Ο ΚΛΑΡΙΝΟΒΙΟΣ ΤΑΞΙΤΖΗΣ

Πριν λίγες εβδομάδες, ήμουν με το ποδήλατο μου, κάνοντας τη συνηθισμένη μου διαδρομή Καλλιθέα – Νέα Σμύρνη.

Ήμουν στο σημείο που είναι το φανάρι για να στρίψεις είτε δεξιά για Συγγρού, να πας ευθεία κάτω από τη Συγγρού ή να πας αριστερά προς το αστυνομικό τμήμα. Ξεκαβαλίκεψα το ποδήλατο δίπλα στο άγαλμα του Χρυσόστομου Σμύρνης, εκεί που τώρα είναι συντριβάνια που σχεδίασε κάποιος που βάζω στοίχημα ότι ήταν φαν του μπουγελώματος μικρός.

Εκεί πιο δίπλα ήταν σταματημένο ένα ταξί. Δεν είχε αλάρμ. Ο ταξιτζής είχε ανεβασμένο το παράθυρο του οδηγού. Δεν θυμάμαι την εμφάνιση του, μόνο ότι τα μαλλιά του γκριζάριζαν, ότι μπορεί να είχε μουστάκι, ότι στο στόμα του είχε ένα κλαρινέτο και ότι τα δάχτυλα του έπαιζαν μια μελωδία η οποία πνιγόταν από τον ήχο των συντριβανιών, της κίνησης και του ανεβασμένου παραθύρου.

Καθώς είχα ξεκαβαλικέψει, πρόλαβε να δει τη ματιά μου και το βάδισμα μου που σιγοστάθηκαν πάνω του. Με κοίταξε όσο χρειαζόταν για να επιβεβαιώσει ότι ήταν ο στόχος μιας φιλοπερίεργης ματιάς και κατέβασε το κλαρινέτο από το στόμα του. Μου χαμογέλασε μόνο με τα μάγουλα του, χωρίς τα μάτια του. Αμήχανα. Ένοχα.

Κοίταξα μπροστά μου κι έφυγα γρήγορα, θέλοντας κι εγώ να ξεφύγω από αυτή τη μικροσκοπική, στιγμιαία δίνη ντροπής που είχε δημιουργηθεί γύρω μας.

Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, κι αν υποθέσω ότι η ισχυρή δύναμη της χρονοκαπηλείας θα μου έδινε και την ακόμα ισχυρότερη υπερδύναμη να μπορώ να είμαι ο ιδανικός αυθεντικός μου εαυτός σε κάθε περίσταση, θα σταμάταγα, θα ανταπέδιδα το χαμόγελο και θα του έκανα νεύμα να συνεχίσει.

Αν μπορούσα να είμαι κάποιος διαφορετικός αυθεντικός εαυτός με άλλα χρώματα, θα του χτύπαγα το παράθυρο και θα του έλεγα:

«Γιατί σταματήσατε; Παίξτε! Γιατί σταματήσατε; Γιατί ντρέπεστε; Αυτή τη στιγμή κάνετε κάτι ιερό: ζείτε το τώρα. Αφήνετε την αυθεντική σας δημιουργική πλευρά να εκφραστεί. Αφήνετε το αποτύπωμα σας στην πραγματικότητα. Εκπέμπετε χαρά, δεν κλείνετε το διακόπτη στη ζωή, δεν σκοτώνετε τον εαυτό σας για να χώρεσετε όπως-όπως στο καλωπισμένο και φτιαγμένο με καλογυαλισμένο πανάκριβο ξύλο φέρετρο της οργανωμένης κοινωνίας και της συλλογικής συνείδησης. Μην σταματάτε για εμένα – ποιος είμαι εγώ; Αν ενοχληθώ, μπορώ αισίως να πάω να γαμηθώ. Γιατί να σας ενδιαφέρει η γνώμη κάποιου που βρίσκει ενοχλητική τη θέα ενός ταξιτζή που παίζει κλαρινέτο μυστικά;

«Εντάξει, το ξέρω, έχω κι εγώ πράγματα για τα οποία ντρέπομαι, κάποιες πτυχές του εαυτού μου υπό διαφορετικές συνθήκες θα έλεγα ότι κρύβω επιμελώς, αλλά στην πραγματικότητα είναι τέτοια η ντροπή που το κρύψιμο είναι σχεδόν τελείως ασυνείδητο: σαν ένα μόνιμο ρούφηγμα κοιλιάς.

«Μακάρι όμως να ήμουν αρκετά σοφός ώστε να μπορώ να δω ότι τα πιο πολλά πράγματα για τα οποία ντρέπομαι είναι αυτά τα οποία που μου δίνουν την περισσότερη χαρά. Και αυτά τα κομμάτια του εαυτού μου που μοιράζονται αυτή τη χαρά με τον κόσμο; Ε, αυτά είναι και αυτά για τα οποία ντρέπομαι περισσότερο. Σαν να επιμένω να ρουφάω την κοιλιά μου ακόμα και όταν είμαι ομιλητής στο Διεθνές Συνέδριο Απελευθέρωσης του Σώματος, και στο ακροατήριο όλοι περιμένουν να τους δώσω το έναυσμα, την έμπνευση για να σταματήσουν να ρουφάνε την κοιλιά τους και να νιώσουν την χαλάρωση που κλέβουν από τον εαυτό τους. Δεν είναι θλιβερό;

«Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, συνεχίστε. Γιατί ένας κόσμος με έναν κλαρινόβιο ταξιτζή είναι ομορφότερος από έναν χωρίς τον κλαρινόβιο ταξιτζή.»

JLMOP // ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΗΣΙ

Το χαμένο νησί

Το χαμένο νησί by M. Karagatsis
My rating: 3 of 5 stars

Ευχαριστώ τη Μαριλένα που μου δάνεισε Το χαμένο νησί. Ήταν η πρώτη μου επαφή με τον Καραγάτση.

