας τον αναπόφευκτο πόνο (αλλά την μη-αναπόφευκτη οδύνη), αγκαλιάζοντας το πόσο λίγα ξέρουμε και πόσα λίγα θα έχουμε μάθει μέχρι να μας πάρει ο άνεμος, εκτιμώντας τις σχέσεις μας για αυτό που είναι: πολύτιμες και εύθραυστες.

Αλλά αυτό δεν είναι παρά μια πρόσκληση. Εσείς μόνο ξέρετε ποιο είναι το όνειρο στο οποίο προσπαθείτε να ξαναμπείτε κάνοντας ότι κοιμάστε, και σίγουρα, ο ύπνος είναι υγεία. Η ζωή, πάντως, σας περιμένει–το ίδιο και ο θάνατος.

Καλά ξυπνητούρια!


Πριν λίγες μέρες διάβασα αυτό στο Reddit το οποίο με γέμισε έμπνευση. Είναι κάπως σχετικό και ίσως σας αφήσει με παρόμοιες συνειδητοποιήσεις. Διαβάζοντας το έμεινα με μπόλικα αποθέματα πίστης στο καλό που βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Πάντα χρειάζομαι λίγο σπρώξιμο για να φέρομαι στους άλλους σαν αυτά τα αποθέματα να είναι όντως εκεί. To θέμα ήταν What’s the story about the person you once met in a day and you never saw again, but marked you for the rest of your life?

One time I was working at a liquor store in a college town. This middle aged guy comes in, and he’s already in the middle of a soliloquy about how insane and messed up the world is. He seems sober to me, oddly enough, but he’s talking aloud to himself, or kinda to me, it was hard to be sure. I saw a lot of loonies when I worked at that store, and this guy wasn’t like that. Seemed like a totally normal guy to me, not crazy, not on drugs, just going through something, I guess. So he goes and grabs a six pack, brings it up to the register, and he’s still going on this rant about how people are starving in third world countries, and corporations control our lives, and our politicians are corrupt, and we’re all stupid and ignorant, and then he pauses, and just looks at me and says, “And yet, what IS there to do, but become an advocate?”

That was the end of the speech. I’ve never been totally sure what he meant, or how he intended me to take his words, but here’s how I’ve chosen to interpret them: the world is fucked up. Literally every about it is wrong. But what are you gonna do? NOT live in it? There’s no use in complaining about all the shit that goes down. None of it is new. Things have always been this way, and they likely always will be. The specifics will change, but the big picture won’t. And maybe THIS is as good as it gets. So what IS there to do, except endorse the whole rotten mess, and try to do whatever good you can? We’re humans, this is us, and as bad as we are, we’re not so bad after all.

I’m sure most of you won’t agree, but this thought has kept me sane and calm through the last 15 years of history. I used to have more of that activist spirit, but through all my protesting and so-called “direct action” I only made one lasting change: I was angry all the time. Sure, there were little victories along the way: that homeless guy got a good meal, this tree stood for an extra day before they cut it down. But the only big picture change was in me. Eventually, I realized what Edward Norton’s character in American History X realized: nothing I did had made life better for me or anyone I cared about. So I shifted my focus. I try to do good for the people in my life. I try to be the best husband and dad I can be, and live according to my principles. And when the opportunity arises to do more, I do it. But I let the rest of it roll off my back, because even if I spent every minute of every day living for some cause or other, I’d mostly just be missing out on my own life.

Ο ΚΛΑΡΙΝΟΒΙΟΣ ΤΑΞΙΤΖΗΣ

Πριν λίγες εβδομάδες, ήμουν με το ποδήλατο μου, κάνοντας τη συνηθισμένη μου διαδρομή Καλλιθέα – Νέα Σμύρνη.

Ήμουν στο σημείο που είναι το φανάρι για να στρίψεις είτε δεξιά για Συγγρού, να πας ευθεία κάτω από τη Συγγρού ή να πας αριστερά προς το αστυνομικό τμήμα. Ξεκαβαλίκεψα το ποδήλατο δίπλα στο άγαλμα του Χρυσόστομου Σμύρνης, εκεί που τώρα είναι συντριβάνια που σχεδίασε κάποιος που βάζω στοίχημα ότι ήταν φαν του μπουγελώματος μικρός.

Εκεί πιο δίπλα ήταν σταματημένο ένα ταξί. Δεν είχε αλάρμ. Ο ταξιτζής είχε ανεβασμένο το παράθυρο του οδηγού. Δεν θυμάμαι την εμφάνιση του, μόνο ότι τα μαλλιά του γκριζάριζαν, ότι μπορεί να είχε μουστάκι, ότι στο στόμα του είχε ένα κλαρινέτο και ότι τα δάχτυλα του έπαιζαν μια μελωδία η οποία πνιγόταν από τον ήχο των συντριβανιών, της κίνησης και του ανεβασμένου παραθύρου.

Καθώς είχα ξεκαβαλικέψει, πρόλαβε να δει τη ματιά μου και το βάδισμα μου που σιγοστάθηκαν πάνω του. Με κοίταξε όσο χρειαζόταν για να επιβεβαιώσει ότι ήταν ο στόχος μιας φιλοπερίεργης ματιάς και κατέβασε το κλαρινέτο από το στόμα του. Μου χαμογέλασε μόνο με τα μάγουλα του, χωρίς τα μάτια του. Αμήχανα. Ένοχα.

Κοίταξα μπροστά μου κι έφυγα γρήγορα, θέλοντας κι εγώ να ξεφύγω από αυτή τη μικροσκοπική, στιγμιαία δίνη ντροπής που είχε δημιουργηθεί γύρω μας.

Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, κι αν υποθέσω ότι η ισχυρή δύναμη της χρονοκαπηλείας θα μου έδινε και την ακόμα ισχυρότερη υπερδύναμη να μπορώ να είμαι ο ιδανικός αυθεντικός μου εαυτός σε κάθε περίσταση, θα σταμάταγα, θα ανταπέδιδα το χαμόγελο και θα του έκανα νεύμα να συνεχίσει.

Αν μπορούσα να είμαι κάποιος διαφορετικός αυθεντικός εαυτός με άλλα χρώματα, θα του χτύπαγα το παράθυρο και θα του έλεγα:

«Γιατί σταματήσατε; Παίξτε! Γιατί σταματήσατε; Γιατί ντρέπεστε; Αυτή τη στιγμή κάνετε κάτι ιερό: ζείτε το τώρα. Αφήνετε την αυθεντική σας δημιουργική πλευρά να εκφραστεί. Αφήνετε το αποτύπωμα σας στην πραγματικότητα. Εκπέμπετε χαρά, δεν κλείνετε το διακόπτη στη ζωή, δεν σκοτώνετε τον εαυτό σας για να χώρεσετε όπως-όπως στο καλωπισμένο και φτιαγμένο με καλογυαλισμένο πανάκριβο ξύλο φέρετρο της οργανωμένης κοινωνίας και της συλλογικής συνείδησης. Μην σταματάτε για εμένα – ποιος είμαι εγώ; Αν ενοχληθώ, μπορώ αισίως να πάω να γαμηθώ. Γιατί να σας ενδιαφέρει η γνώμη κάποιου που βρίσκει ενοχλητική τη θέα ενός ταξιτζή που παίζει κλαρινέτο μυστικά;

«Εντάξει, το ξέρω, έχω κι εγώ πράγματα για τα οποία ντρέπομαι, κάποιες πτυχές του εαυτού μου υπό διαφορετικές συνθήκες θα έλεγα ότι κρύβω επιμελώς, αλλά στην πραγματικότητα είναι τέτοια η ντροπή που το κρύψιμο είναι σχεδόν τελείως ασυνείδητο: σαν ένα μόνιμο ρούφηγμα κοιλιάς.

