ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΣΤΟ FACEBOOK

Θυμάμαι μερικές φορές όπου είχε γεμίσει το newsfeed μου από τραγούδια που είχαν μοιραστεί φίλοι μου. Ξεκίνησα αυτό το ποστ θέλοντας να δείξω πόσοι φίλοι μου μοιράζονται πολλά τραγούδια στο facebook, όμως κοιτάζοντας το δικό μου feed για να μετρήσω τα τραγούδια για να επιβεβαιώσω την άποψη μου πριν αρχίσω το γράψιμο μου έδειξε μόνο ένα τραγούδι μέσα σε πάνω από 50 posts, αριθμός μικρότερος από αυτόν που περίμενα. Ήθελα να το επισημάνω αυτό.

Παρ’ όλ’ αυτά, το γεγονός παραμένει. Γιατί ποστάρουμε μουσική στο facebook? Γιατί κάθε φορά που μου έχει κολλήσει έντονα στο μυαλό ένα τραγούδι θέλω να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με τον συγκεκριμένο τρόπο; Τι περιμένω ότι θα συμβεί;

Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι ότι απογοητεύομαι όταν δεν μαζεύω πολλά, ή κανένα, like. Δεν συνειδητοποιώ όμως ότι οι πιθανοί αποδέκτες τις πρόθεσης μου έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε πολλά άλλα άγνωστα για αυτούς κομμάτια που έχουν ποστάρει και άλλοι/ες εκτός από εμένα. Συχνά έχουν και οι ίδιοι μουσική να παίζει, και ποιες είναι οι πιθανότητες ο πιθανός αποδέκτης να σταματήσει τη δική του μουσική για να ακούσει τη δική μου;

Αν ένα facebook post δεν το κάνει κανείς like, υπήρξε ποτέ στ’ αλήθεια;

Για μένα, το αντίστροφο μπορεί να μου συμβεί όταν πολύ συγκεκριμένα άτομα μοιράζονται μουσική στον δικό τους τοίχο. Τότε την ακούω, γιατί εμπιστεύομαι το γούστο τους. Όμως λίγοι, ή κανείς, δεν φαίνεται να κάνουν το ίδιο με τη δική μου μουσική. Δεν σημαίνει αυτό βέβαια ότι δεν υπάρχουν άτομα που να εμπιστεύονται τις μουσικές μου επιλογές, τουλάχιστον όχι απαραίτητα. Μπορεί να μην εμφανίζεται στο feed τους για πολλούς λόγους, ή όντως μπορεί να ακούνε τη δική τους μουσική και -όσο κι αν θα μου άρεσε να το κάνουν- πώς μπορώ να περιμένω ότι θα σταματήσουν αυτό που τους αρέσει να ακούνε ήδη για να ακούσουν το άγνωστο, ή ακόμα μερικές φορές τον ψηφιακό θόρυβο στον οποίο συγκαταλλέγομαι κι εγώ για τους περισσότερους facebook friends μου;

Μπορώ εύκολα να μπω στη διάθεση «ωωω, γιατί σε κανέναν δεν αρέσουν αυτά που μου αρέσουν;», το οποίο εύκολα μπορεί να γίνει ελιτίστικο αν είμαι στην κατάλληλη διάθεση («τα γούστα μου είναι υπερβολικά ψαγμένα για τα κοινά αυτιά»). Δεν θα το κάνω όμως, γιατί βλέπω ότι αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μένα – ακόμα και τα προαναφερθέντα άτομα των οποίων οι επιλογές μπορούν να με κάνουν να παρατάω τη μουσική που ακούω για να δω τι καινούργιο έχουν βρει, τείνουν να υποφέρουν από την ίδια «αδικία» και μαζεύουν ελάχιστα χεράκια με τον αντίχειρα πάνω. Οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι το φαινόμενο είναι γενικευμένο.

Για να βρούμε την αιτία που συμβαίνει αυτό, δεν πρέπει να ερευνήσουμε μόνο γιατί κάποιος θα θέλει να ποστάρει τη μουστική, αλλά και την αιτία πίσω από το πάτημα του like.

Ένα-ένα όμως. Όταν μοιράζομαι ένα τραγούδι, θέλω να:

  • γίνει το γούστο μου αποδεκτό ή να εκτιμηθεί
  • προκαλέσει συναισθηματική αντίδραση σε κάποιον που ξέρει ήδη το τραγούδι – «μπορώ κι εγώ να προκαλώ συναισθήματα στους άλλους!»
  • «ψαρέψω» κάποιον για να διαδράσει μαζί μου προβάλλοντας μια συναισθηματική κατάσταση – αυτό σπάνια λειτουργεί: τώρα που το σκέφτομαι, έχω καιρό να το κάνω
  • να το μάθει κάποιος εξ αιτίας μου – μεγάλο καμάρι εκεί!