Περισσότερο απόλαυσα τις πιο πεζές αφηγηματικές στιγμές του βιβλίου, οι οποίες από μόνες τους είχαν κάτι το αλλόκοτο, και λιγότερο τις μερικές φορές ντελιριακές (αν και ενδιαφέρουσες λογοτεχνικά) εσωτερικές αναζητήσεις του πρωταγωνιστή. Κι αυτό γιατί, παρ’ ότι βρήκα τον αντι-ηρωικό του ρόλο και το ότι εξέφραζε την εσωτερική Σκιά που λίγοι μας δείχνουμε αρκετά ελκυστικό, περισσότερο με μάγεψε το πόσο παράξενη και γλυκιά κόλαση ήταν η Τήλος και οι κάτοικοι της. Οι σκέψεις, τα κίνητρα και τα συναισθήματα του Γερόλυμου ήταν δευτερεύουσας σημασίας και μερικές φορές μου αποσπούσαν την προσοχή από αυτό για το οποίο ήθελα να μάθω κατιτίς παραπάνω.

Έχοντας ακούσει ότι αυτό είναι το πιο φανταστικοστραφές και φευγαλέο βιβλίο του Καραγάτση, έχω περιέργεια να διαβάσω κάποια στιγμή και άλλα του, ξεκινώντας από τη Μεγάλη Χίμαιρα ή Το 10.

View all my reviews

JLMOP // THE GIFTS OF IMPERFECTION

The Gifts of Imperfection: Let Go of Who You Think You're Supposed to Be and Embrace Who You Are

The Gifts of Imperfection: Let Go of Who You Think You’re Supposed to Be and Embrace Who You Are by Brené Brown
My rating: 4 of 5 stars

First approach: Once again, my review could just be delicious quotes taken straight from this little gem — it’d be easy, straightforward, powerful and much better than anything I could write myself, probably. I just might come back at some point and add some of them.

I’m not giving it 5 stars because I thought the layout and ‘guideposts’ idea was kind of messy and didn’t lend itself to a single, strong point, to the extent I’m not sure what the book was about. I felt the title was misleading in this respect (it’s not exactly about imperfection), and was a bit all over the place. But I’m the kind of person who can live and enjoy going all over the place. Let’s just say it wasn’t as memorable as it could have been?

I’ll check my Kindle notes and come back.

25/01/2018 EDIT: I can’t believe it. I stuck to my word. Go me!

My emphasis.

“Until we can receive with an open heart, we are never really giving with an open heart. When we attach judgment to receiving help, we knowingly or unknowingly attach judgment to giving help.

“One of the biggest surprises in this research was learning that fitting in and belonging are not the same thing, and, in fact, fitting in gets in the way of belonging. Fitting in is about assessing a situation and becoming who you need to be to be accepted. Belonging, on the other hand, doesn’t require us to change who we are; it requires us to be who we are.

“Shame Resilience 101 Here are the first three things that you need to know about shame: We all have it. Shame is universal and one of the most primitive human emotions that we experience. The only people who don’t experience shame lack the capacity for empathy and human connection. We’re all afraid to talk about shame. The less we talk about shame, the more control it has over our lives. Shame is basically the fear of being unlovable—it’s the total opposite of owning our story and feeling worthy. In fact, the definition of shame that I developed from my research is: Shame is the intensely painful feeling or experience of believing that we are flawed and therefore unworthy of love and belonging.1″

It’s not so much the act of authenticity that challenges the status quo—I think of it as the audacity of authenticity. Most of us have shame triggers around being perceived as self-indulgent or self-focused. We don’t want our authenticity to be perceived as selfish or narcissistic. When I first started mindfully practicing authenticity and worthiness, I felt like every day was a walk through a gauntlet of gremlins. Their voices can be loud and unrelenting.”

“’Who do you think you are to put your thoughts/art/ideas/ beliefs/writing out in the world?’”

“Perfectionism is self-destructive simply because there is no such thing as perfect. Perfection is an unattainable goal. Additionally, perfectionism is more about perception—we want to be perceived as perfect.

“Get Deliberate: A good friend of mine heard this wonderful intention-setting reminder during a Twelve Step meeting. I love it! It’s called the vowel check: AEIOUY. A = Have I been Abstinent today? (However you define that—I find it a little more challenging when it comes to things like food, work, and the computer.) E = Have I Exercised today? I = What have I done for myself today? O = What have I done for Others today? U = Am I holding on to Unexpressed emotions today? Y = Yeah! What is something good that’s happened today?”

“Without exception, every person I interviewed who described living a joyful life or who described themselves as joyful, actively practiced gratitude and attributed their joyfulness to their gratitude practice. Both joy and gratitude were described as spiritual practices that were bound to a belief in human interconnectedness and a power greater than us. People were quick to point out the differences between happiness and joy as the difference between a human emotion that’s connected to circumstances and a spiritual way of engaging with the world that’s connected to practicing gratitude.”

“When I’m really scared or unsure, I need something right away to calm my cravings for certainty. For me, the Serenity Prayer does the trick. God, grant me the serenity to accept the things I cannot change, the courage to change the things I can, and the wisdom to know the difference. Amen!

“The Hopi Indians have a saying, ‘To watch us dance is to hear our hearts speak.’ I know how much courage it takes to let people hear our hearts speak, but life is way too precious to spend it pretending like we’re super-cool and totally in control when we could be laughing, singing, and dancing.

“Wholehearted living is about engaging in our lives from a place of worthiness. It’s about cultivating the courage, compassion, and connection to wake up in the morning and think, No matter what gets done and how much is left undone, I am enough. It’s going to bed at night thinking, Yes, I am imperfect and vulnerable and sometimes afraid, but that doesn’t change the truth that I am also brave and worthy of love and belonging.

View all my reviews

JLMOP // THE PRESENT

The Present

The Present by Michael Smith
My rating: 2 of 5 stars

Divine love = attention + compassion.

This little e-book is supposed to be telling the ‘truth’, the whole truth and nothing but the truth. It kept hammering on that what I was holding in my hands (or listening to an artificial voice narrating through my earbuds) was humanity’s quintessential distilled wisdom and what we would need to take our 600 million (sic) years of evolution to the next level. Only this way were we to leave the animal mind behind and become spiritual beings!

