Η υποκρισία των σαρκοφάγων

factory_farm_art
Κλικ για περισσότερες ωραίες εικόνες

 

Στην απόσυρση από την αγορά 50.000 τόνων «βοδινού» κρέατος υπό το φόβο ότι μπορεί να περιέχει κρέας αλόγου προχώρησαν οι αρχές της Ολλανδίας, όπως μεταδίδει το δίκτυο BBC. Η απόσυρση του κρέατος έγινε με εντολή της Αρχής Ασφαλείας Καταναλωτικών Αγαθών και Τροφίμων της Ολλανδίας, λόγω αδυναμίας να εντοπιστεί η ακριβής προέλευση του κρέατος. Προμηθευτές της συγκεκριμένης ποσότητας κρέατος είναι δύο ολλανδικές εταιρείες εμπορίας κρεάτων. Τουλάχιστον 130 επιχειρήσεις στην Ολλανδία και 370 σε ολόκληρη την Ευρώπη θα επηρεαστούν από την απόσυρση. Η απόσυρση του κρέατος έγινε με εντολή της Αρχής Ασφαλείας Καταναλωτικών Αγαθών και Τροφίμων της Ολλανδίας, λόγω αδυναμίας να εντοπιστεί η ακριβής προέλευση του κρέατος. Προμηθευτές της συγκεκριμένης ποσότητας κρέατος είναι δύο ολλανδικές εταιρείες εμπορίας κρεάτων. Τουλάχιστον 130 επιχειρήσεις στην Ολλανδία και 370 σε ολόκληρη την Ευρώπη θα επηρεαστούν από την απόσυρση.
Πηγή: TVXS

50.000 τόνοι. Ένα αεροπλανοφόρο κρέατος· 50.000.000 κιλά. Αν κάθε αγελάδα είναι 500 κιλά (ενδεικτικό νούμερο, δεν έχω ιδέα αν είναι ακριβές), τότε 100.000 ζώα γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, βασανίστηκαν, κατανάλωσαν νερό και τροφή, έχεσαν τόνους κοπριάς και τελικά έχασαν τη ζωή τους, και όλα αυτά χωρίς κανέναν λόγο γιατί υποψιάζεται ότι μέρος της ποσότητας κρέατος (φανταστείτε να μιλάγαμε για τους εβραίους του ολοκαυτώματος με όρους τόνων κρέατος — απλά μια σκέψη) μπορεί και να μην είναι από γνωστά εκτροφεία αλόγων.

Δεν είναι κιόλας ο λόγος της απόσυρσης ότι η ποσότητα κρέατος μπορεί να περιέχει κρέας εξωγήινου, να είναι μολυσμένη με σαλμονέλα ή έστω μέρος της να αποτελείται από κουράδες. Όχι: τροφή η οποία θα μπορούσε να θρέψει στην κυριολεξία εκατομμύριους ανθρώπους πετιέται επειδή μπορεί να περιέχει ένα άλλο είδος κρέατος το οποίο ούτως ή άλλως είναι βρώσιμο και τρώγεται σε πολλές χώρες.

Σύμφωνα με την ειδησεογραφία, βέβαια, το θέμα είναι ότι οι συνθήκες μεγαλωμάτος και σφαγής αυτών των ζώων είναι άγνωστες και ότι δεν είναι επικυρωμένα και τυποποιημένα. Αλλά από πότε ενδιαφέρεται πραγματικά η κοινή γνώμη για την ποιότητα και την προέλευση του κρέατος που καταναλώνει; Πιστεύω ότι η επιτυχία των σουβλατζίδικων, των χοτ-ντογκάδικων, των McDonalds και των βιομηχανικών αγροκτημάτων/εκτροφείων ανα την υφήλιο αποδεικνύει πόσο λίγο μας ενδιαφέρει τι είναι αυτό που σκίζουμε με τους ατροφικούς μας κυνόδοντες που περήφανα επιδεικνύουμε σαν τη σαρκοφαγική μας γεννετική κληρονομιά.

Ορίστε η τυποποίηση, πάρτε την, όλη δική σας:

Να ξέρετε πάντως πως τα ζώα της γιαγιάς σας στο κτήμα μάλλον δεν θα την περνάγανε την τυποποίηση και την επικύρωση.

Review: Ένας κόσμος ανάποδα

Ένας κόσμος ανάποδαΈνας κόσμος ανάποδα by Eduardo Galeano

My rating: 5 of 5 stars

Η ανάπτυξη

Μια γέφυρα δίχως ποτάμι.
Ψηλές προσόψεις κτιρίων δίχως τίποτε από πίσω.
Ο κηπουρός ποτίζει το πλαστικό γρασίδι.
Κυλιόμενες σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά.
Ο αυτοκινητόδρομς που μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τόπους, που εξαιτίας του έχουν καταστραφεί.
Η οθόνη της τηλέορασης δείχνει μια τηλεοπτική συσκεύη που περιέχει μιαν άλλη τηλεοπτική συσκευή μέσα στην οποία υπάρχει μια τηλεοπτική συσκευή.

Ο ήλιος δύει στα τέλη του αιώνα

Είναι δηλητηριασμένο το χώμα που θα μας σκεπάσει ή θα μας εξορίσει.
Δεν υπάρχει πια αέρας, παρα μόνο δυσαρέσκεια.
Δεν υπάρχει πια βροχή, παρα μόνο όξινη βροχή.
Δεν υπάρχουν πια πάρκα, παρα μόνο parkings (εκτός από το πάρκο στη Ναυαρίνου).
Δεν υπάρχουν πια κοινωνίες, παρα μόνο ανώνυμες εταιρίες.
Εταιρίες στη θέση των εθνών.
Καταναλωτές στη θέση των πολιτών.
Πολεοδομικές περιοχές αντί για πόλεις.
Δεν υπάρχουν άνθρωποι, παρα μόνο κοινό.
Δεν υπάρχει πραγματικότητα, παρα μόνο διαφήμιση.
Δεν υπάρχουν οράματα, παρα μόνο τηλεοράσεις.
Όταν θαυμάζουμε ένα λουλούδι συνήθως λέμε: «Τι ωραίο, είναι σαν πλαστικό».


Χάρτης της υδρογείου

         Η γραμμή του ισημερινού δεν περνάει από τη μέση του χάρτη της υδρογείου που μας μάθαιναν στο σχολείο. Περισσότερο από μισό αιώνα πριν, ο Γερμανός εξερευνητής Άρνο Πέτερς παραδέχτηκε αυτό που όλοι έβλεπαν αλλά κανείς δεν έλεγε: ο βασιλιάς της γεωγραφίας ήταν γυμνός.
         Ο χάρτης της υδρογείου που μας δίδασκαν έδειχνε να είναι τα δύο τρίτα του κόσμου στο Βορρά και το ένα τρίτο στο Νότο. Στο χάρτη εκείνο, η Ευρώπη είναι μεγαλύτερη από τη Λατινική Αμερική, παρότι στην πραγματικότητα η Λατινική Αμερική έχει τη διπλάσια επιφάνεια από την Ευρώπη. Η Ινδία φαίνεται πιο μικρή από τη Σκανδιναβία, παρότι είναι τρεις φορές μεγαλύτερη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς καταλαμβάνουν στο χάρτη περισσότερο χώρο από την Αφρική, ενώ στην πραγματικότητα μόλις και μετά βίας φτάνουν τα δύο τρίτα της αφρικανικής ηπείρου.
         Ο χάρτης ψεύδεται. Η παραδοσιακή γεωγραφία κλέβει το χώρο, όπως η ιμπεριαλιστική οικονομία κλέβει τον πλούτο, όπως η επίσημη ιστορία κλέβει τη μνήμη και η τυπική κουλτούρα κλέβει το λόγο.

Ο εν λόγω χάρτης του Peters, με τις εκτάσεις χωρών και ηπείρων ακριβείς.

Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, δεν μπορούσα να σταματήσω να σημειώνω και να υπογραμμίζω. Κάθε δεύτερη αράδα είναι γεμάτη νόημα, συνδέσεις, αποκαλύψεις και θίξεις για το τι πραγματικά είναι ανάποδο στον κόσμο. Η ματιά του Ουρουγουανού συγγραφέα ξεκινάει από τη Λατινική Αμερική του 1998 και εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, όταν τα πράγματα δεν φαινόντουσαν τόσο σκούρα όσο σήμερα κι ο κόσμος ακόμα ζούσε τη μετασοσιαλιστική μέθη. Σήμερα, θα μπορούσαμε κάλλιστα να αντικαταστήσουμε μερικά ονόματα μέσα στο κείμενο και αυτόματα οι ιστορίες του χρέους, του μίσους, της ληστείας και της αποχαύνωσης να μιλάνε για την Ελλάδα του 2013. Τίποτα δεν έχει αλλάξει στα χρόνια που μεσολάβησαν· μάλιστα, όσα θίγει ο Γκαλεάνο έχουν απλά ενταθεί και παγκοσμιοποιηθεί περισσότερο, οι αδικίες έχουν χτυπήσει νέες αποχρώσεις του κόκκινου κι αυτό κάνει το βιβλίο τόσο πιο επίκαιρο. Είναι πολύ πετυχημένο νομίζω ότι το βιβλίο τελειώνει με τις γραμμές: Ο συγγραφέας σταμάτησε το γράψιμο αυτού του βιβλίου τον Αύγουστο του 1998. Αν θέλετε να μάθετε τη συνέχεια να ακούτε, να βλέπετε και να διαβάζετε καθημερινά τις ειδήσεις.

Δεν είναι εύκολη ανάγνωση: κάθε κεφάλαιο είναι κι ένα χαστούκι, κάθε στοιχείο (το οποίο δυστυχώς δεν έρχεται με πηγές) άλλο ένα χτύπημα. Θα έλεγα ότι είναι μια εισαγωγή για την κατάσταση του σύγχρονου κόσμου, ένα εγχειρίδιο για την κοινωνική, περιβαλλοντική και πολιτιστική ανισορροπία παντού. Ο γλαφυρός τρόπος που γράφει ο Γκαλεάνο το κάνει ακόμα πιο πολύτιμο, τα μηνύματα που περνάει χτυπάνε πιο γερά.

Το τελευταίο κεφάλαιο τουλάχιστον είναι αισιόδοξο και λίγο ονειροπόλο. Προτιμώ να κρατήσω αυτό παρά να χαθώ στα υπόλοιπα απαισιόδοξα και φριχτά κεφάλαια, όσο καλά κι αν είναι για υπογράμμιση. Διαβάστε το εδώ. Επίσης online μπορείτε να βρείτε και άλλα αποσπάσματα του βιβλίου εδώ.


