REVIEW: NORWEGIAN WOOD

Norwegian WoodNorwegian Wood by Haruki Murakami

My rating: 4 of 5 stars

Some memorable quotes from this book:

“If you only read the books that everyone else is reading, you can only think what everyone else is thinking.”

“Letters are just pieces of paper,” I said. “Burn them, and what stays in your heart will stay; keep them, and what vanishes will vanish.”

“Don’t feel sorry for yourself. Only assholes do that.”

Murakami was born in 1949. Like Terry Pratchett, who passed away some days ago. Like my father. What would it be like to have Terry Pratchett or Haruki Murakami as your dad?

The protagonist was also born in 1949 and serves as our 20-year-old guide through the Japan of way back when: most of Norwegian Wood takes places in Tokyo and Japan in ’69 and ’70. I see it as a mental documentary of what it was to live back then. Such indirect or direct accounts always excite me and nostalgically take me back to places I never saw, memories I never had. Manos Hatzidakis gives me a similar feeling (ASXETO!)

I don’t know what it is in his writing, but Murakami-san can take me on a trip. His descriptions make sense. I connect with them in a way I just cannot with the works of a lot of other writers. I’m there. I smell the grass in the lush Japanese mountains and the cars’ fumes in dirty, crowded Tokyo. I taste the sake and the whiskey. I’m a voyeur in the sex scenes that are funny in their straight-forward explicitness. I care for the various tragic, funny or awkward characters. It makes sense that I do: I’ve got to know them. I grow attached to these living, breathing people that could easily be followers of a contemporary variety of the Tao of Zen.

So it also makes sense that I’m sick of them dying for no clear reason to me. What I can safely say is that, no matter if death at one’s own hands is a cornerstone of Japanese culture or that the protagonist considers that “death is not the opposite of life but an innate part of it”, I much prefer reading what Murakami has to say about life and love than about suicide.

Thank you Daphne for lending me Norwegian Wood.

PS: There’s a lot of ’60s music in this book and many characters playing well-known pieces on guitars and pianos. Here’s a little playlist I found that would do nicely as a companion soundtrack:

View all my reviews

Review: Mort

Mort (Discworld, #4)Mort by Terry Pratchett

My rating: 4 of 5 stars

First, I’d like to mention that this particular edition of the book is pure, distilled class. I found it in Гринуич (Greenwich, written “green witch”), one of Sofia’s largest bookstores. Happily, there’s also “Guards! Guards!” from the same line of beautiful 2014 hardcover editions of the Discworld series on that rotating shelf waiting for me to get my hands on it… All I have to do is swallow shelling out another seemingly-cheap-but-it’s-what-I-should-be-paying-for-my-nourishment-with 20 лв so soon after I did it for Mort with this particular expression on my face.

Anyway, I wanted to include quotes from Mort in my review to yet again share just how witty, pertinent and, well, funny Pratchett’s writing has proved itself to be, but I decided to just put links to lists becase this would grow out of any sort of proportion and my reviews in general need more words like my back needs more hair. The lists of quotes: [1] [2].

Many discheads count Mort as one of the best books in the whole series, and I remember my friend Garret pestering me to read this book in particular for years. My time did come, now that my disc is spinning – you may interpret that analogy at will, by the way. I would say that, compared to Small Gods, the Discworld entry I read before this one, Mort was funnier but lacked part of the punch; Small Gods made me think “hey, Pratchett’s onto something here”, but no such internal exclamations were had with Mort, and rather missed they were. However, I did have to think (relatively) long and hard to decide whether or not I should give Mort 5 stars all the same as a reward for it managing to crack me up so systematically. The end result of that painful procedure you can see before you; nevertheless, let it be known that Mort is funny and that you should read it, even if you’ve never read a Discworld novel before.

View all my reviews

Review: Small Gods

Small Gods (Discworld, #13)Small Gods by Terry Pratchett

My rating: 5 of 5 stars

A quick note before the review: my friend Garret got this book for me as a gift for my last nameday, and he was also the guy who first introduced me to Terry Pratchett years ago, so here’s a double “thank you” for him.

Now, the review.

I definitely should be paying more attention to Terry Pratchett. All four books of his I’ve read I have greatly enjoyed, and this one not only had as much Pratchettesque humour as I could ask for, it had a very serious and significant message to share as well. That’s probably the reason why my mentor here in Bulgaria, Boris, who I yesterday learned has read ALL of the books in the series, some of them twice, called it “one of the heavier books” set in the Discworld universe. It’s an opinion which I understand but can’t completely agree with. To clarify: it’s not that it wasn’t heavy compared to the other Discworld novels I’ve read, but to me this contrast just made the whole thing tastier. What can I say, I suppose that, myself being a man of contrasts, it feels more… balanced? Natural? Complete in a paradoxical way that makes perfect sense?