«Μακάρι όμως να ήμουν αρκετά σοφός ώστε να μπορώ να δω ότι τα πιο πολλά πράγματα για τα οποία ντρέπομαι είναι αυτά τα οποία που μου δίνουν την περισσότερη χαρά. Και αυτά τα κομμάτια του εαυτού μου που μοιράζονται αυτή τη χαρά με τον κόσμο; Ε, αυτά είναι και αυτά για τα οποία ντρέπομαι περισσότερο. Σαν να επιμένω να ρουφάω την κοιλιά μου ακόμα και όταν είμαι ομιλητής στο Διεθνές Συνέδριο Απελευθέρωσης του Σώματος, και στο ακροατήριο όλοι περιμένουν να τους δώσω το έναυσμα, την έμπνευση για να σταματήσουν να ρουφάνε την κοιλιά τους και να νιώσουν την χαλάρωση που κλέβουν από τον εαυτό τους. Δεν είναι θλιβερό;

«Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, συνεχίστε. Γιατί ένας κόσμος με έναν κλαρινόβιο ταξιτζή είναι ομορφότερος από έναν χωρίς τον κλαρινόβιο ταξιτζή.»

ΤΙ ΚΟΙΝΟ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ABBA ΚΑΙ ΟΙ DAFT PUNK;

Ας ακολουθήσουμε ένα μουσικό μονοπάτι.

Πριν δυο εβδομάδες, στις 30 Ιουνίου, ο Steven Wilson κυκλοφόρησε στο Youtube το τραγούδι το οποίο ο ίδιος περίμενε ότι θα δίχαζε τους φανατικούς φίλους του όσο καμιά άλλη δημιουργία του μέχρι τώρα. Όπως και έγινε, και γίνεται. Να σημειώσω ότι περιμένουμε βίντεο κλιπ α λα Bollywood για το συγκεκριμένο τραγούδι.

Αν ο Στίβεν στα 25 χρόνια καριέρας του έχει αποδώσει τον φόρο τιμής που έπρεπε και με το παραπάνω στους καλλιτέχνες της progressive rock που τον ενέπνευσαν στα νιάτα του με τη μουσική του, μέχρι τώρα δεν είχε κάνει το ίδιο με άλλους μουσικούς που τον χάραξαν, όπως οι Abba, οι ELO, ο David Bowie ή o Prince. Ο θάνατος των δύο τελευταίων τον ενέπνευσαν και να παίξει στην τελευταία του περιοδεία covers τραγουδιών τους, στα οποία οδήγουν και τα λινκ που έχω παραθέσει. Όντως – το ρεφραίν του Permanating είναι ακριβώς σαν το Mamma Mia!

Τώρα θέλω πολύ να δω το musical το οποίο έσπασε ταμεία με μανάδες και θείες πριν καμιά δεκαετία κι εγώ σνόμπαρα γιατί ήμουν 19 και οι Abba ήταν η μουσική των μανάδων και των θειών («θειών»; Αλήθεια, ποια είναι η γενική της λέξης “θείες” και πώς μπορεί να διαχωριστεί από τη γενική της λέξης “θείοι”; Των θείων – των θείων… Το αφήνω πριν φτάσω σε κάποιον επικίνδυνο ατέρμονο βρόγχο)

Συζητώντας τους Abba, θυμήθηκα έναν δίσκο της μάνας μου (από την συλλογή της που ποτέ δεν παύει να με εκπλήσει) τον οποίο τυχαία διάλεξα μια μέρα που είχα πάει σε ένα πάρτυ βινυλιών στο Divino τον περασμένο Απρίλιο, ο οποίος είναι το The Visitors. Δεν τον ακούσαμε ποτέ σε εκείνο το πάρτι, μάλιστα τον είχα ξεχάσει μέσα στο πόρτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου οπότε έζησε τον καύσωνα του Ιουνίου και του Ιουλίου, και έλιωσε, σε σημείο που αποφάσισα ότι δεν θα κατάφερνα να τον ακούσω ποτέ στην «αναλογική» του μορφή. Αυτή η απώλεια μου κίνησε την περιέργεια να μάθω τι ήταν αυτό που πέθανε στα χέρια μου, κι έτσι τον έβαλα μια μέρα για soundtrack στο Youtube ενώ δούλευα. Το αυτόματο αλγοριθμικό ποτάμι του Youtube με πήγε από εκεί στο Knowing Me Knowing You και στο SOS, το οποίο μου έγινε και ο μικρός ακουστοσκώληξ (earworm) της ημέρας.

Κάποιοι γνωστοί μουσικοί της εποχής, όπως ο John Lennon ή ο Peter Townshend των The Who, έκαναν βαρυσήμαντες δηλώσεις για αυτό το τραγούδι, όπως έμαθα διαβάζοντας για άλλη μια φορά τα σχόλια στο Youtube. Θα σας αφήσω να κάνετε τη δική σας σχετική έρευνα, αν θέλετε…

Ο Steven Wilson λοιπόν ήθελε για πολλά χρόνια να γράψει ποπ μουσική ισάξια, τουλάχιστον σε επίπεδο μουσικής περιπλοκότητας, με τις μεγάλες επιτυχίες των Abba όπως το Dancing Queen, το Knowing Me Knowing You ή το SOS.

Εδώ λοιπόν είναι το κλειδί της υπόθεσης: ο Στιβάκος περιγράφει το Permanating ως «Abba ή ELO αν την παραγωγή είχαν αναλάβει οι… Daft Punk».

Daft Punk. Μάλιστα! Κι εδώ πάμε στο δεύτερο σκέλος αυτής της περιήγησης.

Από τα αγαπημένα μου κομμάτια τους (το πρωτοάκουσα στο Interstella 5555, που είναι το Discovery [2001] με επένδυση βίντεο σε άνιμε. Ψάχτε το).

Δεν θυμάμαι πώς μου έκατσε και το έβαλα να το ακούσω, αλλά με το που τελείωσε, πέρασε στο Superheroes (όπως είναι και στον δίσκο), άλλο κορυφαίο κομμάτι.

Διαβάζοντας τα σχόλια – αλήθεια, το όλο ποστ θα μπορούσε απλά να λέγεται ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ YOUTUBE, για τα οποία τόσα έχουν γραφτεί, κι όμως παραμένουν πηγή έμπνευσης και έρευνας – ανακάλυψα ότι αυτό το Superheroes ΣΑΜΠΛΑΡΕΙ το εξής disco τραγούδι του 1979:

Κι από εκεί -πείτε με χαζό- συνειδητοποίησα εμβρόντητος ότι οι μεγαλύτερες επιτυχίες των Daft Punk χρησιμοποιούν samples άγνωστων κομματιών της χρυσής εποχής της ντίσκο. Κάποιοι δημιουργικοί τύποι μάλιστα τα έκαναν λίστα.

Η παραπάνω λίστα είναι, για μένα, ένα διαμάντι και ιερό δισκοπότηρο της μουσικής των τελευταίων 50 χρόνων και, αν θέλετε, είναι φωτεινό παράδειγμα της έννοιας του μεταμοντερνισμού στη μουσική γενικότερα. Όχι μόνο δείχνει πώς μουσική από 15 και 20 χρόνια πριν χρησιμοποιεί δημιουργικά κομμάτια που κυκλοφόραν 40 χρόνια πριν και ήταν άγνωστη (φαντάζομαι;) εκείνη την εποχή στο ευρύ κοινό – αυτή η playlist θα ήταν απλά ΤΕΛΕΙΑ για πάρτυ ακόμα και στο σήμερα – ή μάλλον ειδικά σήμερα, που το sampling, το remix και το πάντρεμα ειδών είναι συνώνυμο με το κύριο ρεύμα της μουσικής. Κι εδώ; Όλα τα ριφάκια και οι μελωδίες είναι γνώριμες από τα κομμάτια των Daft Punk, οπότε τελικά είναι σαν να αντιστρέφεται η διαδικασία, και αντί να κάνουν sampling οι Daft Punk, να χρησιμοποιούν οι πρωτότυποι καλλιτέχνες samples των Daft Punk στα 100% ’70s κομμάτια τους! Να με θυμηθείτε, όλο και κάποια μέρα θα το χρησιμοποιήσω για πάρτυ και χορό, όπως του αξίζει. Μπορείτε να ακούσετε και το εξής βίντο, The Sampling of Daft Punk, για μια πιο εις βάθος ματιά – ή την αντίστοιχη λέξη για την αίσθηση της ακοής – σε αυτό που έχει καταφέρει ατό το εμβληματικό ντούο.