Άρα θέλω να φαίνομαι ή σαν να έχω κι εγώ συναισθήματα ή λίγο σαν αυτόν ο οποίος μαθαίνει στους άλλους πράγματα που δεν ξέρουν. Κάτι σε ξερόλας, αλλά στο πιο σοφό; Κάτι το οποίο θα είναι για το ψαγμενόσοφος ό,τι είναι το εξυπνάκιας για το έξυπνος. Αυτό. Θέλω να φαίνομαι ψαγμενόσοφος. Γιατί προφανώς πιστεύω ότι δεν είμαι αρκετά ψαγμενόσοφος.

Έπειτα, όταν κάνω like σε ένα τραγούδι, κάτι από αυτά μάλλον παίζει:

  • δεν έχω ακούσει το τραγούδι, αλλά μπορεί να θέλω να στηρίξω την κίνηση του ποσταρίσματος του (π.χ, μετά από μια βραδιά έξω με φίλους, ένας από αυτούς ποστάρει κάποιο από τα κομμάτια που μας απασχόλησαν αρκετά όσο ήμασταν μαζί και το ποστάρω σαν like σε όλη τη βραδιά και τον χρόνο που περάσαμε μαζί)
  • το τραγούδι μου αρέσει όντως, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω.
  • μόλις το άκουσα – μάλλον σπάνια περίπτωση. Εκεί ιδανικά φεύγει και σχόλιο.

Κρίνοντας όμως από τους περιορισμένους λόγους για τους οποίους θα έκανα like, δεν θα έπρεπε να με απασχολεί που όταν θέλω να μοιράζομαι μουσική δεν φαίνεται να έχει αντίκρισμα, γιατί οι λόγοι για τους οποίους τη μοιράζομαι δεν εφάπτονται στο γιατί εγώ συνήθως επιλέγω να ακούσω μουσική στο facebook. Όπως κι εγώ δεν θα πατήσω το “play”, για τους ίδιους λόγους δεν το πατάνε και οι φίλοι μου.

Όμως συνεχίζω να θέλω να μοιράζομαι μουσική, γιατί πιστεύω στις επιλογές μου – όπως όλοι μας άλλωστε! Αυτό το «όπως όλοι μας άλλωστε» το λέω χωρίς ποτέ να μην έχω ιδέα τι θέλει ο υπόλοιπος κόσμος, όταν θέλω να δικαιολόγησω κάτι που έκανα, κάνω ή θέλω να κάνω. Είναι αστείο, αλήθεια, πώς κάποιος τόσο μερικές φορές επιτηδευμένα ή αυθεντικά αντικομφορμιστής όσο εγώ, χρησιμοποιώ ως δικαιολογία το ότι το κάνουν όλοι! Μα αυτό θεωρητικά θα έπρεπε να είναι αιτία να μην θέλω να το κάνω – όντως, δεν ακούγεται το ίδιο το «το κάνουν όλοι!» με το «δεν ξέρω κανέναν που να το κάνει, ας είμαι ο πρώτος!»

Τέλος πάντων. Θέλω λοιπόν, όπως όλοι μας άλλωστε, να μοιράζομαι κι εγώ τη μουσική μου και να έχει αυτό ένα αντίκρισμα. Μια συναισθηματική αντίδραση. Μια ικανοποιητική επίδειξη ψαγμενοσοφίας. Γιατί μου αρέσει να μοιράζομαι αυτά που βρίσκω όμορφα, αδερφάκι μου.

Σύντομα θα προστεθούν και στο προσωπικό περιβόλι των ακουστοσκώληκων μου (name subject to change):

Τρέφοντας τη διαφημιστική μηχανή της Vevo ποστάροντας Στιβάκο… έγινε κι αυτό! Εκτός από το ότι πραγματικά δεν με νοιάζει αν ο Steven Wilson «ξεπουληθεί» γιατί 25 χρόνια τώρα νομίζω το χρέος του στην “underground” μουσική το έχει πληρώσει, αυτό το To The Bone φαίνεται ότι θα είναι ε-ξαι-ρε-τι-κό, και αν ο Steven πιστεύει ότι μια μεγαλύτερη δισκογραφική όπως η Universal και το παρακλάδι της η Caroline International θα τον βοηθήσει να γίνει πιο γνωστός, ας είναι. Θα έλεγα ότι ανυπομονώ να έρθει ο Αύγουστος, αλλά μπορώ να περιμένω και λίγο ακόμα. Delayed gratification; ικανοποίηση με χρονοκαθυστέρηση. Είναι σαν το φαί: καλύτερα να το αφήσεις λίγο εκεί να σιγοψήνεται στην δεύτερη σκάλα από τις εννιά του ματιού, παρά να το ρίξεις στον φούρνο μικροκυμάτων.