View all my reviews

On Taste: μάλλον σκόρπιες σκέψεις σχετικά με τα τα γούστα στο φαί και τη μουσική

Προχτες φάγαμε παρέα με τη Μαρία και τον Κίρα. Ο Κίρα έφτιαξε το κυρίως (κοτόπουλο με γλυκιά σάλτσα και ρύζι με σάλτσα σόγιας, αμύγδαλα και σόγιας — όχι όσο καλό όσο το υπέροχο ατύχημα που είχε κάνει στη Μυτιλήνη αλλά σε κάθε περίπτωση καλο), η Μαρία το γλυκό (ένα cheesecake με πολλή κρέμα και τραγανό μπισκότο) κι εγώ τη σαλάτα (σπανάκι με λιαστή τομάτα και το λάδι της, μπαλσάμικο, κολοκυθόσπορο, καρύδι και κάποια άλλα μυρωδικά). Περάσαμε πολύ καλά, φάγαμε και ήπιαμε σαν βασιλιάδες αγαπημένοι φίλοι and all was well. Το κρίμα της βραδιάς ήταν ότι εγώ ήμουν (και σήμερα είμαι) άρρωστος, με μύξες, μπουκωμένη μύτη, βήχα (ο οποίος αφού όλα τα άλλα συμπτώματα φύγουν, μένει για μερικές εβδομάδες για να με εκνευρίζει), τα γνωστά. Λόγω αυτού οι αίσθησεις της γεύσης και της όσφρησης μου ήταν πολύ ασθενέστερες. Είχα την φαεινή ιδέα τότε να συγκρίνω το πώς ενιώθα με το πώς πιστεύω ότι θα ένιωθα αν θαυμάζα έναν πίνακα ζωγραφικής έχοντας μυωπία, με το σκεπτικό ότι θα μπορούσα να ξεχωρίσω τις βασικές φιγούρες και τα χρώματα (αντίστοιχα τις βασικές γεύσεις) αλλά όχι τις λεπτομέρειες — το άβολο της στιγμής ήταν όταν η μαμά της Μαρίας, ζωγράφος, η οποία ήταν εκεί όταν έκανα τη συγκεκριμένη αναφορά, μου είπε ότι έχει ένα σοβαρό πρόβλημα όρασης το οποίο βέβαια της άλλαξε την όλη αντίληψη περι ζωγραφικής και της έδωσε κίνητρο και θέρμη. Μαγκιά της.

Έγραψα αυτή την εισαγωγή γιατί πιστεύω περιγράφει την πρωταρχική πηγή έμπνευσης των παρακάτω:

Χτες όταν ξύπνησα, όπως ήμουν ξαπλωμένος στο κρεββάτι, σκέφτηκα, για κάποιον όπως σύνήθως μυστήριο λόγο, πως πολλοί άνθρωποι αναφέρουν, αν κάποιος τους ζητήσει να σκεφτούν τα χόμπυ τους ή τα ενδιαφέροντα τους, το ότι τους αρέσει να ακούνε μουσική. Αυτό είναι παράξενο. Υπάρχει άνθρωπος που να μην του αρέσει να ακούει μουσική; Μπορεί να μην έχει ένα ενεργό ενδιαφέρον ώστε να γνωρίζει πράγματα για τους καλλιτέχνες που του αρέσουν, τη δισκογραφία τους, την ιστορία των τραγουδιών κτλ, αλλά όλοι θα ακούσουν κάτι στο ραδιόφωνο, θα χορέψουν έναν χορό, θα δουν ένα βίντεο στο Youtube. Εκεί μου ήρθε η σύνδεση: είναι όπως το φαγητό.

Φανταστείτε το εξής: έχετε έναν φίλο που τρώει μόνο θαλασσινά. Οποιοδήποτε άλλο είδος φαγητού πιστεύει ότι είναι υποδεέστερο. Το κρέας είναι ξεπερασμένο και οι vegetarians πολύ σνομπ. Λέει πως οι πίτσες και τα σουβλάκια είναι μόνο για τη μάζα κι εκείνος κάθε μέρα χλαπακιάζει καλαμαράκια, μύδια, κουτσομούρες, στρείδια, χταπόδια, μπακαλιάρους, γαρίδες, αστακούς, γαλέους και άλλα ζωάκια του βυθού. Αλλά τίποτα άλλο, διότι τίποτα άλλο δεν είναι αρκετά καλό.

Σε όλους αρέσει να τρώνε — για την ακρίβεια, όχι μόνο μας αρέσει, το χρειαζόμαστε για την επιβίωση μας (αν και ακόμα και γι’αυτό, αυτό στο οποίο θα συμφωνούσαμε όλοι, υπάρχει αμφισβήτηση!!! Τι να πει και να πιστέψει κανείς πια;) Αντίστοιχα, πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι άνθρωποι, θα συμφωνήσουν πως ζωή χωρίς μουσική θα ήταν πολύ πιο φτωχή· Ohne Musik wäre das Leben ein Irrtum” — “Without music, life would be a mistake” είχε πει ο Νίτσε, με ένα κωλοδάχτυλο παρατεταμένο για τους κουφούς ανα τον κόσμο. Είναι μια ανάγκη του ανθρώπου που, αν και μπορεί να μην είναι τόσο πρωταρχική ώστε η έλλειψη της να είναι αρκετή για να τον σκοτώσει, είναι μάλλον απαραίτητη για την ψυχική του υγεία και  γερά συνυφασμένη με τη διασκέδαση και αυτό που θα λέγαμε πολιτισμό. Η μουσική χρειάζεται και φέρεται να είναι στενά συνδεδεμένη με αυτό που μας κάνει ανθρώπους, πράγμα το οποίο φαίνεται από το γεγονός ότι κάθε κουλτούρα του κόσμου είχε και έχει αναπτύξει τη δικιά της μουσική παράδοση, ήδη με αρχή τις παλιότερες φυλές κυνηγών-τροφοσυλλεκτών.

Σε όλους λοιπόν αρέσει η μουσική όπως και σε όλους αρέσει το φαγητό. Συνεπώς, το να αναφέρεις απλά πως σου αρέσει να ακούς μουσική στα ενδιαφέροντα σου είναι λίγο σαν να λες πως στα χόμπυ σου περιλαμβάνεται το φαΐ· πώς στον ελεύθερο σου χρόνο ντερλικώνεις. Eίναι σαν σε σάιτς όπως το facebook να βάζεις “eating” στα interests σου. Για να το πάμε πιο ακραία ακόμα, η συστηματική εισπνοή και εκπνοή θα μπορούσαν επίσης να συγκαταλέγονται στις αγαπημένες σου ασχολίες(το Ne μου κραυγάζει πως κάποιος θα μπορούσε για χόμπυ του να έχει την αναπνοή, σε περίπτωση που του αρέσει να διαλογίζεται ή να κάνει γιόγκα).

Δεν είναι φυσικά ανήκουστο ή περίεργο να έχεις για ενδιαφέρον κάτι σχετικό με φαγητό. Να μαγειρεύεις, να δοκιμάζεις νέες γεύσεις, να πηγαίνεις σε εστιατόρια, να ασχολείσαι με την υγιεινή διατροφή, να καλλιεργείς τα δικά σου λαχανικά ή να εκτρέφεις τα δικά σου ζώα. Όπως αντίστοιχα δεν είναι ανήκουστο για χόμπυ σου να έχεις κάτι που σχετίζεται με τη μουσική πιο εστιασμένα: παίξιμο, παραγωγή, κριτική, σύνθεση, επεξεργασία, συλλογή κ.α. Το να ξέρεις τι σου αρέσει, τι όχι, και γιατί, είτε στη μουσική είτε στο φαγητό, είναι επίσης πιο συνειδητοποιημένο. Μπορεί να μη φτάνει τα όρια του χόμπυ, όμως έχει το δικό του χαρακτήρα και τη δική του συνείδηση.

Το να πεις απλά όμως πως σου αρέσει να ακούς μουσική στον ελεύθερο σου χρόνο, χωρίς άλλη διευκρίνιση, είναι σαν να λες ότι σου αρέσει να τρως χωρίς να λες τι. Απλά τα πάντα; Σου αρέσει να ακούς τα πάντα και να τρως ό,τι υπάρχει; Θα σου άρεσε αν σου έφτιαχνα το κουνουπίδι με κάρυ μου (μάλλον θα σου άρεσε και απλά δεν το ξέρεις ακόμα); Σου αρέσει η περουβιανή παραδοσιακή μουσική; Σου αρέσει ο πατσάς; Η όπερα; Οι μπάμιες; Θα άκουγες Scott Walker;;

Πριν πολλά χρόνια, ένας φίλος με τον οποία πια έχουμε χαθεί, ο Σταύρος, μου είχε πει ότι πίστευε πως στους άνθρωπους που λένε πως «ακούνε τα πάντα» δεν τους αρέσει πραγματικά η μουσική. Εκείνος, ως κιθαρίστας και φαν της progressive metal (στο μήκος κύματος των Dream Theater) και των anime & game themes, σίγουρα θα ένιωθε πως ανήκει σε αυτούς που τους αρέσει πραγματικά η μουσική. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανείς που να μην του αρέσει η μουσική, ίσως απλώς να μην την έχει εκτιμήσει όσο θα μπορούσε, όπως κάποιος ο οποίος τρώει μόνο για να ζήσει, χωρίς να απολαμβάνει τις γευστικές απολαύσεις. Τι θα έλεγε όμως για κάποιον ο οποίος θα γουστάρε συνειδητά Χατζηγιάννη; Για κάποιον ο οποίος θα άκουγε κλαρίνα των πανηγυριών της Ηπείρου; Για έναν άλλον ο οποίος θα ήταν εκλεκτικός θαυμαστής του δωδεκαφθογγισμού; Για κάποιον που ακούει μόνο ροκ; Για κάποιον που πηγαίνει μόνο σε ρέιβ πάρτι; Σε έναν που γράφει ρίμες στα διαλείμματα;