It just feels right.

So, what’s next? I will continue to crawl my way through the series like a turtle, of course, but now, with renewed motivation from Boris, maybe I can do it with less of Om’s slugishness and more of The Great A’Tuin’s grace(?).

View all my reviews

Περι γούστου και ομορφιάς

Μας αρέσει η αντικειμενικότητα, εμάς των ανθρώπων. Ψάχνουμε για απόλυτες αλήθειες στα πάντα. Χιλιάδες επιστήμονες και παπάδες θα προστίθονταν στα ήδη τεράστια πλήθη των ανέργων ανά την υφήλιο αν οι άνθρωποι μπορούσαν να συλλάβουν έστω για λίγο πόσο εγκλωβισμένοι είμαστε ο καθένας στον δικό του μικρόκόσμο.

Αυτή την αντικειμενικότητα μας αρέσει να την εξασκούμε και στην εξωτερική εμφάνιση των άλλων ανθρώπων. Όταν περιγράφουμε κάποιον ή κάποια και την εμφάνιση τους, την σχολιάζουμε με την σιγουριά που θα δείχναμε αν αφήναμε μια τσαγιέρα να κάνει ελεύθερη πτώση από την κορυφή μιας πολυκατοικίας : είναι όμορφη. Είναι άσχημος. Η επιτάχυνση της βαρύτητας στην Γη είναι 10 μέτρα ανα σεκόντ τετράγωνο. Η διαφορά αυτών των δύο είναι πως, στην μία περίπτωση, αν υπάρχει διαφωνία πρέπει να συνοδεύεται από τις αντίστοιχες αποδείξεις για να φέρει την επιστημονική επανάσταση, ενώ κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο για να διαφωνήσεις με τον κολλητό σου που μόλις επιδοκίμασε τα οπίσθια της μπροστινής αλλά εσύ μπορείς να δεις ξεκάθαρα την επίδραση της προαναφερθείσας επιτάχυνσης πάνω τους. Δεν θα δεχτεί όμως την άποψη σου γιατί «έχει κωλάρα, όπως και να το κάνουμε».

Η ύπαρξη του προσωπικού γούστου και ό,τι αυτό συνεπάγεται φαίνεται να μην ενδιαφέρει καθόλου τους περισσότερους μας. Αν κάποιος είναι «αντικειμενικά όμορφος» (αχ πόσες φορές το έχω ακούσει αυτό) δεν θα έπρεπε να αρέσει σε όλες; Αν η ασχήμια είναι μια παγκόσμια σταθερά, δεν θα έπρεπε μέχρι τώρα να έχουν εξαφανιστεί οι άσχημοι άνθρωποι επειδή πολύ απλά ποτέ δεν θα αναπαράγονταν και δεν θα μπορούσαν να διαιωνίσουν τα γονίδια τους; «Πφφφ, Κιούμπι, απλά μερικοί άνθρωποι έχουν περίεργα γούστα». Αλήθεια; Ποια γούστα είναι περίεργα λοιπόν; Όχι τίποτα άλλο, για να μπορώ να πω κάποια στιγμή στο μέλλον “I digged fat chicks before it was cool”.

Το να σου αρέσει ή όχι κάποιος/α είναι μια δράση που χρειάζεται πομπό και δέκτη. Κανείς δεν μπορεί να είναι όμορφος αν δεν υπάρχει κανείς άλλος να τον δει (κάτι σαν το δέντρο που πέφτει στο δάσος και κανείς δεν είναι εκεί για να το ακούσει). Η εξωτερική εμφάνιση είναι σημαντική επειδή είναι ένα μέσο κριτήριο διαλογής μεταξύ των ανθρώπων. Κατα συνέπεια είναι σχετική, χρειάζεται (τουλάχιστον) δύο και αλλάζει με τις περιστάσεις.  Λέγοντας ότι κάποιος είναι όμορφος δεν μιλάς για εκείνον, δεν μπορείς να μιλήσεις αντικειμενικά για την εμφάνιση του, είναι κάτι το πρακτικά αδύνατο αφού οποιοσδήποτε άλλος θα την κρίνει με διαφορετικά κριτήρια από εμάς και έτσι θα υπάρχουν αναπόφευκτα διαφωνίες σχετικά με την εμφάνιση — εφάμιλλες διαφωνίες με το «ποιο μουσικό συγκρότημα είναι το “καλύτερο”», «γάτα ή σκύλος», «βουνό ή θάλασσα», «Ντάγκλας Άνταμς ή Τέρι Πράτσετ» . Όταν προσπαθούμε να «αντικειμενοποιήσουμε» τον κόσμο χάριν ευκολίας και τάξεως, το μόνο που κάνουμε είναι να γενικεύουμε, να απλοποιούμε τον κόσμο, να τον κόβουμε και να τον ράβουμε στα μέτρα μας και να απαιτούμε όλοι να συμφωνούν — γιατί αν δεν υπάρχει συμφωνία, δεν υπάρχει αντικειμενικότητα.  Λέγοντας ότι κάποιος είναι όμορφος, το μόνο που είναι δυνατόν να εννοούμε είναι ότι μας αρέσει η εμφάνιση του, ότι είναι του γούστου μας.