What I think I got from The Present:

-when we die we re-incarnate as the closest member of our bloodline.
-if we’ve been given the truth in our lifetime and we squander it by not paying attention, be go back to being cyanobacteria in the Marianna Trench eating sulfates from underwater geysers thousands of meters below the surface of the ocean and then we have to evolve all over again from the beginning.
-everything is balanced. If you’re rich, beautiful and lucky in this life, you’re going to be unattractive, poor and and born a cripple in the next. Why? Because… physics and the law of action and reaction! It only makes sense that whatever’s true for particles, celestial bodies and energy should hold for immaterial spirits that re-incarnate and defy every single law of physics as we know them today. Apart from quantum mechanics of course! 😉
-the Beatles were prophets and if you listen to their music with an open heart you can also learn the truth from there.
-heaven is just a techno-utopia.
-40,000 years ago, Homo Sapiens didn’t know how to light a fire. Wait, what?! This is so wrong, I don’t know where to start. As if this wasn’t a hot mess already!

OK, enough cherry-picking. For a book that tries to drive the point that it holds the ultimate truth, it sure mixes up its science, its rational thinking and its talking out of its behind. The writer couldn’t decide if he was going to be a prophet and just be a channeler to the divine or if he was just going to be looking at the facts. No, don’t you go all rational high and mighty on me and then in the next sentence start talking about re-incarnation as if it’s self-evident.

Sigh… it had some good points, some honestly well-put concepts, and the message that the present is all we have, as well as the first sentence I’ve quoted at the top of the review, is a spiritual takeaway as great as any. But I can’t take any book that in all honesty tells you that you should only read it and no others for the rest of your life seriously.

This is like Conversations with God gone wrong. Check it out if you want to see some good material squandered by pompous and misguided writing.

View all my reviews

ΤΙ ΚΟΙΝΟ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ABBA ΚΑΙ ΟΙ DAFT PUNK;

Ας ακολουθήσουμε ένα μουσικό μονοπάτι.

Πριν δυο εβδομάδες, στις 30 Ιουνίου, ο Steven Wilson κυκλοφόρησε στο Youtube το τραγούδι το οποίο ο ίδιος περίμενε ότι θα δίχαζε τους φανατικούς φίλους του όσο καμιά άλλη δημιουργία του μέχρι τώρα. Όπως και έγινε, και γίνεται. Να σημειώσω ότι περιμένουμε βίντεο κλιπ α λα Bollywood για το συγκεκριμένο τραγούδι.

Αν ο Στίβεν στα 25 χρόνια καριέρας του έχει αποδώσει τον φόρο τιμής που έπρεπε και με το παραπάνω στους καλλιτέχνες της progressive rock που τον ενέπνευσαν στα νιάτα του με τη μουσική του, μέχρι τώρα δεν είχε κάνει το ίδιο με άλλους μουσικούς που τον χάραξαν, όπως οι Abba, οι ELO, ο David Bowie ή o Prince. Ο θάνατος των δύο τελευταίων τον ενέπνευσαν και να παίξει στην τελευταία του περιοδεία covers τραγουδιών τους, στα οποία οδήγουν και τα λινκ που έχω παραθέσει. Όντως – το ρεφραίν του Permanating είναι ακριβώς σαν το Mamma Mia!

Τώρα θέλω πολύ να δω το musical το οποίο έσπασε ταμεία με μανάδες και θείες πριν καμιά δεκαετία κι εγώ σνόμπαρα γιατί ήμουν 19 και οι Abba ήταν η μουσική των μανάδων και των θειών («θειών»; Αλήθεια, ποια είναι η γενική της λέξης “θείες” και πώς μπορεί να διαχωριστεί από τη γενική της λέξης “θείοι”; Των θείων – των θείων… Το αφήνω πριν φτάσω σε κάποιον επικίνδυνο ατέρμονο βρόγχο)

Συζητώντας τους Abba, θυμήθηκα έναν δίσκο της μάνας μου (από την συλλογή της που ποτέ δεν παύει να με εκπλήσει) τον οποίο τυχαία διάλεξα μια μέρα που είχα πάει σε ένα πάρτυ βινυλιών στο Divino τον περασμένο Απρίλιο, ο οποίος είναι το The Visitors. Δεν τον ακούσαμε ποτέ σε εκείνο το πάρτι, μάλιστα τον είχα ξεχάσει μέσα στο πόρτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου οπότε έζησε τον καύσωνα του Ιουνίου και του Ιουλίου, και έλιωσε, σε σημείο που αποφάσισα ότι δεν θα κατάφερνα να τον ακούσω ποτέ στην «αναλογική» του μορφή. Αυτή η απώλεια μου κίνησε την περιέργεια να μάθω τι ήταν αυτό που πέθανε στα χέρια μου, κι έτσι τον έβαλα μια μέρα για soundtrack στο Youtube ενώ δούλευα. Το αυτόματο αλγοριθμικό ποτάμι του Youtube με πήγε από εκεί στο Knowing Me Knowing You και στο SOS, το οποίο μου έγινε και ο μικρός ακουστοσκώληξ (earworm) της ημέρας.

Κάποιοι γνωστοί μουσικοί της εποχής, όπως ο John Lennon ή ο Peter Townshend των The Who, έκαναν βαρυσήμαντες δηλώσεις για αυτό το τραγούδι, όπως έμαθα διαβάζοντας για άλλη μια φορά τα σχόλια στο Youtube. Θα σας αφήσω να κάνετε τη δική σας σχετική έρευνα, αν θέλετε…

Ο Steven Wilson λοιπόν ήθελε για πολλά χρόνια να γράψει ποπ μουσική ισάξια, τουλάχιστον σε επίπεδο μουσικής περιπλοκότητας, με τις μεγάλες επιτυχίες των Abba όπως το Dancing Queen, το Knowing Me Knowing You ή το SOS.

Εδώ λοιπόν είναι το κλειδί της υπόθεσης: ο Στιβάκος περιγράφει το Permanating ως «Abba ή ELO αν την παραγωγή είχαν αναλάβει οι… Daft Punk».

Daft Punk. Μάλιστα! Κι εδώ πάμε στο δεύτερο σκέλος αυτής της περιήγησης.

Από τα αγαπημένα μου κομμάτια τους (το πρωτοάκουσα στο Interstella 5555, που είναι το Discovery [2001] με επένδυση βίντεο σε άνιμε. Ψάχτε το).