Κάποτε ανήκα κι εγώ στην κατηγορία εκείνων που «άκουγαν τα πάντα», περίπου μέχρι τα 16 μου. Ήταν η περίοδος που εξερευνούσα τους μουσικούς μου ορίζοντες και οι βάσεις για το γούστο μου στη μουσική θεμελιώνονταν. Ήταν περίπου την ίδια περίοδο που άρχισαν να μου αρέσουν τα λαχανικά και τα όσπρια μετά από μια ζωή σχέσης μίσους μαζί τους. Κάποια χρόνια πριν από αυτή τη φάση, η μουσική πολύ απλά δεν με ενδιέφερε —πολύ μικρός, με ενοχλούσε ακόμα και το να ακούω άλλους να τραγουδάνε! ω, τι εκνευριστικά αντικοινωνικός!— και ανακαλύπτω πια ότι δεν ήμουν ο μόνος· για πολλούς ισχύει αυτή η καθυστερημένη ανακάλυψη της αρχαίας αυτής τέχνης. Μπορεί να έχει να κάνει με την ωριμάνση. Αυτό που έχω παρατηρήσει πιο συγκεκριμένα είναι πως εκείνοι οι οποίοι ανέπτυξαν ένα γούστο στη μουσική το οποίο ακολουθεί το ρεύμα, το mainstream, ξεκινάνε να ακούνε μουσική νωρίτερα από εκείνους οι οποίοι έχουν γούστα που είναι πιο εξεζητημένα. Ήδη βλέπεις παιδιά 10 χρονών να έχουν αγαπημένους αστέρες της ποπ. Εγώ δεν είχα κανέναν και τότε ένιωθα περίεργος· το ότι η μουσική μαζικής παραγωγής δεν μου έλεγε τίποτα απολύτως ήταν σίγουρα ένας λόγος ανησυχίας για το παιδικό μου μυαλό.

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως όλοι έχουν κάποια κριτήρια στη μουσική και στο φαγητό, είτε συνειδητοποιημένα είτε όχι. Για μένα η ιστορία ενός φαγητού, πώς φτιάχτηκε, με τι υλικά, από ποιον, γιατί, πού, και άλλα, έχει σχεδόν την ίδια σημασία με τη γεύση του και το τι είναι. Ένα εξαιρετικό πιάτο φτιαγμένο από ένα αγαπημένο μου πρόσωπο ή/και με πολλή φροντίδα και αγάπη θα είναι πολύ πιο σημαντικό για μένα από οποιαδήποτε σπεσιαλιτέ φάω σε κάποιο ακριβό εστιατόριο ή σε κάποια απόμερη μεριά του κόσμου, ακόμα κι αν τρελαίνομαι για εξωτικές απολαύσεις. Μπορώ να διακρίνω ότι μου αρέσουν συγκεκριμένα στοιχεία για να καταλήξω στη νοστιμιά (η μεστή υφή, η έντονη γεύση –έχω αρχίσει να γίνομαι και φίλος των πικάντικων εκεί που δεν τα άντεχα!–, η δημιουργική ίσως και αναπάντεχη χρήση υλικών και σχετικοί συνδυασμοί).

Θα αποφύγω το φαγητό το οποίο έχει περάσει στάδια τα οποία μου σφίγγουν το στομάχι ή με τα οποία διαφωνώ ιδεολογικά — το κρέας και οι μεγάλες αλυσίδες γρήγορου φαγητού προσθέτουν πολλούς τέτοιους παράγοντες μαζικής κατανάλωσης, απίστευτης σπατάλης από άποψη ενέργειας και ζωών, απροσωπίας, χαμηλής διατροφικής αξίας, τεχνητής ωραίας γεύσης και πολλών άλλων δεινών. Θέλω κάτι να έχει την κανονική του γεύση, να είναι ειλικρινές, να μην έχει κάποια τεχνητή, άσχετη γεύση κοτσαρισμένη μέσα του με κάποιο μακρομόριο που είναι εκεί απλά για να εξομοιώσει τον παράγοντα yummers, σαν ένα φανταχτερό περιτύλιγμα το οποίο έχει μέσα άνθρακα. Ποιος ξέρει τι γεύση θα είχαν οτιδήποτε πωλείται στα περίπτερα ή στα MacDonald’s ή και πολλές άλλες σαβούρες που τρώμε, αν τους έλειπαν τα τεχνητά αρώματα και οι προσθήκες; Πιστεύω ότι θα μας έφερναν τάση για εμετό.

Κάπως έτσι βλέπω και τη μουσική. Αποφεύγω οτιδήποτε είναι εμπορικό με την έννοια ότι φτιάχτηε απλά σαν προιόν μαζικής κατανάλωσης, όχι γιατί είναι κακής ποιότητας (στις περισσότερες περιπτώσεις βέβαια είναι) αλλά επειδή εκφράζει κάτι το οποίο με αηδιάζει· μια προσέγγιση στη μουσική που υπάρχει για να εκμεταλλευτεί εμπορικά με γνώμονα τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή τις ψυχικά νεκρωμένες μάζες, προσφέροντας prolefeed. Από την άλλη, δεν υπάρχει λάθος γούστο στη μουσική, όπως δεν υπάρχει λάθος γούστο στο φαί. Μπορεί για κάποιους συγκεκριμένους λόγους που έχουν να κάνουν με τα βιώματα σου, τη προσωπικότητα σου, τις ιστορικές και πολιτισμικο-οικογενειακές συγκυρίες να σου αρέσουν τα φασολάκια, τα σουβλάκια, το χαβιάρι, το τυρί ή το sushi και να μην σου αρέσουν οι ακρίδες και τα άλογα — όπως για συγκεκριμένους λόγους σου αρέσει η κλασική μουσική, ο ΚΙSS FM, η reggae ή τα chiptunes και δεν σου αρέσουν οι Porcupine Tree και οι ΑΒΒΑ– αλλά, βάλ’το στο κεφάλι σου καλά: δεν είσαι μόνο εσύ που ξέρεις να ακούς μουσική ή να τρως, και όλοι οι άλλοι που περιμένουν να δουν το φως που εσύ, ω τυχερέ/ή, είδες. Το ίδιο πιστεύουν και οι άλλοι της «άλλης μεριάς» για σένα. Ευτυχώς δεν τσακώνονται τόσοι πολλοί άνθρωποι για τα γούστα στο φαγητό. Ευτυχώς. Εκτός απ’το τσοκομπέικον και τα φασολάκια με γιαούρτι. Εκεί μπορεί να γίνει του Γαλατικού Χωριού εύκολα.

Τα στοιχεία που με κάνουν να μου αρέσει ένα είδος μουσικής αντί ενός άλλου δεν τα έχω εντοπίσει όπως έχω καταλάβει τι είναι αυτό που προτιμώ στο φαί αλλά πιστεύω, με βάση όλα τα παραπάνω, ότι πηγάζουν από το ίδιο μέρος.

Η αλήθεια είναι πως γράφοντας αυτό το ποστ δεν έχω βρει τις απαραίτητες συνδέσεις για να φτάσω σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Λυπάμαι αν σας έκανα να διαβάσετε όλα τα παραπάνω και έχετε φτάσει να είστε τόσο μπερδεμένοι όσο εγώ. Σας προσκαλώ να το σκεφτούμε λίγο περισσότερο μαζί.

Μέσα στις άκρες σχετικό: Περι γούστου και ομορφιάς

Εμπορική μουσική φτιαγμένη από πολυεθνικές (φαστ και τζανκ φουντ),  εγχώρια προιόντα μαζικής κατανάλωσης, βλ. λαϊκά-σκυλοπόπ (σουβλάκια), τραγούδια που μας κολλάνε (εθισμός για μια περίοδο με ένα είδος τροφής), μουσική για εκλεκτικούς που συνήθως είναι εισαγώμενη (έθνικ εστιατόρια), ωραίες βραδιές όπου όλοι μαζί τραγούδανε και παίζουν μαζί (φιλικά μαγειρέματα με αγάπη), κάτι στο χέρι (Top 40 — μόνο επιτυχίες!), κουραμπιέδες-μελομακάρονα-γέμιση (κάλαντα), σπιτικό φαί της μαμάς (οι δίσκοι που έβαζε και τους θυμάσαι από όταν ήσουν μικρός ή μικρή).

 

Το συντριβάνι σοκολάτας

Κάποτε ήταν ένα πάρτυ. Σε αυτό το πάρτυ ήταν Καλεσμένοι όλοι οι άνθρωποι τού κόσμου. Καλεσμένοι από ποιον και γιατί, δεν το ήξεραν: ήξεραν μόνο ότι η ζωή τους ήταν αυτό το πάρτυ. Δεν είχαν δει πότε τίποτα άλλο στη ζωή τους παρα μόνο αυτό, όλοι είχαν μεγαλώσει και πεθάνει εκεί. Μόνο κάποιοι πολύ λίγοι είχαν βαρεθεί και είχαν περάσει την πόρτα και είχαν εξαφανιστεί για πάντα. Κανείς όμως δεν τους είχε δώσει περισσότερη σημασία, και αν είχαν λείψει σε κανέναν, σύντομα ξεχνιόταν οτιδήποτε τους θύμιζε.

Βλέπετε, αυτό το τόσο καταπληκτικό σε αυτό το πάρτυ ήταν ένα πανύψηλο συντριβάνι σοκολάτας στο βάθος της τεράστιας αίθουσας στην οποία λάμβανε χώρα. Η σοκολάτα, ζεστή και πιχτή, όχι υπερβολικά γλυκιά αλλά ούτε και πικρή, ανάβλυζε αιώνια από την κορυφή ως τη πισίνα κάτω χαμηλά. Ήταν πραγματικά τόσο λαχταριστή που μόλις τη γευόσουν τίποτα άλλο δεν είχε σημασία, ακόμα και οι συνάνθρωποι που σε άφησαν πίσω. Σε αυτή τη σοκολάτα οι άνθρωποι βουτούσαν λαχταριστά μπισκότα, φράουλες, μήλα, μπανάνες, μερικοί πιο ιδιαίτεροι βούταγαν ακόμα και μπέικον. Όλα αυτά τα βρίσκανε στην κουζίνα του χώρου που γινόταν το πάρτυ. Ποτέ κανείς δεν είχε δει ούτε μηλιά, ούτε μπανανιά, ούτε και γουρούνι. Όμως όλα βρίσκονταν εκεί, στα ντουλάπια της κουζίνας. Δεν χρειαζόταν παρα να κλείσεις το ντουλάπι και να το ξανανοίξεις και ωπ! ήταν γεμάτο με φρεσκαδούρα, έτοιμη να βουτηχτεί για άλλη μια φορά στη σοκολάτα.