«Γκουχ, αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα;» ΌΧΙ! Λέγοντας ότι κάποιος είναι άσχημος περιγράφεις τον άλλον με ένα εξ ορισμού υποκειμενικό επίθετο. Αν πεις ότι τον βρίσκεις άσχημο περιγράφεις τον εαυτό σου. Αυτός ο διαχωρισμός είναι πάρα πολύ σημαντικός γιατί αναδεικνύει την σημαντικότητα του γούστου.

Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα. Έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί σας αρέσουν τα φαγητά που προτιμάτε; Γιατί δεν σας αρέσει το κουνουπούδι; Αν λέγατε ότι το κουνουπίδι είναι άνοστο, ευθυς αμέσως θα είχατε μια ορδή αιμοδιψών χυμοδιψών χορτοφάγων που θα επέμεναν ότι το κουνουπίδι είναι θείο δώρο για τις σαρκικές απολαύσεις και ότι τους. Ποιος έχει δίκιο λοιπόν; Και οι δύο; Κανείς; Κόντρες βασισμένες σε γούστα δεν θα λυθούν ποτέ. Είναι ο τετραγωνισμός του κύκλου των ανθρώπινων σχέσεων. Πώς μπορείς ποτέ να πείσεις ή να πειστείς από κάποιον που αγαπάει αυτό που μισείς και μισείς αυτό που αγαπάει, ειδικά όταν δεν ξέρεις γιατί το μισείς ή το αγαπάς; (το γούστο δεν συνδέεται καθόλου με την λογική, παρά με το συναίσθημα)

Όπως το περιβάλλον μας (οικογενειακό, φιλικό, επικοινωνιακό, πολιτισμικό)  διαμορφώνει τις εμπειρίες και κατα προέκταση την προσωπικότητα μας, έτσι διαμορφώνει το γούστο και τις προτιμήσεις μας με τρόπους που εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ή να θυμηθούμε. Δημιουργεί τα αισθητικά μας κριτήρια και τα πρότυπα ομορφιάς τα οποία ακολουθούμε και ψάχνουμε στους άλλους.

«Έλεος! Θα μας τρελάνεις! Δηλαδή δεν υπάρχουν κάποια ελάχιστα κοινώς αποδεκτά αισθητικά κριτήρια; Δεν υπάρχουν αντιαισθητικά πρόσωπα, στραβά πόδια, κρεμασμένες κοιλιές, λαδωμένα μαλλιά, κίτρινα δόντια;» Όπως κάθε κοινωνία έχει την κουλτούρα της, την γλώσσα της, τους άγραφους κοινωνικούς κανόνες της και τα ταμπού της, έτσι, ως μέρος της γενικότερης κουλτούρας της, διατηρεί και κάποια αισθητικά πρότυπα τα οποία είναι τελείως αυθαίρετα. Στην εποχή μας η εικόνα είναι παντοδύναμη και έχει απόλυτο ρόλο στην δημιουργία των προτύπων. Απλά σκεφτείτε, π.χ. πως εσείς, ή τα τωρινά παιδιά, είναι μεγαλωμένα από την τηλεόραση ή το ίντερνετ. Σκεφτείτε τι κεντρικό ρόλο είχαν και έχουν τα μέσα, με κύριο σκοπό την διαφήμιση και επομένως το κέρδος, στην δημιουργία των πλατωνικών ιδεών της κοινωνίας μας. Οι κοινωνίες όχι μόνο αναπαράγουν αυτές τις ιδέες από γενιά σε γενιά κι έτσι είναι αδύνατο να βρούμε τις απαρχές ενός προτύπου (δεν μπορούμε να ξέρουμε πότε ακριβώς εμφανίστηε η ιδέα ότι η τρίχες στις γυναίκες είναι αντιαισθητικές, για παράδειγμα), αλλά τώρα, εφόσον είναι παγκοσμιοποίημενες, οι κοινωνίες ως συστήματα μπλέκονται, επηρεάζοντας ανθρωπολογικά και κοινωνιολογικά η μια την άλλη, δημιουργώντας πρότυπα σουφλέ τα οποία ελέγχονται και διαιωνίζονται από τα παγκόσμια μέσα και όχι κατ’ανάγκην εκ προθέσεως. Δηλαδή, εκεί που είχαμε μια παγκόσμια παλέτα χρωμάτων και προτιμήσεων τώρα μεγάλο μέρος του κόσμου είναι μια απόχρωση του γκρι, στην καλύτερη ό,τι θα παίρναμε από ένα χρώμα αν του μειώναμε τον κορεσμό στο Photoshop. Και αφού  το γκρι είναι το μόνο που πολλοί άνθρωποι ποτέ έμαθαν στην ζωή τους, το γκρι είναι αυτό που θα μάθουν και στα παιδιά τους. Και το γκρι θα είναι το πρότυπο.