Δεν θυμάμαι πώς μου έκατσε και το έβαλα να το ακούσω, αλλά με το που τελείωσε, πέρασε στο Superheroes (όπως είναι και στον δίσκο), άλλο κορυφαίο κομμάτι.

Διαβάζοντας τα σχόλια – αλήθεια, το όλο ποστ θα μπορούσε απλά να λέγεται ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ YOUTUBE, για τα οποία τόσα έχουν γραφτεί, κι όμως παραμένουν πηγή έμπνευσης και έρευνας – ανακάλυψα ότι αυτό το Superheroes ΣΑΜΠΛΑΡΕΙ το εξής disco τραγούδι του 1979:

Κι από εκεί -πείτε με χαζό- συνειδητοποίησα εμβρόντητος ότι οι μεγαλύτερες επιτυχίες των Daft Punk χρησιμοποιούν samples άγνωστων κομματιών της χρυσής εποχής της ντίσκο. Κάποιοι δημιουργικοί τύποι μάλιστα τα έκαναν λίστα.

Η παραπάνω λίστα είναι, για μένα, ένα διαμάντι και ιερό δισκοπότηρο της μουσικής των τελευταίων 50 χρόνων και, αν θέλετε, είναι φωτεινό παράδειγμα της έννοιας του μεταμοντερνισμού στη μουσική γενικότερα. Όχι μόνο δείχνει πώς μουσική από 15 και 20 χρόνια πριν χρησιμοποιεί δημιουργικά κομμάτια που κυκλοφόραν 40 χρόνια πριν και ήταν άγνωστη (φαντάζομαι;) εκείνη την εποχή στο ευρύ κοινό – αυτή η playlist θα ήταν απλά ΤΕΛΕΙΑ για πάρτυ ακόμα και στο σήμερα – ή μάλλον ειδικά σήμερα, που το sampling, το remix και το πάντρεμα ειδών είναι συνώνυμο με το κύριο ρεύμα της μουσικής. Κι εδώ; Όλα τα ριφάκια και οι μελωδίες είναι γνώριμες από τα κομμάτια των Daft Punk, οπότε τελικά είναι σαν να αντιστρέφεται η διαδικασία, και αντί να κάνουν sampling οι Daft Punk, να χρησιμοποιούν οι πρωτότυποι καλλιτέχνες samples των Daft Punk στα 100% ’70s κομμάτια τους! Να με θυμηθείτε, όλο και κάποια μέρα θα το χρησιμοποιήσω για πάρτυ και χορό, όπως του αξίζει. Μπορείτε να ακούσετε και το εξής βίντο, The Sampling of Daft Punk, για μια πιο εις βάθος ματιά – ή την αντίστοιχη λέξη για την αίσθηση της ακοής – σε αυτό που έχει καταφέρει ατό το εμβληματικό ντούο.

Αλλά δεν σταματάμε εκεί.

Το 2013 οι Daft Punk κυκλοφόρησαν το Random Access Memories, το οποίο στην αρχή μου φάνηκε μάλλον αδιάφορο και υπερεκτιμημένο. Το Get Lucky πάντα μου ακουγόταν σαν “Μexican monkey”, χάρης σε αυτό το αστείο κλιπάκι βέβαια…

Πάνω όμως σε αυτή την αναζήτηση έπεσα και στο Giorgio by Moroder. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο κύριος, και ανακάλυψα ότι είναι αυτός που έγραψε τα παρακάτω. Ακούστε το. Σας το υπογράφω – τα ξέρετε αυτά τα κομμάτια, και θα εκπλαγείτε.

Οι Daft Punk με το Random Access Memories ξεπέρασαν την έννοια του tribute, και έφεραν το πνεύμα της ποιοτικής disco στη δεκαετία μας με το δικό τους χαρακτηριστικό ύφος. Τώρα καταλαβαίνω τη σύλληψη τους, και αν μου άρεσαν μια, δυο φορές πριν αυτές τις ανακαλύψεις μου, τώρα μου αρέσουν τουλάχιστον πέντε φορές περισσότερο – up to 11 και βάλε.

Οπότε, ποιο είναι το κοινό μεταξύ Daft Punk και Abba; Εκτός από το ότι ο κύριος Wilson τους τρέφει αδυναμία, είναι ότι η φήμη τους, ή η ποπ πλευρά τους, ξεπέρασε την τέχνη τους. Οι Daft Punk έγιναν οι δημιουργοί του One More Time και του Mexican Monkey Get Lucky, οι Abba έχουν εξισωθεί σε μεγάλο βαθμό με το Dancing Queen… αλλά πίσω από αυτά τα συγκροτήματα ανακαλύπτω ότι υπήρχαν μουσικοί με πνεύμα το οποίο όμως δεν είναι καθόλου ευραίως γνωστο σήμερα.

Αναρωτιέμαι πώς να νιώθουν οι μεγάλοι καλλιτέχνες οι οποίοι κάνουν το μπαμ, και το μπαμ συνεχίζει να μεγαλώνει, και μεγαλώνει τόσο που υπερκαλύπτει τους ίδιους. Και οι Abba και οι Daft Punk είναι πολύ διάσημοι σήμερα, αλλά πόσοι μουσικοί τους έχουν έχουν άραγε σε υψηλή εκτίμηση; Καταλήγουν να είναι τόσο υπερβολικά διάσημοι, που μένουν πιο πολύ σαν φιγούρες της ποπ κουλτούρας, παρά σαν καλλιτέχνες.

Ο Ran Prieur είχε πει κάποτε ότι όποιος καταλαβαίνει στ’ αλήθεια τι σημαίνει το να είσαι διάσημος δεν θέλει να γίνει ποτέ διάσημος. Κατά τύχη, μπορώ να σας πω ότι ξεκίνησα να διαβάζω το πρώτο βιβλίο του A Song of Ice and Fire, το A Game of Thrones, και διάβασα σήμερα κάπου ότι ο συγγραφέας του, ο George R.R. Martin, απλά έχει ξεπεράσει τη σειρά στο μυαλό του και θα ήθελε πολύ απλά να κάνει κάτι άλλο με τη ζωή του. Όμως είναι τόσο διάσημο το έργο του και τόσο μεγάλες οι απαιτήσεις του κοινού από τον ίδιο, που είναι εγκλωβισμένος.