Το συντριβάνι αυτό πάντως είχε μια ιδιαιτερότητα, κάτι το οποίο πήρε πολλά χρόνια να ανακαλυφθεί. Συνδεόταν υπογείως με την τουαλέτα του πάρτυ: πρακτικά, ό,τι καταναλωνόταν από τη σοκολάτα συμπληρωνόταν από τα σκατά των Καλεσμένων. Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό κανενός –ή αν είχε πέρασει, θα ήταν από το μυαλό αυτών των παράξενων που είχαν φύγει– από πού εμφανιζόταν τέλος πάντων αυτή η σοκολάτα και δεν είχε τελειώσει αιώνες πριν. Μια μέρα ένας Καλεσμένος που είχε αλεργία στα σποράκια από τις φράουλες δεν τις χώνεψε και αντίθετα τις έχεσε μαζί με τα υπόλοιπα. Λίγο μετά από τύχη τις πρόσεξε να επιπλέουν μέσα στην πισίνα. Έκανε τη σύνδεση και με δυσπιστία το είπε στους άλλους. Οι άλλοι, αν και στην αρχή σιχάθηκαν την ιδέα, η γεύση της σοκολάτας, πλούσια αλλά και λεπτή, ζεστή αλλά όχι αραιή, ήταν τόσο μεθυστική που τους έκανε να συγχωρήσουν τα πάντα. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η αμβροσία ήταν κάποτε σκατά. Στο κάτω-κάτω, δεν είχε σημασία όσο είχαν σοκολάτα.

Τα χρόνια κυλούσαν και οι άνθρωποι συνέχιζαν να απολαμβάνουν το συντριβάνι και τα καλά που τους προσέφερε χωρίς μυαλό για οτιδήποτε άλλο. Ως που κάποτε όλα άλλαξαν.

Ένας περίεργος Καλεσμένος, κάτι πραγματικά σπάνιο στην κοινωνία του πάρτυ, ήθελε να μάθει πώς λειτουργούσε το συντριβάνι, πώς μετέτρεπε τα σκατά σε σοκολάτα. Πλατσούρισε στην τεράστια σοκολατοπισίνα και έφτασε μέχρι τη βάση του συντριβανιού, όπου εκεί βρήκε έναν διακόπτη που κανείς άλλος δεν είχε προσέξει ποτέ. Toν γύρισε και άνοιξε μια καταπακτή μπροστά από το συντριβάνι. Όλο το πάρτυ μπήκε μέσα στον χώρο που άνοιξε από την καταπακτή και βρήκε μια αποθήκη πολλές φορές το μέγεθος του κτιρίου στο οποίο στεγαζόταν το πάρτυ και το συντριβάνι. Για την ακρίβεια, ήταν ένα υπόγειο το οποίο θα μπορούσε να χωρέσει μερικές δεκάδες πολυκατοικίες, αλλά ο χώρος στη μέση ήταν κενός. Αντίθετα, κατα μήκος των τοίχων του υπογείου σε πολλούς ορόφους με ελικοειδής σκάλες που διασταυρώνονταν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα πολύπλοκο δίκτυ, ήταν τοποθετημένες σοκολάτες. Χιλιάδες σοκολάτες. Εκατομμύρια. Κουβερτούρες, γάλακτος, βαλρόνα, με κομματάκια φρούτων, υγείας, αρρώστιας («είναι άρρωστη φίλε!»), με 99% κακάο, λευκές, μαύρες, κόκκινες, πορτοκαλί, φούξια, με δημητριακά, σκέτες, μικρές, μεσαίες, μεγάλες,  πελώριες — ορισμένες είχαν μέγεθος αυτοκινήτου τουλάχιστον– και πολλά άλλα είδη τα οποία το λεξιλόγιο μας δεν επαρκεί για να περιγράψει, καθώς δημιουργήθηκαν σε παράλληλα σύμπαντα με το δικό μας.

Οι Καλεσμένοι του πάρτυ δεν κατάλαβαν αμέσως, βέβαια, πως ήταν σοκολάτα αυτό που μόλις είχαν βρει στο υπόγειο αφού μόνο σε υγρή μορφή την είχαν δει στη ζωή τους. Δεν τους πήρε όμως και πολύ για να συνειδητοποιήσουν τι ήταν ο θησαυρός που είχαν βρει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το συντριβάνι σοκολάτας ήταν αυτό που τους κράταγε στο πάρτυ· γιατί να πάνε οπουδήποτε αλλού; Όμως είχαν ανακαλύψει πως η σοκολάτα ήταν δυνατό να υπάρχει και σε στέρεη, φορητή και εργονομική μορφή — εκτός φυσικά από τα πελώρια κομμάτια σε μέγεθος αυτοκινήτου, τα οποία πρακτικά άρχισαν να τα εξορύχουν.

Ήταν το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας. Υπήρχε υπερπλεόνασμα σοκολάτας και μάλιστα σε χιλιάδες διαφορετικές γεύσεις, αρκετές για να μην βαρεθεί ποτέ και ο μεγαλύτερος σοκολατοφάν. Τα ζώα που ζούσαν στην περιοχή γύρω από το κτίριο του πάρτυ μυρίστηκαν την κατάσταση· γρήγορα αρκούδες και λύκοι έγιναν όσο λιχούδηδες όσο και οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι δεν άργησαν να τα κάνουν οικόσιτα, χρησιμοποιόντας τις αρκούδες όπως θα χρησιμοποιούσαμε άλογα εμείς και τους λύκους για δοκιμαστές: από την υπερβολική σοκολάτα είχαν όλοι τυφλωθεί, δημιουργώντας σε συνάρτηση με την ήδη οξυμένη αίσθηση της γεύσης και όσφρησης τους ένα είδος τέλεια προσαρμοσμένο για να γεύεται σοκολάτα. Γενιά με τη γενιά, τα μάτια των λύκων μίκραιναν, οι μουσούδες και οι μύτες μεγάλωναν. Η συνέχεια της εξέλιξης του είδους ήταν αρκετά φρικιαστική ώστε να μην πρέπει ειδικότερης αναφοράς εδώ. Σε κάθε περίπτωση, το νέο είδος τυφλών λύκων έγινε ανάρπαστο καθώς νέες συνταγές σοκολάτας, νέα μείγματα και ποικιλίες έκαναν την εμφάνιση τους σχεδόν αμέσως, και η σοκολατική γευσιγνωσία εξελίχθηκε στη μόνη δραστηριότητα των Καλεσμένων την οποία εμείς οι άνθρωποι αυτού του κόσμου θα αναγνωρίζαμε ως τέχνη. Οι αρκούδες αντίστοιχα ήταν πολύ εύκολο να εξημερωθούν. Καβάλα στη πλάτη τους και μόνο, οι Καλεσμένοι κατάφεραν να ανακαλύψουν περιοχές γύρω από το πάρτυ και να βρουν πολύτιμα υλικά για να κατασκευάσουν πιο εξελιγμένες κατσαρόλες, μεθόδους για πιο αποτελεσματική εξόρυξη της σοκολάτας. Μάλιστα, ανακάλυψαν και άλλου είδους ασχολίες για το πάρτυ — οι αρκουδομαχίες έδιναν κι έπερναν (οι οποίες ήταν ακίνδυνες καθώς οι αρκούδες έχαναν όλα τους τα δόντια από την τερηδόνα), όπως τα τραγούδια μελοποιημένων καθημερινών ιστοριών με επίκεντρο… ναι, τη σοκολάτα.

Το πιο εντυπωσιακό πάντως ήταν πώς τα τόσο μεγάλα αποθέματα σοκολάτας προκάλεσαν μια θεαματική άνοδο του πληθυσμού των Καλεσμένων. Χωρίς να περιορίζονται πλέον από ένα κλειστό σύστημα περιορισμένης παροχής σοκολάτας και μπορώντας να φάνε αλλά και να ταΐσουν πρακτικά αμέτρητους, οι γεννήσεις δεκαπλασιάστηκαν. Σε λίγα μόνο χρόνια, δεν υπήρχε αρκετός χώρος για όλους, αλλά κανείς δεν ήξερε να χτίζει, ούτε ήξερε τι σημαίνει σπίτι, οπότε αναγκαστικά στριμώχνονταν στο κτίριο. Ανάλογο στριμωξίδι έπεφτε βέβαια στην τουαλέτα, όπου δεν υπήρχε στιγμή που να μην ήταν γεμάτη.

Για την ακρίβεια, τα σκατά έγιναν πολύ μεγάλο πρόβλημα πολύ γρήγορα. Όχι μόνο οι Καλεσμένοι είχαν να διαχειριστούν τις πολλαπλάσιες ποσότητες από φρέσκα σκατά όλων των ανθρώπων που δεν ζούσαν πριν μερικά χρόνια, έπρεπε να κάνουν κάτι και με τα σκατά των αρκούδων και των λύκων, οι οποίοι έχεζαν αδιακρίτως, όντας πλάσματα χωρίς τρόπους και πολιτισμό. Οι τουαλέτες δούλευαν σε υπερωρία· μάλιστα είχαν φτιάξει και οι Καλεσμένοι κάποιες αυτοσχέδιες τουαλέτες στον χώρο του πάρτυ με παραβάν για να μπορούν να χέζουν μακριά από τους υπόλοιπους όσοι δεν μπορούσαν να κρατηθούν και έπρεπε οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα. Αυτά τα αυτοσχέδια αποχωρητήρια αρχικά αδειάζονταν στην τουαλέτα όταν όλοι κοιμούνταν και κανείς δεν τη χρησιμοποιούσε, όμως από ένα σημείο και μετά άρχισαν να πετάγονται στο συντριβάνι μαζί και με τα μαζεμένα σκατά των λύκων και των αρκούδων. Το συντριβάνι θα τα έκανε σοκολάτα άλλωστε, αργά ή γρήγορα. Ήταν ο κύκλος της ζωής.