Αλλά δεν σταματάμε εκεί.

Το 2013 οι Daft Punk κυκλοφόρησαν το Random Access Memories, το οποίο στην αρχή μου φάνηκε μάλλον αδιάφορο και υπερεκτιμημένο. Το Get Lucky πάντα μου ακουγόταν σαν “Μexican monkey”, χάρης σε αυτό το αστείο κλιπάκι βέβαια…

Πάνω όμως σε αυτή την αναζήτηση έπεσα και στο Giorgio by Moroder. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο κύριος, και ανακάλυψα ότι είναι αυτός που έγραψε τα παρακάτω. Ακούστε το. Σας το υπογράφω – τα ξέρετε αυτά τα κομμάτια, και θα εκπλαγείτε.

Οι Daft Punk με το Random Access Memories ξεπέρασαν την έννοια του tribute, και έφεραν το πνεύμα της ποιοτικής disco στη δεκαετία μας με το δικό τους χαρακτηριστικό ύφος. Τώρα καταλαβαίνω τη σύλληψη τους, και αν μου άρεσαν μια, δυο φορές πριν αυτές τις ανακαλύψεις μου, τώρα μου αρέσουν τουλάχιστον πέντε φορές περισσότερο – up to 11 και βάλε.

Οπότε, ποιο είναι το κοινό μεταξύ Daft Punk και Abba; Εκτός από το ότι ο κύριος Wilson τους τρέφει αδυναμία, είναι ότι η φήμη τους, ή η ποπ πλευρά τους, ξεπέρασε την τέχνη τους. Οι Daft Punk έγιναν οι δημιουργοί του One More Time και του Mexican Monkey Get Lucky, οι Abba έχουν εξισωθεί σε μεγάλο βαθμό με το Dancing Queen… αλλά πίσω από αυτά τα συγκροτήματα ανακαλύπτω ότι υπήρχαν μουσικοί με πνεύμα το οποίο όμως δεν είναι καθόλου ευραίως γνωστο σήμερα.

Αναρωτιέμαι πώς να νιώθουν οι μεγάλοι καλλιτέχνες οι οποίοι κάνουν το μπαμ, και το μπαμ συνεχίζει να μεγαλώνει, και μεγαλώνει τόσο που υπερκαλύπτει τους ίδιους. Και οι Abba και οι Daft Punk είναι πολύ διάσημοι σήμερα, αλλά πόσοι μουσικοί τους έχουν έχουν άραγε σε υψηλή εκτίμηση; Καταλήγουν να είναι τόσο υπερβολικά διάσημοι, που μένουν πιο πολύ σαν φιγούρες της ποπ κουλτούρας, παρά σαν καλλιτέχνες.

Ο Ran Prieur είχε πει κάποτε ότι όποιος καταλαβαίνει στ’ αλήθεια τι σημαίνει το να είσαι διάσημος δεν θέλει να γίνει ποτέ διάσημος. Κατά τύχη, μπορώ να σας πω ότι ξεκίνησα να διαβάζω το πρώτο βιβλίο του A Song of Ice and Fire, το A Game of Thrones, και διάβασα σήμερα κάπου ότι ο συγγραφέας του, ο George R.R. Martin, απλά έχει ξεπεράσει τη σειρά στο μυαλό του και θα ήθελε πολύ απλά να κάνει κάτι άλλο με τη ζωή του. Όμως είναι τόσο διάσημο το έργο του και τόσο μεγάλες οι απαιτήσεις του κοινού από τον ίδιο, που είναι εγκλωβισμένος.

Μπορεί βέβαια να κάνω και λάθος, και όλοι οι διάσημοι καλλιτέχνες να γελάνε μέσα στις βίλες τους και στις πισίνες τους γεμάτες σαμπάνια. Αμφιβάλλω βέβαια, γιατί η διασημότητα και τα χρήματα δεν είναι ακριβείς δείκτες ευτυχίας. Και τελικά, δεν είναι όλοι οι διάσημοι και πλούσιοι «το ίδιο» – παραμένουν άνθρωποι με ξεχωριστές προσωπικότητες, ανάγκες και φιλοδοξίες στη ζωή τους, ακριβώς όπως και οι φτωχοί. Σίγουρα κάποιοι θα είναι λιγότερο ικανοποιημένοι με τη ζωή τους απ’ ότι άλλοι, αλλά μας αρέσει να σκεφτόμαστε ότι οι πλούσιοι δεν είναι ευτυχισμένοι και ότι τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία. Αν το πείτε όμως αυτό σε κάποιον ανικανοποίητο φτωχό, δεν αποκλείεται να λάβετε και κάποια προσβεβλημένη ή πληγωμένη αντίδραση – θα είναι ακριβώς όπως το να πείτε σε κάποιον δυστυχισμένο φραγκάτο ότι τα λεφτά είναι το παν: γιατί τότε θα είναι σαν να τους λέτε στα μούτρα τους ότι κάτι κάνουν πολύ λάθος με τη ζωή τους.

Ο Steven Wilson κυκλοφορεί τον επόμενο μήνα τον καινούργιο του δίσκο, το To the Bone. Δεν ξέρω τι θα ήθελα περισσότερο: να γίνει η μεγάλη του επιτυχία και να συνεχίσει μια καριέρα πιο “progressive pop”, ή να είναι και αυτή η κυκλοφορία μια μικρή απογοήτευση που θα του επιτρέψει να συνεχίσει να πειραματίζεται. Ο ίδιος λέει ότι είναι καλλιτέχνης, όχι ψυχαγωγός, και γι’αυτό του αρέσει να παίζει με τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις των φανατικών θαυμαστών του.

Θα ήταν αστείο όμως μια μέρα να θυμούνται τον Steven για τα ποπάκια του και κανείς να μην ξέρει ότι έπαιζε για 25 χρόνια progressive.

ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΣΤΟ FACEBOOK

Θυμάμαι μερικές φορές όπου είχε γεμίσει το newsfeed μου από τραγούδια που είχαν μοιραστεί φίλοι μου. Ξεκίνησα αυτό το ποστ θέλοντας να δείξω πόσοι φίλοι μου μοιράζονται πολλά τραγούδια στο facebook, όμως κοιτάζοντας το δικό μου feed για να μετρήσω τα τραγούδια για να επιβεβαιώσω την άποψη μου πριν αρχίσω το γράψιμο μου έδειξε μόνο ένα τραγούδι μέσα σε πάνω από 50 posts, αριθμός μικρότερος από αυτόν που περίμενα. Ήθελα να το επισημάνω αυτό.

Παρ’ όλ’ αυτά, το γεγονός παραμένει. Γιατί ποστάρουμε μουσική στο facebook? Γιατί κάθε φορά που μου έχει κολλήσει έντονα στο μυαλό ένα τραγούδι θέλω να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με τον συγκεκριμένο τρόπο; Τι περιμένω ότι θα συμβεί;

Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι ότι απογοητεύομαι όταν δεν μαζεύω πολλά, ή κανένα, like. Δεν συνειδητοποιώ όμως ότι οι πιθανοί αποδέκτες τις πρόθεσης μου έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε πολλά άλλα άγνωστα για αυτούς κομμάτια που έχουν ποστάρει και άλλοι/ες εκτός από εμένα. Συχνά έχουν και οι ίδιοι μουσική να παίζει, και ποιες είναι οι πιθανότητες ο πιθανός αποδέκτης να σταματήσει τη δική του μουσική για να ακούσει τη δική μου;

Αν ένα facebook post δεν το κάνει κανείς like, υπήρξε ποτέ στ’ αλήθεια;