Μπορεί βέβαια να κάνω και λάθος, και όλοι οι διάσημοι καλλιτέχνες να γελάνε μέσα στις βίλες τους και στις πισίνες τους γεμάτες σαμπάνια. Αμφιβάλλω βέβαια, γιατί η διασημότητα και τα χρήματα δεν είναι ακριβείς δείκτες ευτυχίας. Και τελικά, δεν είναι όλοι οι διάσημοι και πλούσιοι «το ίδιο» – παραμένουν άνθρωποι με ξεχωριστές προσωπικότητες, ανάγκες και φιλοδοξίες στη ζωή τους, ακριβώς όπως και οι φτωχοί. Σίγουρα κάποιοι θα είναι λιγότερο ικανοποιημένοι με τη ζωή τους απ’ ότι άλλοι, αλλά μας αρέσει να σκεφτόμαστε ότι οι πλούσιοι δεν είναι ευτυχισμένοι και ότι τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία. Αν το πείτε όμως αυτό σε κάποιον ανικανοποίητο φτωχό, δεν αποκλείεται να λάβετε και κάποια προσβεβλημένη ή πληγωμένη αντίδραση – θα είναι ακριβώς όπως το να πείτε σε κάποιον δυστυχισμένο φραγκάτο ότι τα λεφτά είναι το παν: γιατί τότε θα είναι σαν να τους λέτε στα μούτρα τους ότι κάτι κάνουν πολύ λάθος με τη ζωή τους.

Ο Steven Wilson κυκλοφορεί τον επόμενο μήνα τον καινούργιο του δίσκο, το To the Bone. Δεν ξέρω τι θα ήθελα περισσότερο: να γίνει η μεγάλη του επιτυχία και να συνεχίσει μια καριέρα πιο “progressive pop”, ή να είναι και αυτή η κυκλοφορία μια μικρή απογοήτευση που θα του επιτρέψει να συνεχίσει να πειραματίζεται. Ο ίδιος λέει ότι είναι καλλιτέχνης, όχι ψυχαγωγός, και γι’αυτό του αρέσει να παίζει με τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις των φανατικών θαυμαστών του.

Θα ήταν αστείο όμως μια μέρα να θυμούνται τον Steven για τα ποπάκια του και κανείς να μην ξέρει ότι έπαιζε για 25 χρόνια progressive.

ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΣΤΟ FACEBOOK

Θυμάμαι μερικές φορές όπου είχε γεμίσει το newsfeed μου από τραγούδια που είχαν μοιραστεί φίλοι μου. Ξεκίνησα αυτό το ποστ θέλοντας να δείξω πόσοι φίλοι μου μοιράζονται πολλά τραγούδια στο facebook, όμως κοιτάζοντας το δικό μου feed για να μετρήσω τα τραγούδια για να επιβεβαιώσω την άποψη μου πριν αρχίσω το γράψιμο μου έδειξε μόνο ένα τραγούδι μέσα σε πάνω από 50 posts, αριθμός μικρότερος από αυτόν που περίμενα. Ήθελα να το επισημάνω αυτό.

Παρ’ όλ’ αυτά, το γεγονός παραμένει. Γιατί ποστάρουμε μουσική στο facebook? Γιατί κάθε φορά που μου έχει κολλήσει έντονα στο μυαλό ένα τραγούδι θέλω να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με τον συγκεκριμένο τρόπο; Τι περιμένω ότι θα συμβεί;

Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι ότι απογοητεύομαι όταν δεν μαζεύω πολλά, ή κανένα, like. Δεν συνειδητοποιώ όμως ότι οι πιθανοί αποδέκτες τις πρόθεσης μου έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε πολλά άλλα άγνωστα για αυτούς κομμάτια που έχουν ποστάρει και άλλοι/ες εκτός από εμένα. Συχνά έχουν και οι ίδιοι μουσική να παίζει, και ποιες είναι οι πιθανότητες ο πιθανός αποδέκτης να σταματήσει τη δική του μουσική για να ακούσει τη δική μου;

Αν ένα facebook post δεν το κάνει κανείς like, υπήρξε ποτέ στ’ αλήθεια;

Για μένα, το αντίστροφο μπορεί να μου συμβεί όταν πολύ συγκεκριμένα άτομα μοιράζονται μουσική στον δικό τους τοίχο. Τότε την ακούω, γιατί εμπιστεύομαι το γούστο τους. Όμως λίγοι, ή κανείς, δεν φαίνεται να κάνουν το ίδιο με τη δική μου μουσική. Δεν σημαίνει αυτό βέβαια ότι δεν υπάρχουν άτομα που να εμπιστεύονται τις μουσικές μου επιλογές, τουλάχιστον όχι απαραίτητα. Μπορεί να μην εμφανίζεται στο feed τους για πολλούς λόγους, ή όντως μπορεί να ακούνε τη δική τους μουσική και -όσο κι αν θα μου άρεσε να το κάνουν- πώς μπορώ να περιμένω ότι θα σταματήσουν αυτό που τους αρέσει να ακούνε ήδη για να ακούσουν το άγνωστο, ή ακόμα μερικές φορές τον ψηφιακό θόρυβο στον οποίο συγκαταλλέγομαι κι εγώ για τους περισσότερους facebook friends μου;

Μπορώ εύκολα να μπω στη διάθεση «ωωω, γιατί σε κανέναν δεν αρέσουν αυτά που μου αρέσουν;», το οποίο εύκολα μπορεί να γίνει ελιτίστικο αν είμαι στην κατάλληλη διάθεση («τα γούστα μου είναι υπερβολικά ψαγμένα για τα κοινά αυτιά»). Δεν θα το κάνω όμως, γιατί βλέπω ότι αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μένα – ακόμα και τα προαναφερθέντα άτομα των οποίων οι επιλογές μπορούν να με κάνουν να παρατάω τη μουσική που ακούω για να δω τι καινούργιο έχουν βρει, τείνουν να υποφέρουν από την ίδια «αδικία» και μαζεύουν ελάχιστα χεράκια με τον αντίχειρα πάνω. Οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι το φαινόμενο είναι γενικευμένο.