Η αλήθεια ήταν ότι οι Καλεσμένοι είχαν ξεχάσει το συντριβάνι. Από τότε που ανακάλυψαν την αποθήκη, το άφηναν όλο και περισσότερο στη μοίρα του. Έχυναν τα σκατά μέσα του απλά για να τα ξεφορτωθούν και μόλις και μετα βίας τώρα άγγιζαν τη σοκολάτα, αφού δεν ήξεραν τι άλλο θα είχε ανακατεμένο μέσα. Μάλλον, ήξεραν πολύ καλά. Εκτός από την καθαρά συμβολική πια παραδοσιακή τελετή στην οποία όσοι μπορούσαν να σκαρφαλώσουν τα 10 μέτρα του συντριβανιού, να λουστούν και να πιουν από την κορυφή του (όπως θα έπινε κανείς νερό και θα λουζόταν από ένα λάστιχο), θεωρούνταν πια ενήλικοι, το συντριβάνι δεν είχε σημασία πια στη ζωή των Καλεσμένων. Παρ’ όλ’ αυτά συνέχιζε κάθε μέρα να αναβλύζει σοκολάτα ακούραστα.

Τα χρόνια πέρναγαν. Τα αποθέματα υπόγειας σοκολάτας δεν εξαντλούνταν, αλλά οι Καλεσμένοι έπρεπε να πήγαινουν όλο και πιο βαθιά για να βρίσκουν καλά κομμάτια. Μερικοί ήδη μπορούσαν να δουν ότι κάποια στιγμή τα αποθέματα θα τέλειωναν αλλά οι προειδοποίησεις τους δεν άγγιζαν τους ύπολοιπους: «εγώ βλέπω πολύ σοκολάτα εκεί κάτω φίλε! Αφού δεν θα τελειώσει για εμάς και για τα παιδιά μας, τι σε νοιάζει;» Οι σκεπτικοί σήκωναν τους ώμους και μπουκώνονταν ένα κομμάτι από τη μπάρα με γέμιση ρούμι τους. Ίσως και να είχαν δίκιο οι άλλοι.

Και τα χρόνια πέρναγαν…

Η Τραγανή πάντα ονειρευόταν αυτή τη στιγμή. Από όταν ήταν μικρό κορίτσι της έλεγαν οι μεγάλοι ότι μόνο όταν θα μπορούσε να πιει σοκολάτα από την κορυφή του συντριβανιού θα μπορούσε να έχει τις δικές της, τις ολοδικές της συνταγές και φυσικά τον δικό της λύκο. Θα μπορούσε να πάει μαζί με τους άντρες και τις αρκούδες για να ανακαλύψει καινούργια σοκολάτα — λέγανε ότι είχε βρεθεί ένα άλλο πάρτυ με ένα άλλο υπόγειο πέρα από τη λίμνη (γεμάτη με αυτό το περίεργο νερό που δεν είχε καν γεύση!), αλλά κανείς δεν ήξερε στα σίγουρα γιατί κανείς ποτέ δεν είχε γυρίσει πίσω. Οι πιο υπερβολικοί και αυτοί που αγαπούσαν τις ιστορίες έλεγαν ότι το άλλο παρτυ το είχαν οργανώσει και ξεκινήσει αυτοί οι οποίοι είχαν φύγει πριν πολλά χρόνια, τότε ακόμα που οι παππούδες έπιναν από το συντριβάνι. Αναρωτιόταν πάντα λοιπόν η Τραγανή, πως ήταν δυνατόν κανείς να ξέρει ότι υπήρχε το άλλο πάρτυ αφού δεν γύριζε κανείς; Καλύτερα: γιατί δεν γύριζε κανείς; Μήπως το άλλο πάρτυ είχε πιο νόστιμη σοκολάτα; Μήπως είχαν βρει άλλες γεύσεις εκεί, λύκους με καλύτερη μύτη; Μήπως επειδή δεν θα είχε τόσο κόσμο εκεί οι τουαλέτες θα λειτουργούσαν οργανωμένα και καθαρά; Άλλες φορές την έπιαναν οι φόβοι της: μήπως η λίμνη ήταν στοιχειωμένη; Αλήθεια, δεν θα της φαινόταν καθόλου περίεργο, όσο ανατριχιαστικό κι αν ήταν, αν αυτή η εξήγηση ήταν η αλήθεια· εκείνη, μια φορά, ποτέ δεν είχε εμπιστευτεί αυτό το «νερό».

‘Ολες αυτές οι σκέψεις την είχαν κάνει να σκαρφαλώσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και τώρα βρισκόταν στην κορυφή. Είχε βοηθήσει και το λικέρ σοκολάτας το οποίο είχε πιει λίγο πριν τολμήσει να ανέβει· κανείς δεν περίμενε ότι θα κατάφερνε αφού ήταν με διαφορά η μικρότερη που είχε δοκιμάσει ποτέ να σκαρφαλώσει. Η στιγμή όμως είχε φτάσει. Ήταν έτοιμη να βάλει το στόμα της πάνω από την κορυφή για να πιει κι επιτέλους να μπορέσει να ικανοποιήσει τα όνειρα της, κουρασμένη αλλά δικαιωμένη, ένα με τον κόσμο. Τρέμετε, άλλα πάρτυ, γιατί σας έρχομαι!

Άρχισε να πίνει σοκολάτα. Η οικογένεια και οι φίλοι της, οι οποίοι την έβλεπαν από μακριά, άρχισαν να χειροκροτούν και να φωνάζουν το όνομα της ρυθμικά. Τσιρίδες, χαμός, κακό. Ξαφνικά, άρχισε να νιώθει την σοκολάτα λιγότερο λεπτή, πολύ πιο παχύρρευστη, να την μπουκώνει. Της γρατζούναγε τον λαιμό και την έπνιγε. Δεν μπορούσε να καταπιεί αρκετά γρήγορα. Πίνοντας δεν είχε πάρει ανάσα και έτσι δεν μπορούσε να γευτεί τίποτα. Κατάπιε και πήρε ανάσα απ’τη μύτη. Αυτό που γεύτηκε δεν ήταν σοκολάτα. Όλη της τη ζωή είχε δοκιμάσει χιλιάδες διαφορετικά είδη σοκολάτας αλλά αυτό… Όχι, δεν μπορεί να ήταν… Πανικοβλήθηκε. Έχασε την ισορροπία της αφού πάλεψε στην κορυφή για 2-3 δευτερόλεπτα και έπεσε τα δέκα μέτρα του συντριβανιού στην πισίνα, λερώνοντας όλους όσους παρακολουθούσαν. Αφού ξεπέρασε το σοκ της πτώσης άρχισε να κάνει εμετό μέσα στην πισίνα, ταυτόχρονα κλαίγοντας.

Όλοι είχαν σωπάσει. Είχαν κατάλαβαν από το πρώτο δευτερόλεπτο τι είχε συμβεί.

Οι πρώτης κινήσεις ήταν σπασμωδικές και τρομοκρατημένες. Πολλοί έφυγαν τρέχοντας από το πάρτυ σε κατάσταση σοκ. Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν σε όσους ήταν στις τουαλέτες και τους απαγόρευαν να πάνε, απειλώντας τους. Άλλοι μάζεψαν το κουράγιο τους και βούτηξαν στην πισίνα, φτάνωντας μέχρι το συντριβάνι για να δουν αν μπορούσαν να καταλάβουν τι είχε πάει στράβα. Οι περισσότεροι όμως πήγαν μέχρι το υπόγειο και μάζεψαν όσες περισσότερες σοκολάτες μπορούσαν να κρατήσουν. Για λίγο, όλοι κοίταζαν τον εαυτό τους και τις δικές τους προοπτικές· το συντριβάνι, όσο παραμελημένο κι αν ήταν, δεν σταματούσε να είναι ένα σύμβολο, και όταν το συντριβάνι σοκολάτας αντί για σοκολάτα ξέρναγε σκατά, τα πράγματα σίγουρα ήταν το λιγότερο πολύ σοβαρά.

Εκείνη τη βραδιά δεν είχε τραγούδια και αρκουδομαχίες· είχε όμως πολύ λικέρ σοκολάτας, που εκείνον τον καιρό πινόταν πολύ. Συζητήθηκε το περιστατικό της ημέρας όμως οι λύσεις, παρα την κρισιμότητα της κατάστασης και την ανησυχία των Καλεσμένων, δεν ήταν τόσο αποφασιστικες, αφού υπήρχαν διαφωνίες:

«Δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να συνδέει τη δυσλειτουργία του συντριβανιού με τα επιπλέον σκατά. Θα μπορούσε να είναι καθαρή σύμπτωση ή κάποια ανωμαλία του υπεδάφους!», έλεγαν αυτοί που ήταν υπεύθυνοι για την εξόρυξη και έτσι κράταγαν μεγαλύτερο μερίδιο. «Το περιστατικό είναι μεμονωμένο. Αν δεν είναι, θα χρειαστεί πολυετή μελέτη και παρατήρηση για να μπορούμε να διαπιστώσουμε αν όντως το συντριβάνι έχει πρόβλημα. Μόνο τότε θα είναι απαραίτητο να λάβουμε μέτρα», έλεγαν εκείνοι που είχαν τσιμπήσει τις περισσότερες σοκολάτες μες τον πανικό. «Πρέπει να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τις τουαλέτες! Μπορούμε να χέζουμε και στο δάσος ή και στη λίμνη! — αλλά μετά το συντριβάνι δεν θα έχει σοκολάτα», έλεγαν οι αναποφάσιστοι καλοθελητές. «Πρέπει να ξεφορτωθούμε τους λύκους και τις αρκούδες», έλεγαν αυτοί που πίστευαν ότι τα σκατά των ζώων ήταν το μόνο πρόβλημα. «Αλλά πώς; Αγαπάμε τους λύκους και τις αρκούδες!», έλεγαν εκείνοι που είχαν πολλές αρκούδες και λύκους. «Μπορούμε να αναπληρώνουμε τη διαφορά σκατού-σοκολάτας με μέρος απ’όσα βγάζουμε από το υπόγειο», σκέφτονταν κάποιοι οι οποίοι προσπαθούσαν να δώσουν λύση αλλά με τελείως λάθος τρόπο.

Κανείς δεν τόλμησε να προτείνει, αν το είχε καν σκεφτεί, να σταμάταγαν να εξορύχουν σοκολάτα από το υπόγειο για να επιστρέψει το συντριβάνι σε αυτό που ήταν κάποτε. Αυτό θα σήμαινε ότι πολλοί θα έπρεπε να πεινάσουν, να φύγουν, να πεθάνουν ή τέλος πάντων, μαζί με τη σοκολάτα να φάνε και σκατά. Ποιος θα μπορούσε ποτέ να τολμήσει να προτείνει κάτι τέτοιο;

Οι συζητήσεις τράβηξαν μέχρι το πρωί, αλλά νόημα δεν βγήκε. Η απόφαση μετατέθηκε.

Ξανά και ξανά.