Τα γούστα κάθε ανθρώπου είναι σαν μια κλειδαρότρυπα με πολύ συγκεκριμένο σχήμα. Άλλες οντότητες του κόσμου, είτε αυτές είναι άψυχες είτε έμψυχες, συγκρίνονται προσωπικά και εξατομικευμένα με το κατά πόσον μπορούν να χωρέσουν σε αυτή την κλειδαρότρυπα. Δεν υπάρχουν πασπαρτού στον κόσμο των γούστων, και όσο περισσότεροι άνθρωποι το καταλάβουν αυτό τόσο λιγότερες διαφωνίες και πόνο μπορούμε να γλιτώσουμε. Αν εμένα λοιπόν μου αρέσει ή δεν μου αρέσει κάποιος ή κάτι, δεν είναι δική του η ευθήνη αλλά της δικής μου κλειδαρότρυπας.

Την επόμενη φορά που κάποιος θα εκφέρει άποψη για την εμφάνιση σας, αναλογιστείτε γιατί έχει αυτή την άποψη. Δείτε τα πράγματα σφαιρικά. Δείτε ότι για κάποιους λόγους είστε το κλειδί για την κλειδαρότρυπα του/της, ή, στην αντίθετη περίπτωση, το… χμ… δύσκολο να το ενοραματιστούμε το αντίθετο του σωστού κλειδιού με την συγκεκριμένη αναλογία των κλειδιών και των κλειδαρότρυπων. Ας πούμε απλά, ότι αν κάποιος σας βρίσκει άσχημο/η, εσείς είστε έτσι:

Και το γούστο τους είναι έτσι:

Ακόμα κι αν είστε κλειδί πασπαρτού — δηλαδή ταιριάζετε με τα πρότυπα ομορφιάς και αρέσετε σε πολλούς/ες… τα κλειδιά πασπαρτού δεν μπορούν να ανοίξουν μερικές κλειδαριές. Δεν θα πω ότι δεν μπορούν να ανοίξουν τις πιο εξειδικευμένες για να μην φανώ ελιτιστής.

 Τέλος, η ιδέα της κοινωνικής πόλωσης λέει πως, ό,τι κι αν κάνουμε, όπως και να ντυθούμε, ό,τι και να πούμε, όποιες κι αν είναι οι απόψεις μας και όπως κι αν μοιάζουμε σε κάποιους θα αρέσουμε και σε κάποιους όχι. Ακόμα κι αν προσπαθούμε να γίνουμε, ακόμα κι αν είμαστε πασπαρτού, μόνο αν εξασκήσουμε την διαφορετικότητα μας θα μπορέσουμε να φτάσουμε στην κλειδαριά στην οποία θα ταιριάζουμε με το φυσικό μας σχήμα απόλυτα. Γιατί, ω γιατί να προσπαθήσουμε λοιπόν, να είμαστε κάτι διαφορετικό;

“Me gusta”, “es bonita” no.

 

 

Review: Equal Rites

Equal Rites
Equal Rites by Terry Pratchett
My rating: 4 of 5 stars

Terry Pratchett is in the same category as Douglas Adams. They are, or were, remarkably clever and ingenious writers that can say the truest things about life in a matter-of-fact way and leave you looking for your jaw which has gone wayward because of getting bored of all this rattling and the vibrations, trying to find a quieter place, away from all this laughter.

In this book in the Discworld “mythos” (using this word in the least serious way possible), for the first time ever, there seems to be a female wizard. In fact, a little girl with a staff. Terry Pratchett really makes his statement on “equal rites” with strong female characters and ridiculous male ones. What more might one want — it’s social commentary on the “real world” and Pratchett, two in the price of one!

The only qualm with the book I had I can think of is that we do not see an adult Esk. It would have been even funner.

View all my reviews