Για να βρούμε την αιτία που συμβαίνει αυτό, δεν πρέπει να ερευνήσουμε μόνο γιατί κάποιος θα θέλει να ποστάρει τη μουστική, αλλά και την αιτία πίσω από το πάτημα του like.

Ένα-ένα όμως. Όταν μοιράζομαι ένα τραγούδι, θέλω να:

  • γίνει το γούστο μου αποδεκτό ή να εκτιμηθεί
  • προκαλέσει συναισθηματική αντίδραση σε κάποιον που ξέρει ήδη το τραγούδι – «μπορώ κι εγώ να προκαλώ συναισθήματα στους άλλους!»
  • «ψαρέψω» κάποιον για να διαδράσει μαζί μου προβάλλοντας μια συναισθηματική κατάσταση – αυτό σπάνια λειτουργεί: τώρα που το σκέφτομαι, έχω καιρό να το κάνω
  • να το μάθει κάποιος εξ αιτίας μου – μεγάλο καμάρι εκεί!

Άρα θέλω να φαίνομαι ή σαν να έχω κι εγώ συναισθήματα ή λίγο σαν αυτόν ο οποίος μαθαίνει στους άλλους πράγματα που δεν ξέρουν. Κάτι σε ξερόλας, αλλά στο πιο σοφό; Κάτι το οποίο θα είναι για το ψαγμενόσοφος ό,τι είναι το εξυπνάκιας για το έξυπνος. Αυτό. Θέλω να φαίνομαι ψαγμενόσοφος. Γιατί προφανώς πιστεύω ότι δεν είμαι αρκετά ψαγμενόσοφος.

Έπειτα, όταν κάνω like σε ένα τραγούδι, κάτι από αυτά μάλλον παίζει:

  • δεν έχω ακούσει το τραγούδι, αλλά μπορεί να θέλω να στηρίξω την κίνηση του ποσταρίσματος του (π.χ, μετά από μια βραδιά έξω με φίλους, ένας από αυτούς ποστάρει κάποιο από τα κομμάτια που μας απασχόλησαν αρκετά όσο ήμασταν μαζί και το ποστάρω σαν like σε όλη τη βραδιά και τον χρόνο που περάσαμε μαζί)
  • το τραγούδι μου αρέσει όντως, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω.
  • μόλις το άκουσα – μάλλον σπάνια περίπτωση. Εκεί ιδανικά φεύγει και σχόλιο.

Κρίνοντας όμως από τους περιορισμένους λόγους για τους οποίους θα έκανα like, δεν θα έπρεπε να με απασχολεί που όταν θέλω να μοιράζομαι μουσική δεν φαίνεται να έχει αντίκρισμα, γιατί οι λόγοι για τους οποίους τη μοιράζομαι δεν εφάπτονται στο γιατί εγώ συνήθως επιλέγω να ακούσω μουσική στο facebook. Όπως κι εγώ δεν θα πατήσω το “play”, για τους ίδιους λόγους δεν το πατάνε και οι φίλοι μου.

Όμως συνεχίζω να θέλω να μοιράζομαι μουσική, γιατί πιστεύω στις επιλογές μου – όπως όλοι μας άλλωστε! Αυτό το «όπως όλοι μας άλλωστε» το λέω χωρίς ποτέ να μην έχω ιδέα τι θέλει ο υπόλοιπος κόσμος, όταν θέλω να δικαιολόγησω κάτι που έκανα, κάνω ή θέλω να κάνω. Είναι αστείο, αλήθεια, πώς κάποιος τόσο μερικές φορές επιτηδευμένα ή αυθεντικά αντικομφορμιστής όσο εγώ, χρησιμοποιώ ως δικαιολογία το ότι το κάνουν όλοι! Μα αυτό θεωρητικά θα έπρεπε να είναι αιτία να μην θέλω να το κάνω – όντως, δεν ακούγεται το ίδιο το «το κάνουν όλοι!» με το «δεν ξέρω κανέναν που να το κάνει, ας είμαι ο πρώτος!»

Τέλος πάντων. Θέλω λοιπόν, όπως όλοι μας άλλωστε, να μοιράζομαι κι εγώ τη μουσική μου και να έχει αυτό ένα αντίκρισμα. Μια συναισθηματική αντίδραση. Μια ικανοποιητική επίδειξη ψαγμενοσοφίας. Γιατί μου αρέσει να μοιράζομαι αυτά που βρίσκω όμορφα, αδερφάκι μου.

Σύντομα θα προστεθούν και στο προσωπικό περιβόλι των ακουστοσκώληκων μου (name subject to change):

Τρέφοντας τη διαφημιστική μηχανή της Vevo ποστάροντας Στιβάκο… έγινε κι αυτό! Εκτός από το ότι πραγματικά δεν με νοιάζει αν ο Steven Wilson «ξεπουληθεί» γιατί 25 χρόνια τώρα νομίζω το χρέος του στην “underground” μουσική το έχει πληρώσει, αυτό το To The Bone φαίνεται ότι θα είναι ε-ξαι-ρε-τι-κό, και αν ο Steven πιστεύει ότι μια μεγαλύτερη δισκογραφική όπως η Universal και το παρακλάδι της η Caroline International θα τον βοηθήσει να γίνει πιο γνωστός, ας είναι. Θα έλεγα ότι ανυπομονώ να έρθει ο Αύγουστος, αλλά μπορώ να περιμένω και λίγο ακόμα. Delayed gratification; ικανοποίηση με χρονοκαθυστέρηση. Είναι σαν το φαί: καλύτερα να το αφήσεις λίγο εκεί να σιγοψήνεται στην δεύτερη σκάλα από τις εννιά του ματιού, παρά να το ρίξεις στον φούρνο μικροκυμάτων.

Πάρτε και λίγο Röyksopp, γιατί ακούω πολύ τελευταία. Δεν το παίξανε αυτό στη συναυλία, αλλά μου κόλλησε κάπου στην πορεία του προ- και μετα-συναυλιακού binge. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο ότι από τα τοπ custom ανεπίσημα βιντεοκλίπ είναι αυτό από το Baraka και ένα άλλο με σκηνές από το Ex Machina. Ταινιάρες και οι δύο.
Και το Junior είναι καταπληκτικός δίσκος γενικά.