Από ένα σημείο και μετά μερικοί άρχισαν να λένε πως το συντριβάνι δεν ανάβλυζε μόνο σκατά αλλά και σοκολάτα. Δεν ήταν δυνατόν να βγαίνουν μόνο σκατά. Ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε κανείς να ξέρει αφού άλλωστε είχαν το ίδιο χρώμα. Οι συνειδήσεις καθησυχάστηκαν. Οι πιο συντηρητικές προτάσεις ήταν αυτές που ακολουθήθηκαν χωρίς κανείς να το αποφασίσει συνειδητά. Μέρα με τη μέρα το αρχικό σοκ πέρασε (βοήθησαν παρα πολύ και τα φρεσκοανεβασμένα σοκολατένια τούβλα γεμάτα κρέμα σαμπάνιας και παντεσπάνι) αφού οι Καλεσμένοι είδαν ότι δεν έχασαν πολλά πράγματα χάνοντας το συντριβάνι. Ο πληθυσμός του πάρτυ συνέχιζε να αυξάνεται, οι Καλεσμένοι δεν είχαν φτιάξει άλλες τουαλέτες, οι εξορύξεις έφερναν ολοένα  και μεγαλύτερα κομμάτια πάνω και κανείς δεν είχε αποχωριστεί τις αρκούδες ή τους λύκους του.

Αντίθετα, στο μεταξύ είχαν εξημερώσει και κοράκια, τα οποία είχαν γίνει το πρώτο είδος τρόφης εκτός της σοκολάτας και των βουτημάτων: τα αιχμαλώτιζαν και τα τάιζαν κομματάκια σοκολάτας, τρούφες, μπράουνις και νουαζέτες, αργά και βασανιστικά (η σοκολάτα είναι δηλητήριο για τα πουλιά) για μερικούς μήνες, μέχρι το μεγαλύτερο μέρος του κορακιού να είχε γεύση σοκολάτας, όπως θα μεγάλωνε κανείς ένα ισπανικό γουρούνι με βελανίδια, και τελικά αφού το πτηνό υπέκυπτε στις κακουχίες το ξεπουπούλιαζαν και το έψηναν σε βραστό κακάο και μετά το διατηρούσαν μέσα σε μεγάλα κομμάτια λιωμένη κουβερτούρα την οποία μετά πάγωναν στο κρύο (τα κοράκια ήταν χειμωνιάτικη σπεσιαλιτέ). Πήραν την ιδέα ότι τα ζώα θα μπορούσαν να αποτελέσουν τροφή παρακολουθώντας τη φύση. Όλοι είχαν ενθουσιαστεί με αυτόν τον καινούργιο διατροφικό συνδυασμό.

Δεν το πρόσεξαν αμέσως όταν μια μέρα επικράτησε μια εκκωφαντική σιωπή μέσα στον χώρο του πάρτυ, ενώ όλα κυλούσαν κατα τα φαινόμενα φυσιολογικά. Ήταν και ότι από τη μέρα που άρχισε να αναβλύζει σκατά το συντριβάνι, οι μύγες οι οποίες είχαν ριμάξει τα σαπισμένα και μουχλιασμένα αλλά διαρκώς αναπληρούμενα μπισκότα και φρούτα της κουζίνας είχαν μετατεθεί και στον κεντρικό χώρο, κάνοντας έναν ήχο θαρρείς και ζούσες στο μεγαλύτερο μελίσσι του κόσμου. Οι Καλεσμένοι ήταν ζωντανή απόδειξη, αν μη τι άλλο, ότι τα πάντα μπορούσε να συνηθίσει κανείς (εκτός από τη σοκολάτα!)Έπρεπε να πέσει η ξέφρενη βαβούρα, το αποτέλεσμα της καθημερινής υπερβολικής πια κατανάλωσης λικέρ σοκολάτας, για να προσέξουν κάτω από το βουητό των σμηνών από σκατόμυγες ότι ένας ήχος έλειπε. Το συντριβάνι δεν λειτουργούσε πια. Είχε σταματήσει. Οι αντιδράσεις και πάλι ανήσυχες αλλά όχι όσο πανικοβλημένες όσο την πρώτη φορά, «τη σκαπουλάραμε την προηγούμενη φορά, θα τα καταφέρουμε κι αυτή». Όλα ήταν μέρος της κανονικότητας όσο υπήρχε φρέσκια πραλίνα με κομματάκια αλμυρού μπισκότου.

Δεν είχαν περάσει λίγες μέρες που το συντριβάνι γέμιζε σκατά χωρίς να επιστρέφει τίποτα, όταν όλα κατέρρευσαν. Ο εσωτερικός μηχανισμός του συντριβανιού που μετέτρεπε σκατά σε σοκολάτα, ένα πραγματικό μαύρο κουτί για τους Καλεσμένους, είχε μπουκώσει και απορρυθμιστεί για τα καλά. Η πίεση των υπερσυσωρρευμένων κοπράνων που δεν είχαν καμία δίεξοδο από τα υδραυλικά σοκολαταυλικά του ήταν υπερβολικά μεγάλη. Για κακή τύχη των Kαλεσμένων,τίποτα δεν ξεφεύγει από τους νόμους της φυσικής. Με έναν θόρυβο τόσο δυνατό που, όπως τη γεύση των σκατών, ποτέ δεν είχαν αισθανθεί οι Καλεσμένοι στον μικρό τους κόσμο, το συντριβάνι ανατινάχτηκε. Σκατά πιτσιλίστηκαν στο ταβάνι, στους τοίχους, σε όλους τους Καλεσμένους, βάφοντας τα πάντα ένα ζωηρό σκατουλί. Θραύσματα από το συντριβάνι σκότωσαν μερικούς. Ένας πίδακας σκατών υπήρχε τώρα εκεί που μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα ήταν αυτό που κάποτε ήταν κυριολεκτικά η ψυχή του πάρτυ.

Η πισίνα του συντριβανιού ξεχείλισε και άρχισε να πλημμυρίζει τον χώρο με σκατά. Αφού η καταπακτή ήταν ακριβώς μπροστά στη πισίνα, το υπόγειο ήταν το πρώτο που δέχτηκε το τσουνάμι υγρής αηδίας. Όσοι Καλεσμένοι έτρεξαν πρώτοι αυτή τη φορά στο υπόγειο για να πάρουν αποθέματα έπρεπε να κατέβουν πολύ χαμηλά για να φτάσουν στα τελευταία επίπεδα, έχοντας μάλιστα έναν καταρράκτη από κακά να κάνει ελεύθερη πτώση τα εκατοντάδες μέτρα βάθους του υπογείου για να τους μαγεύει γνωστές και άγνωστες αισθήσεις. Μόλις έφτασαν κάτω, βρήκαν πως ο χώρος είχε ήδη πλημμυρίσει με μια βαθιά πιχτή καφετιά λίμνη που είχε ήδη καλύψει τους τελευταίους εναπομείναντες θησαυρούς τους. Βλέποντας τη ζωή τους να χάνεται, κάποιοι στην απελπισία τους, περισσότεροι απ’όσους θα περιμέναμε στον δικό μας κόσμο που καμία σχέση δεν έχει με αυτές τις ιστορίες σκατίλας, βούτηξαν σε αυτό τον παχύρρευστο βάλτο. Εκείνο το υπόγειο ήταν ο υγρός (;) τους τάφος· σαν κινούμενη άμμος του τράβηξε μέχρι το βυθό όπου είχαν τις τελευταίες τους ευτυχισμένες στιγμές. Ευτυχισμένες, γιατί λένε πως λίγο πριν κανείς πεθάνει από πνιγμό, όταν δηλαδή τελικά δεν αντέξει και πάρει ανακλαστικά ανάσα, όταν εισπνεύσει για την τελευταία θανάσιμη φορά και το υγρό (σε αυτή την περίπτωση φυσικά το σκατό) εισχωρήσει στην αναπνευστική οδό και τη γεμίσει, όταν τελικά ο μελλοθάνατος αρχίσει να βυθίζεται σαν πέτρα μέχρι τον πάτο, νιώθει μια περίεργη γαλήνη, μια ηρεμία και αποδοχή της κατάστασης οι οποίες συχνά οδηγούν σε μεταθανάτιες εμπερίες. Ισως να ήταν ακόμα πιο ευτυχισμένες οι στιγμές των δεκάδων Καλεσμένων που πέθαναν έτσι, αν μπορούσαν να δουν μέσα από το αδιαφανές τους φέρετρο τις τάβλες λευκής σοκολάτας με κράνμπερις που τους περίμεναν στον πυθμένα.

Μέσα σε λίγα λεπτά ολόκληρο το δάπεδο του χώρου του πάρτυ ήταν καλυμμένο και ο πίδακας δεν σταμάταγε τη ροή του. Όπως-όπως οι άνθρωποι εγκατέλειψαν το πάρτυ και έτρεξαν μακριά, προς τη λίμνη. Ανοίγοντας την πόρτα, τα σκατά τους ακολούθυσαν και άρχισαν να πλημμυρίζουν και τον έξω χώρο. Οι αρκούδες κατάφεραν να σωθούν, όμως τα κοράκια στα κλουβιά τους δεν μπορούσαν να ξεφύγουν· ίσως αυτός ο θάνατος να ήταν τελικά καλύτερος από τον άλλο που θα τα περίμενε. Οι λύκοι, ζαλισμένοι από τον υπερερεθισμό της μοναδικής πλέον αίσθησης τους, πνίγηκαν κι αυτοί. Παράλληλα, οι Καλεσμένοι, τρέχοντας να ξεφύγουν σε κατάσταση ντελίριου, λερωμένοι από τα σκατά που εδώ που τα λέμε ήταν απαράλλακτα με την αιώνια κρούστα σοκολάτας που κάλυπτε το δέρμα τους, έφτασαν μέχρι τη λίμνη και βούτηξαν.

Παραδομένοι σε έναν συλλογικό πανικό ο οποιός μέσα στο νερό μεταμορφώθηκε σε γαλήνη, κανείς τους δεν θυμόταν αργότερα πόση ώρα είχαν μείνει μέσα στη λίμνη κάτω από τον απογευματινό ήλιο χωρίς να μιλάνε, αποσβολωμένοι. Ένιωθαν σαν να είχαν ξαναγεννηθεί αιφνίδια.  Όλοι κοιτάζονταν λες και βλεπόντουσαν για πρώτη φορά, με καθαρά πρόσωπα, χωρίς λεκέδες από πασαλειμμένη σοκολάτα.