Πάρτε και λίγο Röyksopp, γιατί ακούω πολύ τελευταία. Δεν το παίξανε αυτό στη συναυλία, αλλά μου κόλλησε κάπου στην πορεία του προ- και μετα-συναυλιακού binge. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο ότι από τα τοπ custom ανεπίσημα βιντεοκλίπ είναι αυτό από το Baraka και ένα άλλο με σκηνές από το Ex Machina. Ταινιάρες και οι δύο.
Και το Junior είναι καταπληκτικός δίσκος γενικά.

JLMOP // WHAT I TALK ABOUT WHEN I TALK ABOUT RUNNING

What I Talk About When I Talk About Running

What I Talk About When I Talk About Running by Haruki Murakami
My rating: 4 of 5 stars

I’ve been running for several years now. The frequency of my outings has gone up and down, but I’ve tried to never let go of this habit, never abandon this one activity that saves me from couch potato-, or rather, desk tomato-dom.

Nevertheless, despite the running theme (pun unintended), it is not what kept me with this autobiographical work; Mr. Murakami inspired me with his diligence, with his single-minded dedication and his authentic and honest story. As usual, it’s his way of looking at the world, his zen-like point of view and his way of putting it into words – humble, romantic and unpretentious – more so than the content of his writing that tuck me along the most. The man could be writing about his days cleaning glasses and wiping bars in his 20s and I would still find it interesting and inspiring, I’m sure. He’s a true stoic.

The main take-away I got from this one has obviously less to do with running, and more to do with writing, which according to Murakami-san requires a similar skill set. “Talent, focus and endurance” is what, according to him, makes a novelist. As someone who wishes to write more in my life, I feel as if this man and his suchness has a lot to teach me about trusting myself, my goals and who I really am and allowing it to shine through…

“As I’ve gotten older, though, I’ve gradually come to the realization that this kind of pain and hurt [of being criticised] is a necessary part of life. If you think about it, it’s precisely because people are different from others that they’re able to create their own independent selves.

Take me as an example. It’s precisely my ability to detect some aspects of a scene that other people can’t, to feel differently than others and choose words that differ from theirs, that’s allowed me to write stories that are mine alone. And because of this we have the extraordinary situation in which quite a few people read what I’ve written.

So the fact that I’m me and no one else is one of my greatest assets. Emotional hurt is the price a person has to pay in order to be independent…”

What is this emotional hurt? Is it worth the price?

“I don’t think most people would like my personality. There might be a few–very few, I would imagine–who are impressed by it, but only rarely would anyone like it. Who in the world could possibly have warm feelings, or something like them, for a person who doesn’t compromise, who instead, whenever a problem crops up, locks himself away alone in a closet?

But is it ever possible for a professional writer to be liked by people? I have no idea. Maybe somewhere in the world it is. It’s hard to generalize. For me, at least, I’ve written novels over many years, I just can’t picture someone liking me on a personal level. Being disliked by someone, hated and despised, somehow seems more natural. Not that I’m relieved when that happens. Even I’m not happy when someone dislikes me.”

And here’s the solution – or one solution:

“Even when I ran my bar I followed the same policy. A lot of customers came to the bar. If one in ten enjoyed the place and said he’d come again, that was enough. If one out of ten was a repeat customer, then the business would survive. To put it another way, it didn’t matter if nine out of ten didn’t like my bar.

This realization lifted a weight off my shoulders. Still, I had to make sure that the one person who did like the place really liked it. In order to make sure he did, I had to make my philosophy and stance clear-cut, and patiently maintain that stance no matter what. This is what I learned through running a business.”

Thank you Mr. Murakami for motivating me to take the next step.