JLMOP // WHAT I TALK ABOUT WHEN I TALK ABOUT RUNNING

What I Talk About When I Talk About Running

What I Talk About When I Talk About Running by Haruki Murakami
My rating: 4 of 5 stars

I’ve been running for several years now. The frequency of my outings has gone up and down, but I’ve tried to never let go of this habit, never abandon this one activity that saves me from couch potato-, or rather, desk tomato-dom.

Nevertheless, despite the running theme (pun unintended), it is not what kept me with this autobiographical work; Mr. Murakami inspired me with his diligence, with his single-minded dedication and his authentic and honest story. As usual, it’s his way of looking at the world, his zen-like point of view and his way of putting it into words – humble, romantic and unpretentious – more so than the content of his writing that tuck me along the most. The man could be writing about his days cleaning glasses and wiping bars in his 20s and I would still find it interesting and inspiring, I’m sure. He’s a true stoic.

The main take-away I got from this one has obviously less to do with running, and more to do with writing, which according to Murakami-san requires a similar skill set. “Talent, focus and endurance” is what, according to him, makes a novelist. As someone who wishes to write more in my life, I feel as if this man and his suchness has a lot to teach me about trusting myself, my goals and who I really am and allowing it to shine through…

“As I’ve gotten older, though, I’ve gradually come to the realization that this kind of pain and hurt [of being criticised] is a necessary part of life. If you think about it, it’s precisely because people are different from others that they’re able to create their own independent selves.

Take me as an example. It’s precisely my ability to detect some aspects of a scene that other people can’t, to feel differently than others and choose words that differ from theirs, that’s allowed me to write stories that are mine alone. And because of this we have the extraordinary situation in which quite a few people read what I’ve written.

So the fact that I’m me and no one else is one of my greatest assets. Emotional hurt is the price a person has to pay in order to be independent…”

What is this emotional hurt? Is it worth the price?

“I don’t think most people would like my personality. There might be a few–very few, I would imagine–who are impressed by it, but only rarely would anyone like it. Who in the world could possibly have warm feelings, or something like them, for a person who doesn’t compromise, who instead, whenever a problem crops up, locks himself away alone in a closet?

But is it ever possible for a professional writer to be liked by people? I have no idea. Maybe somewhere in the world it is. It’s hard to generalize. For me, at least, I’ve written novels over many years, I just can’t picture someone liking me on a personal level. Being disliked by someone, hated and despised, somehow seems more natural. Not that I’m relieved when that happens. Even I’m not happy when someone dislikes me.”

And here’s the solution – or one solution:

“Even when I ran my bar I followed the same policy. A lot of customers came to the bar. If one in ten enjoyed the place and said he’d come again, that was enough. If one out of ten was a repeat customer, then the business would survive. To put it another way, it didn’t matter if nine out of ten didn’t like my bar.

This realization lifted a weight off my shoulders. Still, I had to make sure that the one person who did like the place really liked it. In order to make sure he did, I had to make my philosophy and stance clear-cut, and patiently maintain that stance no matter what. This is what I learned through running a business.”

Thank you Mr. Murakami for motivating me to take the next step.

View all my reviews

JLMOP // Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΗ ΠΑΝΟΠΛΙΑ

Ο ιππότης με τη σκουριασμένη πανοπλία

Ο ιππότης με τη σκουριασμένη πανοπλία by Robert Fisher
My rating: 2 of 5 stars

Δεν μου άρεσε πραγματικά για περίπου τους ίδιους λόγους που δεν μου αρέσει ο Paolo Coelho. Ενώ είναι «παραμύθι για μικρούς και μεγάλους», ξεκάθαρα προορίζεται για ενήλικες: τα παιδιά δεν έχουν τα προβλήματα που έχει ο πρωταγωνιστής ιππότης, γιατί είναι στη φάση που τα κόμπλεξ τους είναι ακόμα στη φάση της γέννησης. Γι’ αυτό η παιδική απλοϊκότητα στην ιστορία γινόταν εκνευριστική – θα προτιμούσα αντί για αυτό το παραμύθι να είχα κάτι πιο δοκιμιακό με τα ίδια μηνύματα και να μην διάβαζα κάτι το οποίο ήταν σαν Disney με Alan Watts και, ξέρω ‘γώ, τον Μικρό Πρίγκιπα (για τον οποίο στα 5 χρόνια που έχουν περάσει από τότε που διάβασα το βιβλίο δεν έχει συμβεί κάτι για να αλλάξει την φλογερή αντιπάθεια που του τρέφω).

Μου άρεσε πάντως ο Μέρλιν. Αν μίλαγε μόνο ο Μέρλιν το βιβλίο θα ήταν σαφώς καλύτερο.

View all my reviews

JLMOP // ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328

Το νούμερο 31328

Το νούμερο 31328 by Ilias Venezis
My rating: 3 of 5 stars

Πρωτοδιάβασα για αυτό το βιβλίο από το Αϊβαλί του Soloúp, το οποίο και μου κίνησε την περιέργεια με την απόδοση σε κόμικς μερικών από τις σκηνές του.

Είναι μια ωμή αποτύπωση μιας περιόδου ακριβώς μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και πριν την ανταλλαγή πληθυσμών, ενός μίσους που κανείς μας δεν μπορεί καν να φανταστεί στις μέρες του «ανθρωπισμού» στις οποίες ζούμε ότι είναι δυνατό. Οι περιγραφές του Βενέζη θα μπορούσαν να ανήκουν σε κάποια ταινία ή σειρά με ακραία βία και δημιουργικό πορνό βασανισμού, όπως είναι το Game of Thrones ή άλλα πιο ακραία που εγώ δεν ξέρω, όμως αυτά τα πράγματα συνέβησαν, και συνέβησαν σε χιλιάδες, εκατομμύρια κόσμο. Πάντα το έλεγα ότι το Game of Thrones μου αρέσει γιατί, κατά κάποιον τρόπο, μου φέρνει μπρος μου την ιστορία της ανθρωπότητας.