Η Τραγανή είχε ξαπλώσει και στέγνωνε στην όχθή. Αργά, επαναλαμβανόμενα και σχεδόν ηδονικά ένωνε και χώριζε τα δάχτυλα της με τον αντίχειρα της. Χαμογελούσε όπως ποτέ δεν είχε χαμογελάσει.

Τα δάχτυλα της για πρώτη φορά στη ζωή της δεν κόλλαγαν.

283 μέρες χωρίς σαμπουάν

UPDATE 21/12/’15: Αυτό το ποστίο μου απ’ το 2012,  σύμφωνα με τα στατιστικά του Cubimension, φαίνεται να είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα μου· πολύς κόσμος ενδιαφέρεται για την απεξάρτηση από τα σαμπουάν, κάτι που είναι πολυ θετικό. Πάνω από τρία χρόνια μετά, συνεχίζω να μην βάζω σαπούνι ή σαμπουάν στα προς το παρόν αρκετά μακριά μαλλιά μου παρα μόνο 2, το πολύ 3 φορές τον μήνα, και πλέον έχω καιρό να χρησιμοποιήσω σόδα και ξίδι. Γενικά έχω προσέξει ότι όσο λούζομαι το λιγότερο μια φορά τις δυο μέρες μόνο με νερό, τα μαλλιά μου δεν λαδώνουν σχεδόν καθόλου.

Το σαπούνι που ανέφερα ότι χρησιμοποιώ 2-3 φορές τον μήνα είναι το σαπούνι για λιπαρά μαλλιά της Natural Collection με δενδρολίβανο, δαφνέλαιο, λάδι καρύδας, τσουκνίδα κτλ, το οποίο πρόσφατα δοκίμασα και το οποίο με άφησε άφωνο με τα αποτελέσματα του. Ήταν σαν σαμπουάν και conditioner δύο σε ένα, μόνο με αγνά υλικά και χωρίς την προσθήκη τεχνητών ουσιών. Το αγόρασα στο ΣυνΑλλοις για 4€ και το προτείνω ανεπιφύλακτα! Όχι μόνο είναι ένα προϊον εκπληκτικής ποιότητας, είναι και μια αγορά που στηρίζει το δίκαιο και τοπικό εμπόριο.

natural_collection


Aπό τις 17 Ιανουαρίου μέχρι τις 26 Οκτωβρίου που ήταν και η γιορτή μου, δεν χρησιμοποίησα σαμπουάν για τα μαλλιά. Δίνει μια άλλη έννοια στη γνωστή πλάκα «Έκανες μπάνιο; Χρόνια πολλά ρε!», δεν νομίζετε; 😛

Ξέρω τι σκέφτεστε: ΊΟΥ!!! Επιτρέψτε μου όμως να επεκταθώ πριν μετανοιώσετε για κάθε φορά που με ακουμπήσατε τον τελευταίο καιρό.

Διάβασα πρώτη φορά για το NoPoo, όπως λέγεται αυτό το κίνημα, στο πολυαγαπημένο μου σάιτ High Existence κάπου μετά τα Χριστούγεννα πέρσι. Τι λέει το NoPoo; Ότι, σε πρώτη φάση, τα περισσότερα φτηνά και μαζικά παραγώμενα σαμπουάν περιέχουν SLS, το οποίο είναι το βασικό καθαριστικό μέσο τους. Αυτό το SLS (sodium laureth sulfate) το οποίο χρησιμοποιείται και σε πολλά απορρυπαντικά, είναι υπεύθυνο για πολλά προβλήματα στην υγεία των μαλλιών όπως η ψαλίδα και η τριχόπτωση και η χρήση του απαιτεί την χρήση ενός άλλου ακόμα προιόντος, του conditioner, για να ξαναδώσει λίγη από τη λιπαρότητα που μόλις το σαμπουάν δέσμευσε. Κάποιες μελέτες συνδέουν το SLS και με άλλες παθήσεις, όπως έκζεμα, ακμή και ορμονικές διαταραχές, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου, ούτε ξέρω αν οι μελέτες ισχύουν. Τα σαμπουάν έχουν δημιουργήσει σε όλους μας ένα είδος σχέσης εξάρτησης. Τα χρησιμοποιούμε επειδή έχουμε μάθει να τα χρησιμοποιούμε, επειδή το σώμα μας έχει προσαρμοστεί στη χρήση τους και έτσι επηρεάζονται άλλες λειτουργίες του, όπως γίνεται με την καφείνη ή στο άλλο άκρο, την ηρωίνη – όχι, όχι, δεν λέω ότι όποιος λούζεται με σαμπουάν είναι πρεζάκιας! Τι εννοώ;

Τα μαλλιά μας παράγουν φυσικά έλαια για να διατηρούνται ενυδατωμένα και να μην φθείρονται. Επειδή από πολύ μικρή ηλικία πλενόμαστε με σαμπουάν αν όχι κάθε μέρα, σίγουρα κάθε 2 μέρες, ποτέ δεν επιτρέπουμε στα μαλλιά μας να αυτοδιαχειριστούν τη λιπαρότητα τους. Τα καθαρίζουμε από τα φυσικά τους προστατευτικά· το σώμα αντιλαμβάνεται πως το μαλλί χρειάζεται λάδι κι έτσι παράγει μεγάλες ποσότητες μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Το αποτέλσμα; Αντιλαμβανόμαστε το μαλλί μας ως λαδωμένο και αντιαισθητικό και έτσι το λούζουμε και φτου κι απ’την αρχή. Αυτός ο κύκλος δεν σπάει για τους περισσότερους ποτέ στη ζωή μας.

Κι αν τον σπάσουμε;

Οι φανατικοί του NoPoo υποστήριζαν πως μετά από μερικούς μήνες αποχής από το σαμπουάν ένιωθαν τα μαλλιά τους πιο υγιή από ποτέ και τους άρεσε το πως στέκονταν. Έλεγαν ότι είχαν ξεφορτωθεί προβλήματα με την ξηρότητα και την ψαλίδα -είχαμε γνωριστεί κι εμείς με τις εν λόγω κυρίες όταν το μαλλί μου ήταν μακρύ-μακρύ!- και γλύτωναν λεφτά κι απ’την αγορά σαμπουάν! Με λίγα λόγια: παρουσίαζαν τη χρήση σαμπουάν ως εντελώς άχρηστη και άλλη μια πλαστή ανάγκη. Μου φάνηκε ενδιαφέρον όπως και όλες οι προτάσεις εναλλακτικής διαβίωσης που χτυπάνε ευγενικά το κουδούνι του μυαλού σου και σου υπενθυμίζουν πόσο λίγα πραγματικά χρειάζεσαι, αν μόνο επιτρέψεις στο σώμα σου να κάνει αυτό που αριθμοί χρόνων εξέλιξης με πολλά μηδενικά από πίσω το έχουν προετοιμάσει να κάνει!

Το δοκίμασα λοιπόν.

Τις πρώτες εβδομάδες όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, το μαλλί μου ήταν τίγκα λαδωμένο. Είχα πάει, θυμάμαι, στη Μυτιλήνη για εξεταστική τότε και σιχαινόμουν να το ακουμπήσω. Πολύ περισσότερο σκεφτόμουν ότι όλοι θα με κοίταζαν και θα καταλάβαιναν ότι είχα να χρησιμοποιήσω σαμπουάν εβδομάδες. Κι όμως! Αυτό δεν έγινε ποτέ. Παρ’όλο που ήμουν αρκετά self-conscious (μια ακριβή ελληνική μετάφραση για αυτή τη λέξη παρακαλώ;) για την εμφάνιση της κόμης μου, το πολύ να με ρώτησαν μια-δυο φορές τι είχα κάνει στο μαλλί μου και ήταν έτσι. Το καλύτερο; Λάμβανα και θετικά σχόλια: μου είπαν ότι είναι ωραίο αυτό το λουκ κι ότι μου πήγαινε (εκείνες τις μέρες το χτένιζα πίσω)! Το ηθικό δίδαγμα: στην χειρότερη, οι άλλοι ούτε σε προσέχουν ούτε ενδιαφέρονται τόσο πολύ για το τι κάνεις όσο νομίζεις. Δεν είσαι το κέντρο του σύμπαντος, με όλα τα καλά και τα κακά που μπορεί να σου φέρει η συνειδητοποίηση αυτή.

Ο καιρός πέρασε. Πέρασαν και οι έξι εβδομάδες που γενικά θεωρείται πως είναι ο χρόνος που παίρνει στο μαλλί να συνηθίσει να είναι ανεξάρτητο και να αυτορυθμίζει την παραγωγή ελαίων. Μετά από μια ζωή αποσταθεροποιήσης και καλοπροαίρετης παρέμβασης, είναι λίγο σαν νέος που αφήνει το υπερπροστατευτικό του πατρικό και που του παίρνει λίγο χρόνο να συνηθίσει την ανεξαρτησία. Τα μαλλιά μου λοιπόν άρχισαν να είναι λιγότερο λαδωμένα. Μου άρεσε η υφή τους. Μου άρεσε η όψη τους. Τα ένιωθα κι εγώ υγιή. Από εκεί που τα έλουζα κάθε ένα-δυο εικοσιτετράωρα, δεν λαδώνονταν πλέον για μέρες και μέρες. Ποτέ δεν ήταν τελείως «καθαρά», δηλαδή να τα πιάνεις και να κάνουν ίκου-ίκου. Όμως δεν ήταν και βρώμικα. Αν βρώμιζαν, ένα ντους μόνο με νερό έφτανε για να ξαναείναι καθαρά. Στα γενέθλια μου (40 μέρες μετά την έναρξη του πειράματος) ήταν κάπως έτσι:

Εεεεεμ. Αυτή ήθελα να δείξω:

Αν λίγδιαζαν σε ανησυχητικό βαθμό πάντως, υπήρχε και η εναλλακτική λύση της μαγειρικής σόδας/μηλόξιδου. Στις δύο παραπάνω φωτογραφίες είχα μόλις λουστεί με αυτό το θαυματουργό δίδυμο. Λειτουργούν ως υποκατάστατα του σαμπουάν και του conditioner: η σόδα δεσμεύει το λάδι και τη βρωμιά και το μηλόξιδο δεν τα αφήνει τελείως ξηρά μετά τη σόδα. Και τα δύο πρέπει να είναι σε διαλύματα περίπου 1/10 με νερό. Μια-δυο φορές τον μήνα με αυτά τα δύο και δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Τις μέρες που έλουζα τα μαλλιά μου έτσι, μάλιστα, συχνά η μάνα μου σχολίαζε ότι «αυτό το σαμπουάν που σου πήρα είναι καλό! Φαίνονται γερά τα μαλλιά σου τώρα». Μου είχε πάρει ένα (υποτίθεται) καλό σαμπουάν για τα λιπαρά μαλλιά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ένιωθα άσχημα να της πω τι πραγματικά χρησιμοποιούσα. Τελικά βέβαια το έκανα και δεν το πήρε τόσο άσχημα…

Εν τω μεταξύ, κουρεύτηκα, επιμένοντας διακριτικά στην κομμώτρια πως δεν ήθελα να με λούσει γιατί είχα ήδη λουστεί. Πέρασε και το καλοκαίρι και οι βδομάδες που το μαλλί μου ψήθηκε στο αλάτι στη Σαμοθράκη και στη Γαύδο. Λάτρεψα αυτή την αίσθηση του μακροπρόθεσμα αλμυρού μαλλιού! Να περισσότερες φωτογραφίες για του λόγου το αληθές. Δεν ξέρω για εσάς, εμένα πάντως μου αρέσει το καλοκαιρινό «άπλυτο» μαλλί μου.