Για μένα, το αντίστροφο μπορεί να μου συμβεί όταν πολύ συγκεκριμένα άτομα μοιράζονται μουσική στον δικό τους τοίχο. Τότε την ακούω, γιατί εμπιστεύομαι το γούστο τους. Όμως λίγοι, ή κανείς, δεν φαίνεται να κάνουν το ίδιο με τη δική μου μουσική. Δεν σημαίνει αυτό βέβαια ότι δεν υπάρχουν άτομα που να εμπιστεύονται τις μουσικές μου επιλογές, τουλάχιστον όχι απαραίτητα. Μπορεί να μην εμφανίζεται στο feed τους για πολλούς λόγους, ή όντως μπορεί να ακούνε τη δική τους μουσική και -όσο κι αν θα μου άρεσε να το κάνουν- πώς μπορώ να περιμένω ότι θα σταματήσουν αυτό που τους αρέσει να ακούνε ήδη για να ακούσουν το άγνωστο, ή ακόμα μερικές φορές τον ψηφιακό θόρυβο στον οποίο συγκαταλλέγομαι κι εγώ για τους περισσότερους facebook friends μου;

Μπορώ εύκολα να μπω στη διάθεση «ωωω, γιατί σε κανέναν δεν αρέσουν αυτά που μου αρέσουν;», το οποίο εύκολα μπορεί να γίνει ελιτίστικο αν είμαι στην κατάλληλη διάθεση («τα γούστα μου είναι υπερβολικά ψαγμένα για τα κοινά αυτιά»). Δεν θα το κάνω όμως, γιατί βλέπω ότι αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μένα – ακόμα και τα προαναφερθέντα άτομα των οποίων οι επιλογές μπορούν να με κάνουν να παρατάω τη μουσική που ακούω για να δω τι καινούργιο έχουν βρει, τείνουν να υποφέρουν από την ίδια «αδικία» και μαζεύουν ελάχιστα χεράκια με τον αντίχειρα πάνω. Οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι το φαινόμενο είναι γενικευμένο.

Για να βρούμε την αιτία που συμβαίνει αυτό, δεν πρέπει να ερευνήσουμε μόνο γιατί κάποιος θα θέλει να ποστάρει τη μουστική, αλλά και την αιτία πίσω από το πάτημα του like.

Ένα-ένα όμως. Όταν μοιράζομαι ένα τραγούδι, θέλω να:

  • γίνει το γούστο μου αποδεκτό ή να εκτιμηθεί
  • προκαλέσει συναισθηματική αντίδραση σε κάποιον που ξέρει ήδη το τραγούδι – «μπορώ κι εγώ να προκαλώ συναισθήματα στους άλλους!»
  • «ψαρέψω» κάποιον για να διαδράσει μαζί μου προβάλλοντας μια συναισθηματική κατάσταση – αυτό σπάνια λειτουργεί: τώρα που το σκέφτομαι, έχω καιρό να το κάνω
  • να το μάθει κάποιος εξ αιτίας μου – μεγάλο καμάρι εκεί!

Άρα θέλω να φαίνομαι ή σαν να έχω κι εγώ συναισθήματα ή λίγο σαν αυτόν ο οποίος μαθαίνει στους άλλους πράγματα που δεν ξέρουν. Κάτι σε ξερόλας, αλλά στο πιο σοφό; Κάτι το οποίο θα είναι για το ψαγμενόσοφος ό,τι είναι το εξυπνάκιας για το έξυπνος. Αυτό. Θέλω να φαίνομαι ψαγμενόσοφος. Γιατί προφανώς πιστεύω ότι δεν είμαι αρκετά ψαγμενόσοφος.

Έπειτα, όταν κάνω like σε ένα τραγούδι, κάτι από αυτά μάλλον παίζει:

  • δεν έχω ακούσει το τραγούδι, αλλά μπορεί να θέλω να στηρίξω την κίνηση του ποσταρίσματος του (π.χ, μετά από μια βραδιά έξω με φίλους, ένας από αυτούς ποστάρει κάποιο από τα κομμάτια που μας απασχόλησαν αρκετά όσο ήμασταν μαζί και το ποστάρω σαν like σε όλη τη βραδιά και τον χρόνο που περάσαμε μαζί)
  • το τραγούδι μου αρέσει όντως, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω.
  • μόλις το άκουσα – μάλλον σπάνια περίπτωση. Εκεί ιδανικά φεύγει και σχόλιο.

Κρίνοντας όμως από τους περιορισμένους λόγους για τους οποίους θα έκανα like, δεν θα έπρεπε να με απασχολεί που όταν θέλω να μοιράζομαι μουσική δεν φαίνεται να έχει αντίκρισμα, γιατί οι λόγοι για τους οποίους τη μοιράζομαι δεν εφάπτονται στο γιατί εγώ συνήθως επιλέγω να ακούσω μουσική στο facebook. Όπως κι εγώ δεν θα πατήσω το “play”, για τους ίδιους λόγους δεν το πατάνε και οι φίλοι μου.

Όμως συνεχίζω να θέλω να μοιράζομαι μουσική, γιατί πιστεύω στις επιλογές μου – όπως όλοι μας άλλωστε! Αυτό το «όπως όλοι μας άλλωστε» το λέω χωρίς ποτέ να μην έχω ιδέα τι θέλει ο υπόλοιπος κόσμος, όταν θέλω να δικαιολόγησω κάτι που έκανα, κάνω ή θέλω να κάνω. Είναι αστείο, αλήθεια, πώς κάποιος τόσο μερικές φορές επιτηδευμένα ή αυθεντικά αντικομφορμιστής όσο εγώ, χρησιμοποιώ ως δικαιολογία το ότι το κάνουν όλοι! Μα αυτό θεωρητικά θα έπρεπε να είναι αιτία να μην θέλω να το κάνω – όντως, δεν ακούγεται το ίδιο το «το κάνουν όλοι!» με το «δεν ξέρω κανέναν που να το κάνει, ας είμαι ο πρώτος!»

Τέλος πάντων. Θέλω λοιπόν, όπως όλοι μας άλλωστε, να μοιράζομαι κι εγώ τη μουσική μου και να έχει αυτό ένα αντίκρισμα. Μια συναισθηματική αντίδραση. Μια ικανοποιητική επίδειξη ψαγμενοσοφίας. Γιατί μου αρέσει να μοιράζομαι αυτά που βρίσκω όμορφα, αδερφάκι μου.

Σύντομα θα προστεθούν και στο προσωπικό περιβόλι των ακουστοσκώληκων μου (name subject to change):

Τρέφοντας τη διαφημιστική μηχανή της Vevo ποστάροντας Στιβάκο… έγινε κι αυτό! Εκτός από το ότι πραγματικά δεν με νοιάζει αν ο Steven Wilson «ξεπουληθεί» γιατί 25 χρόνια τώρα νομίζω το χρέος του στην “underground” μουσική το έχει πληρώσει, αυτό το To The Bone φαίνεται ότι θα είναι ε-ξαι-ρε-τι-κό, και αν ο Steven πιστεύει ότι μια μεγαλύτερη δισκογραφική όπως η Universal και το παρακλάδι της η Caroline International θα τον βοηθήσει να γίνει πιο γνωστός, ας είναι. Θα έλεγα ότι ανυπομονώ να έρθει ο Αύγουστος, αλλά μπορώ να περιμένω και λίγο ακόμα. Delayed gratification; ικανοποίηση με χρονοκαθυστέρηση. Είναι σαν το φαί: καλύτερα να το αφήσεις λίγο εκεί να σιγοψήνεται στην δεύτερη σκάλα από τις εννιά του ματιού, παρά να το ρίξεις στον φούρνο μικροκυμάτων.

Πάρτε και λίγο Röyksopp, γιατί ακούω πολύ τελευταία. Δεν το παίξανε αυτό στη συναυλία, αλλά μου κόλλησε κάπου στην πορεία του προ- και μετα-συναυλιακού binge. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο ότι από τα τοπ custom ανεπίσημα βιντεοκλίπ είναι αυτό από το Baraka και ένα άλλο με σκηνές από το Ex Machina. Ταινιάρες και οι δύο.
Και το Junior είναι καταπληκτικός δίσκος γενικά.

