Αυτή μάλλον δεν είναι μια μούτζα

Το να κοιτάω την ανοιχτή μου παλάμη είναι πλέον ένα reality check το οποίο κάνω τακτικά. Αν δεν ονειρεύομαι, η παλάμη μου θα είναι εκεί, συνηθισμένη, ανοιχτή. Αν όμως ονειρεύομαι, το χέρι μου θα είναι παραμορφωμένο, με δαχτυλάκια να φυτρώνουν από τα μεγαλύτερα δάχτυλα σαν η παλάμη μου να έχει μεταμορφωθεί σε ένα μικρούλι ανάποδο ξεριζωμένο δέντρο. Αν κανείς κάνει συνήθεια το να κοιτάζει την παλάμη του αρκετά συχνά μέσα στη μέρα και τη χρησιμοποιεί ως απόδειξη για το αν ονειρεύεται ή όχι (ας μην ξεχνάμε — όταν ονειρευόμαστε είμαστε σίγουροι πως ό,τι βιώνουμε στο όνειρο είναι η αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, ακριβώς όπως και όταν δεν ονειρεόμαστε), κάποια στιγμή, όταν ζήσει κάτι περίεργο σε ένα όνειρο του το οποίο κανονικά θα προσπέρναγε όπως συνήθως κάνουμε στα όνειρα, κοιτάζοντας την παλάμη του θα επιβεβαιώσει ότι όντως ονειρεύεται.

Κι εκεί ξεκινάει το lucid dreaming, τα διαυγή όνειρα, ένας μυστικός κόσμος στο υποσυνείδητο κι ακόμα παραπέρα.

Η παλάμη μας όμως μπορεί να μας θυμήσει πως όχι μόνο δεν ονειρευόμαστε αλλά και ότι είμαστε ξύπνιοι. Να μας φέρει στη στιγμή. Να μας θυμήσει ότι το τώρα είναι το μοναδικό πράγμα που έχουμε στον κόσμο — το μέλλον και το παρελθόν είναι μόνο ψευδαισθήσεις: περίπλοκες και αληθοφανείς ψευδαισθήσεις τις οποίες χρησιμοποιούμε για να κουμαντάρουμε τη ζωή μας νομίζοντας πως είναι οδηγοί που μπορούμε να εμπιστευτούμε, αλλά ψευδαισθήσεις το διχώς άλλο. Κοιτάζοντας την παλάμη θυμόμαστε ότι είμαστε ζωντανοί, με το σώμα μας και το μυαλό μας και τη συνείδηση μας στον κόσμο, στον χώρο, έτοιμοι να χαθούμε στο τώρα, να ζήσουμε χωρίς αναστολές, πισωγυρίσματα, αμφιβολίες, ανασφάλειες. Θυμόμαστε ότι αυτό που ζούμε δεν είναι όνειρο αλλά ο πραγματικός κόσμος ο οποίος βρίσκεται εκεί έξω και μας περιμένει να τον ανακαλύψουμε με όλο μας το είναι: μας περιμένει να τον παρατηρήσουμε, να τον ακούσουμε, να τον γευτούμε, να τον μυρίσουμε, να τον αναπνεύσουμε, να τον αισθανθούμε, να τον διαισθανθούμε, να τον νιώσουμε. Να τον ζωγραφίσουμε, να τον αναπαραστήσουμε, να τον ξαναδημιουργήσουμε όπως πραγματικά τον θέλουμε, όχι όπως είμαστε υπό τη ψευδαίσθηση ότι τον θέλουμε ή όπως νομίζουμε ότι θα έπρεπε να τον θέλουμε. Μπορούμε μάλιστα να σκεφτούμε πώς η πραγματικότητα μας θα ήταν διαφορετική, αν όντως ήταν ένα όνειρο, κι έτσι να δούμε τον εαυτό μας να αποστασιοποιείται από οτιδήποτε τον κράταγε πίσω.

Αν βλέπετε την παλάμη σαν μούτζα, μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε κι αυτό, αν η προσβολή λειτουργεί καλύτερα και μέσω αυτής ευκολότερα ξυπνάτε και επανέρχεστε στις αισθήσεις σας! Αν τη βλέπετε έτσι, δείτε τη σα μια μούτζα σε ότι μας κάνει να στρεσάρουμε και να ανησυχούμε, σε ό,τι μας κρατάει αγκιστρωμένους στο παρελθόν ή στις απαιτήσεις του κόσμου από εμάς, σαν μια μούτζα σε ό,τι είναι αυτό που μας κάνει να υπνοβατούμε σε όλη μας τη ζωή, μεθυσμένοι από τα χασίματα του μυαλού μας.