Δεν μετράει σαν άπλυτο: τα νερά της Γριάς Βάθρας αναζωογονούν σώμα και πνεύμα. Φωτό: Ymir

 

{:B Φωτό: Ymir

 

Ποιος είπαμε  πως προτιμάει να λούζεται στις διακοπές; Φωτό: Κωνσταντίνα

 

Το μόνο πρόβλημα που έχω αυτή τη στιγμή είναι μιας ελαφράς μορφής πιτυρίδα, το οποίο όμως δεν μπορεί να έχει να κάνει με την αποχή από το σαμπουάν καθώς πέρσι τέτοια εποχή στη Δανία επίσης το είχα για ένα διάστημα και ήταν και εντονότερο. Λένε ότι είναι της εποχής (δεν ξέρω πώς και γιατί).

Τελικά χρησιμοποίησα σαμπουάν στη γιορτή μου για πειραματισμό. Είχα να χρησιμοποιήσω σαμπουάν πάνω από εννιά μήνες και ήθελα να δω τη διαφορά. Την είδα: ξαναέπιασα ένα μαλλί μαλακό από conditioner να πέφτει ίσιο μπροστά στα μάτια μου. Το αποτέλεσμα; Ο μετρητής απλά έφαγε restart! Το NoPooing ήρθε τελικά για να μείνει! 🙂

Μετά απ’όλα αυτά, ελπίζω να σας κίνησα την περιέργεια. Ορίστε μερικοί λόγοι για τους οποίους θα πρότεινα και σε εσάς να δοκιμάσετε να απέχετε από το σαμπουάν:

  • Δίνει ωραία εμφάνιση στα μαλλιά (προσωπική εκτίμηση).
  • Γινόνται πιο εύκολοφορμαριστά.
  • Αποφεύγετε τα SLS.
  • Τα μαλλιά σας γίνονται πιο υγιή χωρίς δική σας παρέμβαση, τα αφήνετε να πάρουν τη φροντίδα τους στα δικά τους χέρια. Θέλω να πω, στις δικές τους τρίχες. Αδένες. Τέλος πάντων.
  • Δεν δίνετε χρήματα για σαμπουάν και είδη περιποίησης μαλλιών.
  • Μειώνετε την ρύπανση του νερού με σαπουνάδες και συστατικά όπως το SLS καθώς και τα σκουπίδια σας (μπουκάλια σαμπουάν).
  • Είναι μια ευκαιρία να πειραματιστείτε με τον εαυτό σας, με τα όρια σας και να υπερβείτε κάποιες ιδέες που μπορεί να έχετε για την εμφάνιση σας.
  • Διατηρείτε τη δική σας μυρωδιά! Τα μαλλιά του καθενός μυρίζουν διαφορετικά και κατα την άποψη μου προσθέτουν στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και του σώματος του, όπως είναι η χροιά της φωνής του, το σχήμα της μύτης του, το χρώμα του δέρματος του, ο τρόπος που κινείται ή η αίσθηση του χιούμορ του. Γιατί να αντικαθιστούμε ένα κομμάτι του ποιοι είμαστε με «άρωμα βανίλιας» ή «φρούτα του δάσους»; Εγώ το προτιμώ να μυρίζω «εγώ» και ξέρω ότι η «Δημητρίλα» δεν είναι δυσάρεστη, κάθε άλλο: θυμάμαι όσο ήμουν στη Γαύδο για 6 μέρες πλενόμουν ΜΟΝΟ με αλατόνερο (απ’τις βουτιές στη θάλασσα) και τίποτα άλλο. Δεν βρώμαγα, μύριζα ωραία. Μάλλον ήταν το αλάτι· δεν ξέρω αν ίδρωνα και αν δεν πλενόμουν αν θα μύριζα τόσο ευχάριστα Δημητρίλα. Κάτι μου λέει πως όχι.
  • Είναι η αφαίρεση άλλου ενός μικρού τούβλου από τον τοίχο που μας κρατάει μακριά από την αυτοεκπλήρωση μας ή, αν αυτή η λέξη ακούγεται υπερβολικά βαρύγδουπη, από τη δυνατότητα μας να είμαστε αυτάρκεις.

Κάθε φορά που απαλλασόμαστε από άλλη μια πλαστή ανάγκη, γινόμαστε πιο ανεξάρτητοι. Δεν είναι κάτι σημαντικό, εννοείται πως δεν τρέφω αυταπάτες ότι ο κόσμος θα αλλάξει με τρίχες (ε, δεν μπορούσα να αντισταθώ να το χώσω κάπου!). Αν όμως είναι απλά τρίχες, τι μας κρατάει τόσο προσκολλημένους στα φρου-φρου κι αρώματα μας, τι κάνει κάποιους ανθρώπους να αντιδρούν τόσο βίαια ακόμα και στην ιδέα ότι το σαμπουάν μπορεί να μην είναι καθόλου απαραίτητο; Αν δεν μπορούμε να πετάξουμε ακόμα και τα σαμπουάν μας, πώς περιμένουμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο ή να επιβιώσουμε σε αυτή τη σκατίλα που σκαρώσαμε, και στις δύο περιπτώσεις με πολύ λιγότερες ανέσεις από αυτές που έχουμε σήμερα; Αύριο χωρίς χρήματα, πλαστές ανάγκες και ανέσεις, μεθαύριο χωρίς πετρέλαιο, χωρίς τροφή, πιθανόν χωρίς νερό. Γιατί είναι πλέον ξεκάθαρο σε όλους όσοι είναι έτοιμοι να δουν: το οικοδόμημα της ευμάρειας του δυτικού ή παγκοσμιοποιημένου οικονομικο-κοινωνικο-παραγωγικού μοντέλου που ήταν χτισμένο στα θεμέλια μιας ανισόρροπης, ληστρικής, καρκινικής, παρασιτικής πολιτικής, καταρρέει (πωπω αν με πέρνατε για κνίτη από αυτή τη πρόταση δεν θα σας κατηγορούσα!): οι μέρες της «αφθονίας» μας είναι μετρημένες παρελθόν.

Taste the Waste

Οι δημ(ι)οσιογράφοι έχουν απεργία και στην ΝΕΤ έπαιζε απόψε αυτό. Τα σχόλια σχετικά με το πότε είναι πιο χρήσιμη η τηλεόραση, όταν δουλεύει «κανονικά» ή όχι, δικά σας… Και… μου θυμίζει και κάτι άλλο… γραμμένο στα 19 μου… Δεν θέλω να ζω σε αυτόν τον παράλογο κόσμο!

Ένα ντοκιμαντέρ για την παγκόσμια καταστροφή των τροφίμων.Γιατί πετάμε τόσο πολύ; Πώς μπορούμε να σταματήσουμε αυτό το είδος των αποβλήτων;
Εκπληκτικό αλλά αληθινό: Στη διαδρομή από το αγρόκτημα στο τραπέζι , πάνω από τη μισή ποσότητα των τροφίμων καταλήγει στη χωματερή. Το μεγαλύτερο μέρος τους δηλαδή, προτού καν φθάσει στον καταναλωτή!

Ακούγεται άρρωστα παρανοϊκή μια τέτοια σπατάλη όταν ο πλανήτης έχει φτάσει τα 7 δισεκατομμύρια και μεγάλος μέρος του πληθυσμού υποφέρει από πείνα ή ασθένειες που σχετίζονται με τον υποσιτισμό. Όμως ο τομέας της παραγωγής και διάθεσης των τροφίμων μέσα από μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ο οποίος έχει αναπτυχθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, ενδέχεται να ζει σε άλλον πλανήτη από τον δικό μας.

Δύσκολα μπορεί να εξηγήσει κανείς το γιατί τα σούπερ μάρκετ αποσύρουν και καταστρέφουν ακόμη και τρόφιμα που δεν έχουν λήξει. Το γιατί οι ημερομηνίες λήξης που βάζουν οι εταιρείες γίνονται όλο και πιο σύντομες, κάνοντάς μας να πιστεύουμε ότι προσέχουμε την υγεία μας κάθε φορά που πετάμε ένα γιαούρτι που υποτίθεται ότι έληξε χτες. Είναι απλώς ένας τρόπος να ενθαρρύνουν την αγορά και όχι τη κατανάλωση της τροφής που αγοράζουμε. Μάρτυρας αυτής της παράλογης κατάστασης είναι οι κάδοι απορριμμάτων των μεγάλων σούπερ μάρκετ όπου τα μισά τρόφιμα είναι απολύτως κατάλληλα για να φαγωθούν.

Και όταν λέμε στα παιδιά μας να μην πετούν το φαγητό τους γιατί υπάρχουν άλλα παιδιά στον κόσμο που πεινάνε, έχουμε τελικά δίκιο. Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ, ακριβώς επειδή πλέον ολόκληρος ο πλανήτης αγοράζει την τροφή του από την ίδια, παγκόσμια αγορά, λιγότερη σπατάλη σημαίνει χαμηλότερες τιμές και άρα περισσότερη τροφή για όλους. Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι η τροφή που πετιέται χωρίς να έχει χαλάσει, αρκεί για να θρέψει τους πεινασμένους του πλανήτη τρεις φορές.