12 ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ, 60 ΜΗΝΕΣ, 300 ΛΕΞΕΙΣ

    • Παρακάτω θα βρείτε τα 12 παιχνίδια που αγάπησα περισσότερο την περίοδο 2012-2016 (αυτό το διάστημα είναι 5 χρόνια, όχι 4, ε!)
    • Θα γράψω 300 λέξεις και για τα 12 παιχνίδια μαζί. Γιατί 12 * 5 = 60 = 300 / 5, και κάτι τέτοια ελαφρώς aspie ψυχαναγκαστικά μου αρέσουν.
    • Αυτό σημαίνει 25 λέξεις για κάθε παιχνίδι μαξ. Για μια φορά δεν θα αρχίσω τη φλυαρία! Ανυπομονώ να έχω περιορισμούς! Μήπως είμαι κρυφομαζοχιστής;
    • Μην κρίνετε την απάντηση στην παραπάνω ερώτηση με το πρώτο παιχνίδι της λίστας: η κατάταξη δεν είναι με σειρά προτίμησης,

Dark Souls

Πρόσφατα, ο Garret μου είπε «το DS είναι το αγαπημένο μου παιχνίδι». Tελεία. Σ’ έναν μαλθακό, άδικο κόσμο, η τίμια, ακριβοδίκαιη σκληρότητα του ήταν επαναστατική.

Crusader Kings II

Κάποτε, υπήρχαν τα «μεγάλα» παιχνίδια στρατηγικής. Μετά ήρθε η Paradox και το CKII. Πλέον, χωρίς λίγη ανθρώπινη κλίμακα, χώρις λίγο μικρό, το «μεγάλο» δεν φτάνει.

Kerbal Space Program

Tα παιχνίδια που λειτουργούν με καθαρά εσωστρεφείς όρους με ενδιαφέρουν συνεχώς λιγότερο. Το KSP έκανε για τη διαστημική (“rocket science”) ό,τι το SimCity για τους πολεοδόμους.

Total War: Attila

Η παγκόσμια ιστορία τείνει να μας παρουσιάζεται σαν χρωματάκια σε χάρτες. Πιο πολύ μοιάζει με βαθυκόκκινο αιματοβαμένο σφαγείο που καθαρίζεται κάθε βράδυ με χλωρίνη.

The Stanley Parable

Ο Χωλλ κοντοστάθηκε· θυμήθηκε αυτό το παιχνίδι που με αστείο τρόπο έσπαγε τον τέταρτο τοίχο. Άρχισε να γράφει για αυτό προσπαθώντας να μιμηθεί τον αφηγητή του.

Fez

Η ιστορία του αμφιλεγόμενου δημιουργού του  απλώς ολοκληρώνει το Fez. Ποιο αριστούργημα στην ιστορία της τέχνης, άλλωστε, δεν έχει κάποια τέτοια κουτσομπολιά από πίσω;

The Legend of Zelda: Link’s Awakening

To LA παίζεται πολύ πιο ευχάριστα απο πολύ πιο πρόσφατους τίτλους της σειράς. Τα Zelda τότε δεν προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το Ocarina· δεν υπήρχε Ocarina.

Life Is Strange

Φωτογραφικές μηχανές. Ιστορία σαν δυτικό slice-of-life. Πολυδιάστατοι χαρακτήρες. Το ψυχογράφημα ενός INFP όπως δεν το είδα ποτέ πουθενά. Όχι μόνο ταξίδια στον χρόνο.

Mount and Blade Warband

Πού αλλού είναι τόσο απολαυστικό να μάχεσαι πλάι στον μικρό προσωπικό σου στρατό, καβάλα στο άλογο σου, για το δικό σου, ολόδικό σου τσιφλικάκι;

Rayman Origins

Χαζοχαρούμενο. Με την καλύτερη έννοια. Είναι αδύνατον να παίξεις το RO και να μην σκάσεις ξαφνικά ένα+ τεράστιο χαμόγελο. Αξίζει να είναι ο ευρωπαίος Mario.

Portal 2

Πώς το Portal κατέληξε να υπάρχει θα μπορούσε να είναι αξιοπρεπέστατη ταινία – και αν την έκανε η Valve, το sequel θα ήταν 3 φορές καλύτερο.

Papers, Please

Αν έκανα ποτέ αφιέρωμα στα παιχνίδια που βοηθάνε στην κατανόηση Άλλων ιδεολογιών και πολιτισμών, το PP θα ήταν απ’τα ευκολάκια. Ειρωνικά, τραγικά επίκαιρο.


Oι 5 επιλαχόντες σε 25 λέξεις:

Sword & Sworcery EP
Χιπστερικό, ψιλοδήθεν κομψοτέχνημα με στιλ.

Persona 4 Golden
Μόνο στον στρατό τέτοιο game!

X-COM: Enemy Unknown
Εξομοιωτής Kübler Ross. Με εξωγήινους.

Psychonauts
Σπιρτόζος εγκεφαλικός οργασμός χωρίς ψυχοπλάκωμα.

Shovel Knight
Σταφύλια → κρασί / ’80s games → αυτό.


Έτσι απλά για την ιστορία, από τα 17 αυτά παιχνίδια, έχω «τερματίσει» τα 8 και τα 3 νομίζω δεν τερματίζονται. Νομίζω.

ΠΑΝΕ ΚΑΙ ΤΑ CD ΠΟΥ ΚΡΑΤΑΓΑ

Σας παρουσιάζω μερικούς από τους αγαπημένους μου δίσκους. Porcupine Tree, Pink Floyd, Sigur Rós… Mezmerize, Hypnotize, Dirty Deeds Done Dirt Cheap, Ummagumma, Deadwing, Dark Side of the Moon, and the list goes… -oon. Κάποιοι από αυτούς τους δίσκους διαμόρφωσαν το μουσικό μου γούστο μέχρι το μεδούλι, κάποιοι όχι τόσο, αλλά για καιρό αυτή η μικρή συλλογή ήταν μέρος του «θησαυρού» μου.

Παρ’ όλ’ αυτά, για πολλά χρόνια δεν είχα βάλει να τους ακούσω. Σε mp3 ναι, σαφώς, τους έχω ακούσει, και πολλές φορές. Αλλά τους δίσκους ως αντικείμενα για καιρό δεν τους είχα καν κοιτάξει, πόσο μάλλον αγγίξει. Δεν θα ήταν απίθανο να μην μπορούσα καν να τους ακούσω σήμερα, αν δεν είχα ακόμα το Sony hi-fi της μάνας μου από τις αρχές του ’90 που έχει ένα CD player σε μέγεθος περίπου όσο δύο PS4, ή το εξωτερικό Blu-ray player του λάπτοπ μου. Δεν περιμένω όμως ότι θα έχω την τεχνική ικανότητα να παίξω CD για πολύ ακόμα.

Το γεγονός αυτό, ότι πρακτικά έπιαναν τόπο και το μέλλον τους είναι αβέβαιο, όπως και το ότι ψάχνω να δώσω και να ξεφορτωθώ πράγμα και ιδανικά να το μετατρέψω σε ρευστό (όπως καιρό τώρα), μου έδωσε αρχικά την ιδέα να τους πουλήσω. Βασικά, ένας συλλεκτής CD από το Insomnia, ο Νίκος, είχε αρχικά αγοράσει αυτά τα CD από μένα, και με είχε ρωτήσει αν είχα άλλα.

Γενικότερα είμαι σε φάση πώλησης και αλλαγής δέρματος, ψάχνοντας να βρω πράγματα για να πουλήσω από το παρελθόν τα οποία δεν θα μου πέρναγε καν από το μυαλό ότι θα ήθελα να αποχωριστώ κάποτε. Πράγματα τα οποία έχουν είτε συλλεκτική είτε συναισθηματική αξία.

Οπότε, ενώ είχα πει στον Νικό  ότι όχι, τα υπόλοιπα  CD που που είχα δεν ήταν για πώληση… μετά σκέφτηκα «γιατί όχι;».