Tomorrow never comes, life is what happens while you’re busy making other plans.

Άλλωστε, αν κανείς γίνει αρκετά καλός στο να παρατηρεί και να απολαμβάνει την πραγματικότητα του για αυτό που είναι, κανένα όνειρο δεν θα καταφέρνει πια να τον ξεγελάσει και κάθε όνειρο θα είναι διαυγές, συνειδητό.

Έμπνευση: Lucid living, Kyle Cease, Eckhart Tolle

Και φυσικά, η παρακάτω σκηνή του Waking Life:

Transcript

I had a friend once who told me that the worst mistake that you can make is to think you are alive, when you’re really asleep in life’s waiting room. The trick is to combine your waking rational abilities with the infinite possibilities of your dreams. ‘Cause if you can do that you can do anything. Did you ever have a job that you hated? Worked really hard at? A long, hard day at work, finally you get to go home, get in bed, close your eyes, and immediately you wake up and realize that the whole day at work had been a dream? It’s bad enough that you sell your waking life for … for minimum wage, but now they get your dreams for free.

But the trick is, you got to realize that you’re dreaming in the first place. You got to be able to recognize it. You got to be able to ask yourself, “Hey man, is this a dream?” See, most people never ask themselves that when they’re awake, or especially when they’re asleep. Seems like everyone’s sleep-walking through their waking state, or wake-walking through their dreams.


Are you awake?
Are you aware?

Το συντριβάνι σοκολάτας

Κάποτε ήταν ένα πάρτυ. Σε αυτό το πάρτυ ήταν Καλεσμένοι όλοι οι άνθρωποι τού κόσμου. Καλεσμένοι από ποιον και γιατί, δεν το ήξεραν: ήξεραν μόνο ότι η ζωή τους ήταν αυτό το πάρτυ. Δεν είχαν δει πότε τίποτα άλλο στη ζωή τους παρα μόνο αυτό, όλοι είχαν μεγαλώσει και πεθάνει εκεί. Μόνο κάποιοι πολύ λίγοι είχαν βαρεθεί και είχαν περάσει την πόρτα και είχαν εξαφανιστεί για πάντα. Κανείς όμως δεν τους είχε δώσει περισσότερη σημασία, και αν είχαν λείψει σε κανέναν, σύντομα ξεχνιόταν οτιδήποτε τους θύμιζε.

Βλέπετε, αυτό το τόσο καταπληκτικό σε αυτό το πάρτυ ήταν ένα πανύψηλο συντριβάνι σοκολάτας στο βάθος της τεράστιας αίθουσας στην οποία λάμβανε χώρα. Η σοκολάτα, ζεστή και πιχτή, όχι υπερβολικά γλυκιά αλλά ούτε και πικρή, ανάβλυζε αιώνια από την κορυφή ως τη πισίνα κάτω χαμηλά. Ήταν πραγματικά τόσο λαχταριστή που μόλις τη γευόσουν τίποτα άλλο δεν είχε σημασία, ακόμα και οι συνάνθρωποι που σε άφησαν πίσω. Σε αυτή τη σοκολάτα οι άνθρωποι βουτούσαν λαχταριστά μπισκότα, φράουλες, μήλα, μπανάνες, μερικοί πιο ιδιαίτεροι βούταγαν ακόμα και μπέικον. Όλα αυτά τα βρίσκανε στην κουζίνα του χώρου που γινόταν το πάρτυ. Ποτέ κανείς δεν είχε δει ούτε μηλιά, ούτε μπανανιά, ούτε και γουρούνι. Όμως όλα βρίσκονταν εκεί, στα ντουλάπια της κουζίνας. Δεν χρειαζόταν παρα να κλείσεις το ντουλάπι και να το ξανανοίξεις και ωπ! ήταν γεμάτο με φρεσκαδούρα, έτοιμη να βουτηχτεί για άλλη μια φορά στη σοκολάτα.