View all my reviews

JLMOP // Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΗ ΠΑΝΟΠΛΙΑ

Ο ιππότης με τη σκουριασμένη πανοπλία

Ο ιππότης με τη σκουριασμένη πανοπλία by Robert Fisher
My rating: 2 of 5 stars

Δεν μου άρεσε πραγματικά για περίπου τους ίδιους λόγους που δεν μου αρέσει ο Paolo Coelho. Ενώ είναι «παραμύθι για μικρούς και μεγάλους», ξεκάθαρα προορίζεται για ενήλικες: τα παιδιά δεν έχουν τα προβλήματα που έχει ο πρωταγωνιστής ιππότης, γιατί είναι στη φάση που τα κόμπλεξ τους είναι ακόμα στη φάση της γέννησης. Γι’ αυτό η παιδική απλοϊκότητα στην ιστορία γινόταν εκνευριστική – θα προτιμούσα αντί για αυτό το παραμύθι να είχα κάτι πιο δοκιμιακό με τα ίδια μηνύματα και να μην διάβαζα κάτι το οποίο ήταν σαν Disney με Alan Watts και, ξέρω ‘γώ, τον Μικρό Πρίγκιπα (για τον οποίο στα 5 χρόνια που έχουν περάσει από τότε που διάβασα το βιβλίο δεν έχει συμβεί κάτι για να αλλάξει την φλογερή αντιπάθεια που του τρέφω).

Μου άρεσε πάντως ο Μέρλιν. Αν μίλαγε μόνο ο Μέρλιν το βιβλίο θα ήταν σαφώς καλύτερο.

View all my reviews

JLMOP // ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328

Το νούμερο 31328

Το νούμερο 31328 by Ilias Venezis
My rating: 3 of 5 stars

Πρωτοδιάβασα για αυτό το βιβλίο από το Αϊβαλί του Soloúp, το οποίο και μου κίνησε την περιέργεια με την απόδοση σε κόμικς μερικών από τις σκηνές του.

Είναι μια ωμή αποτύπωση μιας περιόδου ακριβώς μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και πριν την ανταλλαγή πληθυσμών, ενός μίσους που κανείς μας δεν μπορεί καν να φανταστεί στις μέρες του «ανθρωπισμού» στις οποίες ζούμε ότι είναι δυνατό. Οι περιγραφές του Βενέζη θα μπορούσαν να ανήκουν σε κάποια ταινία ή σειρά με ακραία βία και δημιουργικό πορνό βασανισμού, όπως είναι το Game of Thrones ή άλλα πιο ακραία που εγώ δεν ξέρω, όμως αυτά τα πράγματα συνέβησαν, και συνέβησαν σε χιλιάδες, εκατομμύρια κόσμο. Πάντα το έλεγα ότι το Game of Thrones μου αρέσει γιατί, κατά κάποιον τρόπο, μου φέρνει μπρος μου την ιστορία της ανθρωπότητας.

Πόσοι Βενέζηδες όμως ήταν αγράμματοι ή δεν έγιναν συγγραφείς και οι εμπειρίες τους δεν έγιναν ποτέ «το νούμερο 24290» ή πολύ απλά πέθαναν κάπου στην πορεία και δεν επέζησαν ώστε να μας πουν την ιστορία τους; Ίσως καλύτερα έτσι: πόσων ανθρώπων, εποχών και γενεών τον πόνο μπορούμε να αντέξουμε σε μια ζωή;

Βάζω στο «νούμερο 31328» 3 αστεράκια όχι γιατί δεν με ενδιαφέρει προφανώς το θέμα ή επειδή πιστεύω ότι δεν είναι σημαντικό βιβλίο, απλά η γλώσσα του ειδικά, η οποία ήταν γεμάτη μικρασιάτικες, άγνωστες για μένα λέξεις, το μετέτρεψε στα μάτια μου σε κάτι λίγο πιο μακρινό από εμένα απ’ ότι θα ήθελα – από μαρτυρία σε ιστορία κι απο ιστορία στο αποστασιοποιημένο της πρωτογενούς πηγής.

Και, ίσως απλώς προτιμώ -γούστα είναι αυτά- τα βιβλία που πατάνε σε πρωτογενείς πηγές και τις αναπτύσουν – π.χ. στο Αϊβαλί έβαλα 5 αστεράκια, γιατί πιστεύω ότι μιλάει πιο άμεσα στον σημερινό αναγνώστη και λέει περισσότερα απ’ ό,τι ο Βενέζης από μόνος του.