Δεν θα σας πω ψέματα: όταν τους έβγαζα από τα ράφια και τους ξεσκόνιζα και τους άνοιγα για να τους ετοιμάσω για τον καινούργιο τους ιδιοκτήτη, τον Νίκο, τον προαναφερθέντα συλλέκτη με τους 3.000 δίσκους, άρχισα να κοιτάζω την εικαστική δουλειά, να διαβάζω τους στίχους, να αγγίζω το ακριβό ματ, ή τραχύ, ή ανάγλυφο χαρτόνι, και είχα λίγο αυτή την έκφραση:

Μήπως να τους κρατούσα; Σιγά τον χώρο που έπιαναν. Όσο 4-5 βιβλία, και από αυτά έχω ένα κάρο (από τα μεγάλα τα κάρα, τα δεξαμενόκαρα). Μα να δώσω τους Porcupine; Τον Στηβάκο; Να δώσω το πρώτο μου CD τους που το είχα αγοράσει μόνο επειδή ο Γιώργος Κ. μου είχε πει όταν ήμουν 15 ότι ο Steven Wilson και η μπάντα του «ήταν οι σύγχρονοι Pink Floyd» (κάτι που μετά θα μάθαινα ότι σιχαινόταν να το ακούει ο Στηβάκος); Κάτσε, κάτσε – να δώσω τους FLOYD;! Το Ummagumma για το οποίο μάλιστα έγραψα πριν λίγους μήνες; Ήμουν τόσο ξεδιάντροπος πια; Να δίνω την προσωπική μου ιστορία για μια χούφτα ευρώ;

Τουλάχιστον να την κράταγα για λίγο ακόμα. Σε άλλα 10 χρόνια μπορεί αυτή η ιστορία να αποκτούσε αξία! Μάλιστα. Κι αν συμβεί μια άνθιση των CD όπως συμβαίνει με τα βινύλια κι ένα κινέζικο The Wall χωρίς το Young Lust αξίζει μια μικρή περιουσία όταν οι κινέζοι αναπόφευκτα κατακτήσουν τον κόσμο; Όχι, όχι, θα τους κράταγα και θα άρχιζα να ακούω CD από εδώ και στο εξής. Χέσε και τα βινύλια, χέσε το να ακούω ραδιόφωνο από το ίντερνετ ή από τα ερτζιανά· στους οπτικούς δίσκους βρίσκεται το παρόν, εκεί βρίσκεται το μέλλον! Δεν έχει σημασία που είχα χρόνια να τους ακούσω, να τους αγγίξω, να τους δω – δεν πουλάω συναισθήματα!

Κι όμως. Αυτό το κύμα νοσταλγίας και Μπίλμπο-όταν-βλέπει-το-δαχτυλίδι κράτησε γύρω στα 3 λεπτά.  Τα πούλησα τα συναισθήματα μου. Πούλησα την αβεβαιότητα, πούλησα τον φόβο ότι χωρίς αυτά τα CD είμαι λιγότερος. Και ναι, πούλησα ότι θα μπορούν να κάθονται εκεί, πούλησα ότι θα μπορούσα, ίσως, μια μέρα, να τα δείξω σε κάποιον ή κάποια των οποίων το ενδιαφέρον για αυτή την πολύ προσωπική ιστορία, σε διαφορετική περίπτωση, θα προκαταέβαλα – μάλλον ματαιόδοξα. Πούλησα την ιδέα ότι είμαι ο ίδιος άνθρωπος που αγόρασε και άκουσε κάποτε αυτή τη μουσική και ότι αυτοί οι πλαστικοί κύκλοι και τα πλαστικά κουτιά τους είναι ζωντανές αποδείξεις κάποιας ιστορίας που αξίζει να ειπωθεί.

Την περασμένη βδομάδα βρέθηκα με τον Νίκο και του τα έδωσα όλα για τιμή στην οποία, τότε που θα πήγαινα στα Metropolis για να ψάξω δίσκους από τα εξώφυλλα και την τιμή στον τομέα της ροκ και της μέταλ, θα αγόραζα από 2 μέχρι 4 από αυτούς, ανάλογα. Αυτή είναι η ιστορία, κι αυτή θα μείνει μαζί μου – δεν χρειάζεται τεκμήρια. Του είπα να προσέχει τον θησαυρό μου. Με τα λεφτά αγόρασα καινούργια ρούχα. Λίγες ώρες μετά, ήδη είχαν φύγει από το μυαλό μου, και μέχρι χτες είχα σχεδόν ξεχάσει ότι την περασμένη εβδομάδα είχα πουλήσει τους «μονάκριβους» δίσκους μου…

…μέχρι που ξαναείδα στη φωτογραφική μου μηχανή τις φωτογραφίες που τράβηξα για να τους θυμάμαι (ενώ τράβαγα φωτογραφίες παιχνίδια GameCube, Wii, Χbox 360, PS4, για να πάρουν και αυτά τη σειρά τους…) Έτσι θυμήθηκα ότι αυτή η ιστορία με ενέπνευσε να γράψω αυτό εδώ το ποστ – να ‘ναι καλά (;) οι φωτογραφίες που δεν παίρνουν όλες οι αναμνήσεις τη φυσική τους πορεία…

Το έγραψα λοιπόν το ποστ, κι εσύ το διάβασες, τουλάχιστον διαβάζεις το ότι πιστεύω ότι το διάβασες. Αυτό το ποστάκι για το πόσο οι παλιοί μου δίσκοι δεν θα μου λείψουν, αφού τη μουσική τους δεν θα τη χάσω. Και πώς δεν ξέρω πώς να νιώσω για αυτό. Λάθος, αυτό είναι ψέμα – αυτό το ξέρω πολύ καλά, απλά ένα κομμάτι μου ντρέπεται να το παραδεχτεί και απλώς υποκρίνεται ότι είναι μπερδεμένο:

Το φίδι που αλλάζει το πουκάμισο του πονάει για λίγο, αλλά τελικά νιώθει χαρά και ανακούφιση. Με τις νέες του φανταχτερές φολίδες νιώθει όμορφο, φωτεινό, άνετο και λυγερό. Το παλιό του δέρμα δεν το ενδιαφέρει πια, όσες βροχές και αέρηδες έζησε τυλιγμένο μέσα του. Παρ’όλ’αυτά, σαν βρουν το πεταμένο του πουκάμισο οι περιπατητές στους βράχους, θα ενδιαφερθούν αυτοί για εκείνο. Θα το πάρουν και θα διακοσμήσουν το σπίτι τους με αυτό και θα πουν την ιστορία του πώς το βρήκαν στους φίλους τους, και ίσως μια μέρα ένας μάγος το χρησιμοποιήσει για κανένα ξόρκι ή κανένα φίλτρο.

Και όλοι θα είναι χαρούμενοι.

 

REVIEW: ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΟΥ

Ανακάλυψε την προσωπικότητα σουΑνακάλυψε την προσωπικότητα σου by Patricia Hedges

My rating: 3 of 5 stars



Το ξέρατε ότι το 45% του πληθυσμού (τουλάχιστον στις ΗΠΑ, για την Ελλάδα δεν ξέρω) είναι SJ (traditionalists), και ένα άλλο 40% είναι SP (experiencers); Προσωπικά μπορώ να βγάλω αρκετά συμπεράσματα για τον κόσμο χρησιμοποιώντας αυτά τα στοιχεία και κοιτάζοντας τα αποτελέσματα των εκλογών ανα τον κόσμο, ή γιατί οι άνθρωποι επιμένουν στα παλιά και γνώριμα, ή γιατί οι άνθρωποι κυνηγούν τα χρήματα πάνω απ’όλα, ή γιατί τέλος πάντων οι περισσότεροι άνθρωποι συμπεριφέρονται και σκέφτονται πολύ διαφορετικά από μένα – και άλλοι, βέβαια, πολύ παρόμοια.