Το συντριβάνι αυτό πάντως είχε μια ιδιαιτερότητα, κάτι το οποίο πήρε πολλά χρόνια να ανακαλυφθεί. Συνδεόταν υπογείως με την τουαλέτα του πάρτυ: πρακτικά, ό,τι καταναλωνόταν από τη σοκολάτα συμπληρωνόταν από τα σκατά των Καλεσμένων. Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό κανενός –ή αν είχε πέρασει, θα ήταν από το μυαλό αυτών των παράξενων που είχαν φύγει– από πού εμφανιζόταν τέλος πάντων αυτή η σοκολάτα και δεν είχε τελειώσει αιώνες πριν. Μια μέρα ένας Καλεσμένος που είχε αλεργία στα σποράκια από τις φράουλες δεν τις χώνεψε και αντίθετα τις έχεσε μαζί με τα υπόλοιπα. Λίγο μετά από τύχη τις πρόσεξε να επιπλέουν μέσα στην πισίνα. Έκανε τη σύνδεση και με δυσπιστία το είπε στους άλλους. Οι άλλοι, αν και στην αρχή σιχάθηκαν την ιδέα, η γεύση της σοκολάτας, πλούσια αλλά και λεπτή, ζεστή αλλά όχι αραιή, ήταν τόσο μεθυστική που τους έκανε να συγχωρήσουν τα πάντα. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η αμβροσία ήταν κάποτε σκατά. Στο κάτω-κάτω, δεν είχε σημασία όσο είχαν σοκολάτα.

Τα χρόνια κυλούσαν και οι άνθρωποι συνέχιζαν να απολαμβάνουν το συντριβάνι και τα καλά που τους προσέφερε χωρίς μυαλό για οτιδήποτε άλλο. Ως που κάποτε όλα άλλαξαν.

Ένας περίεργος Καλεσμένος, κάτι πραγματικά σπάνιο στην κοινωνία του πάρτυ, ήθελε να μάθει πώς λειτουργούσε το συντριβάνι, πώς μετέτρεπε τα σκατά σε σοκολάτα. Πλατσούρισε στην τεράστια σοκολατοπισίνα και έφτασε μέχρι τη βάση του συντριβανιού, όπου εκεί βρήκε έναν διακόπτη που κανείς άλλος δεν είχε προσέξει ποτέ. Toν γύρισε και άνοιξε μια καταπακτή μπροστά από το συντριβάνι. Όλο το πάρτυ μπήκε μέσα στον χώρο που άνοιξε από την καταπακτή και βρήκε μια αποθήκη πολλές φορές το μέγεθος του κτιρίου στο οποίο στεγαζόταν το πάρτυ και το συντριβάνι. Για την ακρίβεια, ήταν ένα υπόγειο το οποίο θα μπορούσε να χωρέσει μερικές δεκάδες πολυκατοικίες, αλλά ο χώρος στη μέση ήταν κενός. Αντίθετα, κατα μήκος των τοίχων του υπογείου σε πολλούς ορόφους με ελικοειδής σκάλες που διασταυρώνονταν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα πολύπλοκο δίκτυ, ήταν τοποθετημένες σοκολάτες. Χιλιάδες σοκολάτες. Εκατομμύρια. Κουβερτούρες, γάλακτος, βαλρόνα, με κομματάκια φρούτων, υγείας, αρρώστιας («είναι άρρωστη φίλε!»), με 99% κακάο, λευκές, μαύρες, κόκκινες, πορτοκαλί, φούξια, με δημητριακά, σκέτες, μικρές, μεσαίες, μεγάλες,  πελώριες — ορισμένες είχαν μέγεθος αυτοκινήτου τουλάχιστον– και πολλά άλλα είδη τα οποία το λεξιλόγιο μας δεν επαρκεί για να περιγράψει, καθώς δημιουργήθηκαν σε παράλληλα σύμπαντα με το δικό μας.