Τι θα σκέφτοταν άραγε αν κάποιος του έλεγε ότι το 2017 κάποιος θα διάβαζε το βιβλίο του δανεισμένο από τη βιβλιοθήκη της Νέας Σμύρνης; Θα χαιρόταν άραγε; Θα το πίστευε; Θα του έδινε ενέργεια και πίστη; Ή πολύ απλά όταν «τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής» εστί, λίγα μπορούν να γίνουν;

View all my reviews

JLMOP // HOMO DEUS: A BRIEF HISTORY OF TOMORROW

Homo Deus: A Brief History of Tomorrow

Homo Deus: A Brief History of Tomorrow by Yuval Noah Harari
My rating: 5 of 5 stars

The book’s conclusion:

‘The world is changing faster than ever before, and we are flooded by impossible amounts of data, of ideas, of promises and of threats. Humans relinquish authority to the free market, to crowd wisdom and to external algorithms partly because they cannot deal with the deluge of data. In the past, censorship worked by blocking the flow of information. In the twenty-first century, censorship works by flooding people with irrelevant information. People just don’t know what to pay attention to, and they often spend their time investigating and debating side issues. In ancient times having power meant having access to data. Today having power means knowing what to ignore. So considering everything that is happening in our chaotic world, what should we focus on?

If we think in terms of months, we had probably better focus on immediate problems such as the turmoil in the Middle East, the refugee crisis in Europe and the slowing of the Chinese economy. If we think in terms of decades, then global warming, growing inequality and the disruption of the job market loom large. Yet if we take the really grand view of life, all other problems and developments are overshadowed by three interlinked processes:

1. Science is converging in an all-encompassing dogma, which says that organisms are algorithms and life is data processing.
2. Intelligence is decoupling from consciousness.
3. Non-conscious but highly intelligent algorithms may soon know us better than we know ourselves.

These three processes raise three key questions, which I hope will stick in your mind long after you have finished this book:

1. Are organisms really just algorithms, and is life really just data processing?
2. What’s more valuable – intelligence or consciousness?
3. What will happen to society, politics and daily life when non-conscious but highly intelligent algorithms know us better than we know ourselves?

I read the book Homo Deus is the sequel of, Sapiens, in audiobook form last year. It kept me eloquent, rational company in my first months in the Greek Army, an organisation that likes to think it possesses those qualities in abundance, but is frightfully misguided. I liked Sapiens a lot, but I think my inability to take notes diminished my enjoyment and what I truly got from it in the end. So I decided to properly read the sequel by holding it in my hands and taking notes as I went through it.

Even though I like underlining my books, I have to admit that I rarely go back to actually reading the parts that stood out for me. However, that is precisely what I did now, just before writing this review. I thought it would help me write a more accurate representation of how I feel about it, but the only feeling I’m noticing at the moment is my powerlessness to convey the sheer sense of awe Mr. Harari has impressed on me. Hm, perhaps that description is pretty accurate in the end!

Mr. Harari has brought together consciousness science, religion, informatics, ethics and more, to write a revealing, interconnected history of all these fields and paint a convincing picture of what could be the true challenges humanity will face in the 21st century. All the while, his writing is incredibly lucid, easy to understand and follow, and extremely quotable.

I was actually tempted, as I have done for some of my other reviews in the past, to fill this one with whole passages on amazing, perspective-shifting facts about the world today and leave it that, but it was just too difficult to choose and make it seem as coherent as Mr. Harari has woven his book together to be.

This is obviously a very intelligent man, but what I found most interesting about his writing is that, despite his extremely rational way of thinking, he wasn’t afraid to write about spirituality, consciousness and religion.

Even if I don’t agree with some of his conclusions or fundamentals, such as the inexistence of an immaterial component of consciousness, or a soul, I can appreciate how he writes rationally about the topic within the given materialist paradigm without ever turning into a dogmatic academic – he even admits, on the book’s acknowledgements, that he would have never had the clarity of mind to write this book without having practiced Vipassana meditation for more than fifteen years.

Even if I also disagree with him about our chances of having the raw resources or the social cohesion in the future to meaningfully reach for the revolutions that will give us human godhood, I can only say that this is an open-minded, clear-headed, spiritual intellectual, and Gods know we need more of his type. Also, he raises some of the strongest points against animal cruelty I have yet to see, which counts for a whole lot as far as I’m concerned.

This is a book for the reader who’s thirsty for meaning and ready for contemporary intelligent insights into our chaotic world; insights that convincingly connect history with the present to create predictions and guidelines for life in the 21st century.

Reading this right after The Last Hours of Ancient Sunlight just feels so right.

View all my reviews