Πείτε ό,τι θέλετε για το MBTI: ότι είναι παρωχημένο, ότι εξαπλουστεύει, ότι δεν επαρκεί – όλα αυτά ισχύουν, παραμένει όμως για μένα ένα χρήσιμο εργαλείο στην προσπάθεια μου να καταλάβω τους ανθρώπους γύρω μου και να δω τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια και τη δική τους αντίληψη (ή διαίσθηση!) Κι άλλωστε, ποιο επεξηγηματικό, αναλυτικό σύστημα μπορεί ποτέ να είναι πλήρες;

Για όσους δεν ξέρουν τι είναι το ΜΒΤΙ, είναι μια μέθοδος αξιολόγησης προσωπικότητας η οποία αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’60 η οποία βασίζεται στις θεωρίες του Carl Jung σχετικά με τις γνωστικές λειτουργίες (cognitive functions) του ανθρώπου (αίσθηση, διαίσθηση, συναίσθημα και νόηση – sensing, intuition, feeling and thinking) και ανάλογα με τη σειρά προτεραιότητας – ή ευχέρειας – που χρησιμοποιούνται αυτές οι λειτουργίες αλλά και την εξωστρέφεια/εσωστρέφεια τους, προκύπτουν 16 συνδυασμοί και τύποι προσωπικότητας.

Βρήκα πως το βιβλίο, αν και χρήσιμο για την αρχική κατανόηση του συστήματος, παρέμεινε στα απολύτως βασικά, και αν και δημοσιεύτηκε τη δεκαέτια του ’90 δεν ανέφερε την προγενέστερη θεωρία του Keirsey σχετικά με την κατάταξη των 16 τύπων σε 4 μεγαλύτερες οικογένειες γενικότερης ιδιοσυγκρασίας. Επίσης απογοητευτική βρήκα την πολύ επιφανειακή αναφορά στην ανάλυση της κατάταξης των λειτουργιών για κάθε τύπο, όπως για παράδειγμα στους INFPs (ΕσΔΣΑν σύμφωνα με την ελληνική μετάφραση, ο οποίος τυχαίνει να είναι κι ο δικός μου τύπος) πρώτο είναι το Εσωστρεφές Συναίσθημα (Fi), μετά η Εξωστρεφής Διαίσθηση (Ne), η Εσωστρεφής Αίσθηση (Si) και η Εξωστρεφής Νόηση (Te), με κατάταξη απ’την πιο ανεπτυγμένη στην λιγότερο ανεπτυγμένη λειτουργία.

Αυτή η ανάλυση μπορεί να φανερώσει πολλά για τους στόχους, τις προτεραίοτητες, τις ιδιαιτερότητες και τις πιθανές αδυναμίες των ατόμων που ανήκουν σε κάθε τύπο, αλλά ξεφεύγει από την απλή κατηγοριοποίηση και περιγραφή των τύπων και φτάνει σε μεγαλύτερο βάθος. Προφανώς μια τόσο βαθιά ανάλυση δεν ήταν ο στόχος του βιβλίου, αλλά εμένα μου έλειψε, γιατί χωρίς αυτήν δεν αιτιολογείται το από που προκύπτει ο διαχωρισμός των τύπων. Είναι ενδιαφέρον ότι γενικά δεν είναι γνωστή η θεωρία περί γνωστικών λειτουργιών, ακόμα και για αυτούς που ενδιαφέρονται για το MBTI.



Γι’αυτό εγώ θα συνεχίσω την αναζήτηση και την έρευνα μου στο θέμα των τύπων προσωπικότητας και της αναλυτικής ψυχολογίας γενικότερα με κάτι λίγο πιο εξειδικευμένο (μου τρέχουν τα σάλια για το βιβλίο που λίνκαρα παραπάνω του Keirsey). Πάντως, ως εισαγωγή στο MBTI το βιβλίο δεν είναι άσχημο, και είναι από τα λίγα (το μόνο;) που βρήκα μεταφρασμένο στα ελληνικά. Για κάποιον λόγο δεν μας πολυενδιαφέρει το θέμα εδώ πέρα…

Αν διαβάσετε ως εδώ και θα θέλατε να μάθετε περισσότερα, μερικές καλές πήγες:

http://www.keys2cognition.com/explore.htm
http://kisa.ca/personality/
http://www.typefinder.com/
(καλά τεστ για να βρείτε τον τύπο σας)

“What does it feel like to be me?” αν είσαστε μεταξύ δύο τύπων, διαβάστε ποια περιγραφή του τρόπου σκέψης σας σας ταιριάζει καλύτερα.
http://www.keys2cognition.com/cgjung.htm Για περισσότερα σχετικά με τις γνωστικές λειτουργίες/cognitive functions και για βουτιά στα λίγο πιο βαθιά.

Και το Personality Cafe, γιατί μερικές φορές η επαφή και η συζήτηση με άλλα άτομα του ίδιου τύπου και ο εντοπισμός των κοινών τόπων βοηθάει στ’αλήθεια. Καλό κι αν νιώθετε μοναξιά, ότι κανείς δεν σας καταλαβαίνει κτλ.




View all my reviews

REVIEW: ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΓΛΩΣΣΑ

Μίλα μου για γλώσσα: Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογίαΜίλα μου για γλώσσα: Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία by Φοίβος Παναγιωτίδης

My rating: 5 of 5 stars

Σημαντικό βιβλίο, ακόμα κι αν το μόνο που καταφέρνει είναι αυτό που ο Φοίβος Παναγιωτίδης υπόσχεται στην αρχή: να παρουσιάσει μια απλουστευμένη, «εκλαϊκευμένη» (δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η λέξη ως απόδοση του pop) εισαγωγή στην γλωσσολογία, χωρισμένη σε κεφαλαιάκια-μπουκίτσες.

Πώς μαθαίνουμε να μιλάμε; Από τι είναι φτιαγμένη η γλώσσα; Ποια είναι η παλιότερη γλώσσα του κόσμου; Ποια η διαφορά γλώσσας και διαλέκτου; Τι σημαίνει μιλάω σωστά (ελληνικά); Γιατί μαθαίνουμε αρχαία; Θα μιλάμε όλοι αγγλικά σε 50 χρόνια; Πάσχουν οι νέοι μας από αφασία; Κινδυνεύουν τα παιδιά που μεγαλώνουν σε δίγλωσσο περιβάλλον; Είναι η πολυγλωσσία τεκμήριο ευφυΐας; Γιατί μας δυσκολεύουν οι ξένες γλώσσες; Πού βρίσκεται η Λατβία; Σε τι χρησιμεύει η γλωσσολογία;

Ίσως να μην καταφέρνει να δώσει εκτενείς απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα, όμως αυτός δεν είναι και ο στόχος του και θα έχανε πολλα αν προσπαθούσε να είναι πιο «επιστημονικό» ή διεξοδικό: πιστεύω πολύ σε έργα όπως αυτό τα οποία προσπαθούν να παρουσιάσουν μια πιο σφαιρική άποψη του θέματος τους και δεν χάνονται στις λεπτομέρειες, όπως τα αγαπημένα μου βιβλία του είδους What on Earth Happened και A Short History of Nearly Everything. Σίγουρα δεν ξέρω άλλα βιβλία παρόμοιου εύρους για το συγκεκριμένο θέμα, και ακόμα πιο σίγουρα όχι στα ελληνικά. Μου άνοιξε φυσικά την όρεξη για περισσότερη γλωσσολογία αλλά και για να εστιάσω περισσότερο στις γλώσσες μου…

Γενικά, ήταν απολαυστικό και θα το πρότεινα σε οποιονδήποτε, όχι μόνο σε φίλους των γλωσσών και της γλωσσολογίας. Μάλλον όσοι δεν έχουν ιδέα από γλωσσολογία πρέπει να το διαβάσουν περισσότερο!