Πόσοι Βενέζηδες όμως ήταν αγράμματοι ή δεν έγιναν συγγραφείς και οι εμπειρίες τους δεν έγιναν ποτέ «το νούμερο 24290» ή πολύ απλά πέθαναν κάπου στην πορεία και δεν επέζησαν ώστε να μας πουν την ιστορία τους; Ίσως καλύτερα έτσι: πόσων ανθρώπων, εποχών και γενεών τον πόνο μπορούμε να αντέξουμε σε μια ζωή;

Βάζω στο «νούμερο 31328» 3 αστεράκια όχι γιατί δεν με ενδιαφέρει προφανώς το θέμα ή επειδή πιστεύω ότι δεν είναι σημαντικό βιβλίο, απλά η γλώσσα του ειδικά, η οποία ήταν γεμάτη μικρασιάτικες, άγνωστες για μένα λέξεις, το μετέτρεψε στα μάτια μου σε κάτι λίγο πιο μακρινό από εμένα απ’ ότι θα ήθελα – από μαρτυρία σε ιστορία κι απο ιστορία στο αποστασιοποιημένο της πρωτογενούς πηγής.

Και, ίσως απλώς προτιμώ -γούστα είναι αυτά- τα βιβλία που πατάνε σε πρωτογενείς πηγές και τις αναπτύσουν – π.χ. στο Αϊβαλί έβαλα 5 αστεράκια, γιατί πιστεύω ότι μιλάει πιο άμεσα στον σημερινό αναγνώστη και λέει περισσότερα απ’ ό,τι ο Βενέζης από μόνος του.

Τι θα σκέφτοταν άραγε αν κάποιος του έλεγε ότι το 2017 κάποιος θα διάβαζε το βιβλίο του δανεισμένο από τη βιβλιοθήκη της Νέας Σμύρνης; Θα χαιρόταν άραγε; Θα το πίστευε; Θα του έδινε ενέργεια και πίστη; Ή πολύ απλά όταν «τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής» εστί, λίγα μπορούν να γίνουν;

View all my reviews

JLMOP // HOMO DEUS: A BRIEF HISTORY OF TOMORROW

Homo Deus: A Brief History of Tomorrow

Homo Deus: A Brief History of Tomorrow by Yuval Noah Harari
My rating: 5 of 5 stars

The book’s conclusion:

‘The world is changing faster than ever before, and we are flooded by impossible amounts of data, of ideas, of promises and of threats. Humans relinquish authority to the free market, to crowd wisdom and to external algorithms partly because they cannot deal with the deluge of data. In the past, censorship worked by blocking the flow of information. In the twenty-first century, censorship works by flooding people with irrelevant information. People just don’t know what to pay attention to, and they often spend their time investigating and debating side issues. In ancient times having power meant having access to data. Today having power means knowing what to ignore. So considering everything that is happening in our chaotic world, what should we focus on?

If we think in terms of months, we had probably better focus on immediate problems such as the turmoil in the Middle East, the refugee crisis in Europe and the slowing of the Chinese economy. If we think in terms of decades, then global warming, growing inequality and the disruption of the job market loom large. Yet if we take the really grand view of life, all other problems and developments are overshadowed by three interlinked processes:

1. Science is converging in an all-encompassing dogma, which says that organisms are algorithms and life is data processing.
2. Intelligence is decoupling from consciousness.
3. Non-conscious but highly intelligent algorithms may soon know us better than we know ourselves.

These three processes raise three key questions, which I hope will stick in your mind long after you have finished this book:

1. Are organisms really just algorithms, and is life really just data processing?
2. What’s more valuable – intelligence or consciousness?
3. What will happen to society, politics and daily life when non-conscious but highly intelligent algorithms know us better than we know ourselves?

I read the book Homo Deus is the sequel of, Sapiens, in audiobook form last year. It kept me eloquent, rational company in my first months in the Greek Army, an organisation that likes to think it possesses those qualities in abundance, but is frightfully misguided. I liked Sapiens a lot, but I think my inability to take notes diminished my enjoyment and what I truly got from it in the end. So I decided to properly read the sequel by holding it in my hands and taking notes as I went through it.

Even though I like underlining my books, I have to admit that I rarely go back to actually reading the parts that stood out for me. However, that is precisely what I did now, just before writing this review. I thought it would help me write a more accurate representation of how I feel about it, but the only feeling I’m noticing at the moment is my powerlessness to convey the sheer sense of awe Mr. Harari has impressed on me. Hm, perhaps that description is pretty accurate in the end!

Mr. Harari has brought together consciousness science, religion, informatics, ethics and more, to write a revealing, interconnected history of all these fields and paint a convincing picture of what could be the true challenges humanity will face in the 21st century. All the while, his writing is incredibly lucid, easy to understand and follow, and extremely quotable.

I was actually tempted, as I have done for some of my other reviews in the past, to fill this one with whole passages on amazing, perspective-shifting facts about the world today and leave it that, but it was just too difficult to choose and make it seem as coherent as Mr. Harari has woven his book together to be.

This is obviously a very intelligent man, but what I found most interesting about his writing is that, despite his extremely rational way of thinking, he wasn’t afraid to write about spirituality, consciousness and religion.

Even if I don’t agree with some of his conclusions or fundamentals, such as the inexistence of an immaterial component of consciousness, or a soul, I can appreciate how he writes rationally about the topic within the given materialist paradigm without ever turning into a dogmatic academic – he even admits, on the book’s acknowledgements, that he would have never had the clarity of mind to write this book without having practiced Vipassana meditation for more than fifteen years.

Even if I also disagree with him about our chances of having the raw resources or the social cohesion in the future to meaningfully reach for the revolutions that will give us human godhood, I can only say that this is an open-minded, clear-headed, spiritual intellectual, and Gods know we need more of his type. Also, he raises some of the strongest points against animal cruelty I have yet to see, which counts for a whole lot as far as I’m concerned.

This is a book for the reader who’s thirsty for meaning and ready for contemporary intelligent insights into our chaotic world; insights that convincingly connect history with the present to create predictions and guidelines for life in the 21st century.

Reading this right after The Last Hours of Ancient Sunlight just feels so right.

View all my reviews