Ευχαριστώ Δάφνη που μου το δάνισες. 🙂

View all my reviews

REVIEW: Η ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΥ

Η κομψότητα του σκαντζόχοιρουΗ κομψότητα του σκαντζόχοιρου by Muriel Barbery

My rating: 4 of 5 stars

Aν και μου άρεσε γενικά πολύ, περίμενα να αγαπήσω τον Σκαντζόχοιρο περισσότερο απ’όσο συνέβη, μάλλον από τα λόγια της Δάφνης. Κατ’αρχάς, η Παλομά και η Ρενέ δεν φέρονται σαν πραγματικοί άνθρωποι αλλά είναι εκεί για να προβάλλουν τις απόψεις της συγγραφέως για τους πλούσιους και ρηχούς ανθρώπους που φαίνεται πως έχει γνωρίσει πολύ στην ζωή της χωμένη στους φιλοσοφικούς κύκλους της Γαλλίας. Το ότι η κα. Barbery είναι καθηγήτρια φιλοσοφίας φαίνεται πολύ σε μερικούς -ακαταλαβίστικους από μένα- μονολόγους, ειδικά απ’τη Ρενέ, η οποία αναλύει το τί σημαίνει ένας πίνακας του Ολλανδικού χρυσού αιώνα ή οι σημύδες στην Άννα Καρένινα πολύ περισσότερο όπως θα το έκανε μια καθηγήτρια φιλοσοφίας και πολύ λιγότερο μια καλλιεργημένη θυρωρός.

Aν εξαιρέσουμε αυτά τα κομμάτια που πάντα με κάνουν και νιώθω χαζός, ίσως επειδή δεν μου αρέσει η κλασική τέχνη όπως αρέσει στη Ρενέ (γενικότερα απολάμβανα περισσότερο τις σκέψεις της Παλομά, βέβαια το πώς ένα 12χρονο μπορεί να είναι τόσο μπροστά είναι μια άλλη ιστορία), το βιβλίο είναι πλούσιο με αιχμηρά και ταυτόχρονα εύθυμα αποσπάσματα που αξίζουν το χρωματιστό μολύβι που θα υπογραμμίσει τη σελίδα ή την παράγραφο, όπως το εξής κορυφαίο και αγαπημένο μου, ήδη από τότε που είδα την ταινία που βασίστηκε στο βιβλίο (η οποία πολύ μου άρεσε και μάλλον περισσότερο απ’το ίδιο το βιβλίο):

(για τις διαφορές γκο και σκακιού)

…δεν είναι το γιαπωνέζικο σκάκι. Πέραν του ότι είναι παιχνίδι, που παίζετα σε τετράγωνη βάση και οι δύο αντίπαλοι έχουν μαύρα και λευκά πιόνια, διαφέρει από το σκάκι όσο ο σκύλος από τη γάτα. Στο σκάκι πρέπει να σκοτώσεις για να κερδίσεις. Στο γκο πρέπει να δημιουργήσεις για να επιβιώσεις.

Μάλλον η ταινία μου άρεσε περισσότερο τελικά γιατί αυτά τα κουραστικά φιλοσοφικά λογύδρια έπρεπε να κοπούν ή κάπως να σουλουπωθούν. Επίσης, γιατί λόγω του οπτικού μέσου υπήρχε μεγαλύτερη άνεση για να βγει το χιουμοριστικό και καλλιτεχνικό της ιστορίας και της διάδρασης χαρακτήρων, ακόμα και μεταξύ των υπόλοιπων ένοικων της πολυκατοικίας, οι οποίοι στο βιβλίο είναι απλά ονόματα αλλά στην ταινία έχουν σάρκα και οστά.

Τέλος, παίζει πολλή ιαπωνοφιλία εδώ πέρα, στα όρια ή και στην υπερβολή του κλισέ, αλλά γουστάρουμε οπότε στα τέτοια μας!

View all my reviews

REVIEW: ΑΝΤΙΚΟΥΛΤΟΥΡΑ: ΤΑ “ΚΑΚΑ” ΠΑΙΔΙΑ

Αντικουλτούρα: Τα Αντικουλτούρα: Τα “κακά” παιδιά by Juan Carlos Kreimer

My rating: 3 of 5 stars

Δύσκολα η γενιά μας έχει πρόσβαση σε πληροφορίες για το τι γινόταν 50 χρόνια πριν, σε μια εποχή που είχε ελπίδα, όραμα και παραδόξως -γιατί τότε ήταν ο τρόπος ζωής των παρείσακτων – γέννησε μεγάλο μέρος αυτού που σήμερα λέμε pop culture (δηλαδή δημοφιλή κουλτούρα). Δεν διδάσκεται πουθενά και όλοι μας σχεδόν έχουμε σαν δεδομένα αυτά που έγιναν τότε: από τα κεκτημένα στα δικαιώματα των μαύρων μέχρι τους ανατρεπτικούς μουσικούς που γέννησαν τη ροκ και τις ενθεογενείς ουσίες οι οποίες άνοιξαν μυαλά αλλά διώχτηκαν και συκοφαντήθηκαν. Δυστυχώς από τότε έχει περάσει αρκετός καιρός ώστε να μαθαίνουμε μόνο αυτά τα οποία το κύριο ρεύμα μπορεί να χωνέψει και έχει εντάξει· είμαι σίγουρος πως πολλές ιστορίες, φιγούρες και άλλα σημαντικά για την εποχή γεγονότα και διεργασίες έχουν πια ξεχαστεί ή/και επιμελώς θαφτεί.

Το βιβλίο ως βιβλίο καταπιάνεται με όλα αυτά. ο Juan Carlos Kreimer και ο Frank Vega προσπαθούν με το Αντικουλτούρα: Τα «κακά» παιδιά (thumbs-down στην μετάφραση του τίτλου και των εισαγωγικών, που στο πρωτότυπο είναι Contracultura para principiantes, δηλαδή Αντικουλτούρα για Αρχάριους), να μας δώσουν εμάς, την γενιά του 21ου αιώνα, τι έγινε εκεί πίσω στην εποχή η οποία δημιούργησε τις περισσότερες φιγούρες στις οποίες πιστεύει το σημερινό περιθώριο, όσο κι αν σπάνια έχει συνείδηση της συστημικότητας -ήδη απ’το ’70- πολλών απ’τα στοιχεία που αυτό οικοιοποιείται σήμερα. Τα καταφέρνει; Ναι και όχι.

Ναι, γιατί αναφέρει -αρκετά συμπυκνωμένα είναι αλήθεια- όλα αυτά που μόλις έγραψα. Πώς έγιναν διάσημοι οι Beatles, πώς ξεκίνησαν οι Sex Pistols, ποιος έκανε το LSD διάσημο, ποιοι ήταν οι πρώτοι διανοητές beat, ποιες ταινίες επηρέασαν το πνεύμα της εποχής, γιατί δολοφονήθηκαν όλοι οι πολιτικοί -μαύροι και λευκοί- οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν κάνει τη διαφορά, τι διάβαζαν οι χίπιδες, τι δυσφήμισε τα κινήματα κτλ.

Όχι, γιατί δεν κατάφερε να δημιουργήσει μια συνεκτική ιστορία που θα συνέδεε όλην αυτή την πληροφορία σε μια ιστορία, σε μια ενιαία αφήγηση. Διαβάζοντας το μαθαίνεις αποσπασματικά τις λεπτομέρειες αλλά δεν λαμβάνεις την όλη αίσθηση της εποχής τόσο πολύ.

Τελικά όμως θα μου φανεί χρήσιμο ως σημείο αναφοράς για να ψάξω από μόνος μου κάποια από τα πρόσωπα, τις ταινίες, τα συγκροτήματα, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που σημάδεψαν την γέννηση της αντικουλτούρας. Γιατί αν δεν ξέρεις ιστορία, είσαι καταδικασμένος να την επαναλάβεις (Santayana), ακόμα κι αν η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, παρα μόνο κάποιες φορές κάνει ομοιοκαταληξία (Twain) και τελικά το μεγαλύτερο μάθημα που μπορεί να μας διδάξει είναι πως οι άνθρωποι δεν μαθαίνουμε από αυτή (Huxley). Νιώθω πολύ πόζερος που μόλις το έγραψα αυτό.

Πολλά ευχαριστώ στον Κίρα που μου έκανε το βιβλίο δώρο πέρσι τα Χριστούγεννα. Άργησα (σχετικά!) αλλά δεν μου ξέφυγε.

View all my reviews