Οι Καλεσμένοι του πάρτυ δεν κατάλαβαν αμέσως, βέβαια, πως ήταν σοκολάτα αυτό που μόλις είχαν βρει στο υπόγειο αφού μόνο σε υγρή μορφή την είχαν δει στη ζωή τους. Δεν τους πήρε όμως και πολύ για να συνειδητοποιήσουν τι ήταν ο θησαυρός που είχαν βρει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το συντριβάνι σοκολάτας ήταν αυτό που τους κράταγε στο πάρτυ· γιατί να πάνε οπουδήποτε αλλού; Όμως είχαν ανακαλύψει πως η σοκολάτα ήταν δυνατό να υπάρχει και σε στέρεη, φορητή και εργονομική μορφή — εκτός φυσικά από τα πελώρια κομμάτια σε μέγεθος αυτοκινήτου, τα οποία πρακτικά άρχισαν να τα εξορύχουν.

Ήταν το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας. Υπήρχε υπερπλεόνασμα σοκολάτας και μάλιστα σε χιλιάδες διαφορετικές γεύσεις, αρκετές για να μην βαρεθεί ποτέ και ο μεγαλύτερος σοκολατοφάν. Τα ζώα που ζούσαν στην περιοχή γύρω από το κτίριο του πάρτυ μυρίστηκαν την κατάσταση· γρήγορα αρκούδες και λύκοι έγιναν όσο λιχούδηδες όσο και οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι δεν άργησαν να τα κάνουν οικόσιτα, χρησιμοποιόντας τις αρκούδες όπως θα χρησιμοποιούσαμε άλογα εμείς και τους λύκους για δοκιμαστές: από την υπερβολική σοκολάτα είχαν όλοι τυφλωθεί, δημιουργώντας σε συνάρτηση με την ήδη οξυμένη αίσθηση της γεύσης και όσφρησης τους ένα είδος τέλεια προσαρμοσμένο για να γεύεται σοκολάτα. Γενιά με τη γενιά, τα μάτια των λύκων μίκραιναν, οι μουσούδες και οι μύτες μεγάλωναν. Η συνέχεια της εξέλιξης του είδους ήταν αρκετά φρικιαστική ώστε να μην πρέπει ειδικότερης αναφοράς εδώ. Σε κάθε περίπτωση, το νέο είδος τυφλών λύκων έγινε ανάρπαστο καθώς νέες συνταγές σοκολάτας, νέα μείγματα και ποικιλίες έκαναν την εμφάνιση τους σχεδόν αμέσως, και η σοκολατική γευσιγνωσία εξελίχθηκε στη μόνη δραστηριότητα των Καλεσμένων την οποία εμείς οι άνθρωποι αυτού του κόσμου θα αναγνωρίζαμε ως τέχνη. Οι αρκούδες αντίστοιχα ήταν πολύ εύκολο να εξημερωθούν. Καβάλα στη πλάτη τους και μόνο, οι Καλεσμένοι κατάφεραν να ανακαλύψουν περιοχές γύρω από το πάρτυ και να βρουν πολύτιμα υλικά για να κατασκευάσουν πιο εξελιγμένες κατσαρόλες, μεθόδους για πιο αποτελεσματική εξόρυξη της σοκολάτας. Μάλιστα, ανακάλυψαν και άλλου είδους ασχολίες για το πάρτυ — οι αρκουδομαχίες έδιναν κι έπερναν (οι οποίες ήταν ακίνδυνες καθώς οι αρκούδες έχαναν όλα τους τα δόντια από την τερηδόνα), όπως τα τραγούδια μελοποιημένων καθημερινών ιστοριών με επίκεντρο… ναι, τη σοκολάτα.

Το πιο εντυπωσιακό πάντως ήταν πώς τα τόσο μεγάλα αποθέματα σοκολάτας προκάλεσαν μια θεαματική άνοδο του πληθυσμού των Καλεσμένων. Χωρίς να περιορίζονται πλέον από ένα κλειστό σύστημα περιορισμένης παροχής σοκολάτας και μπορώντας να φάνε αλλά και να ταΐσουν πρακτικά αμέτρητους, οι γεννήσεις δεκαπλασιάστηκαν. Σε λίγα μόνο χρόνια, δεν υπήρχε αρκετός χώρος για όλους, αλλά κανείς δεν ήξερε να χτίζει, ούτε ήξερε τι σημαίνει σπίτι, οπότε αναγκαστικά στριμώχνονταν στο κτίριο. Ανάλογο στριμωξίδι έπεφτε βέβαια στην τουαλέτα, όπου δεν υπήρχε στιγμή που να μην ήταν γεμάτη.

Για την ακρίβεια, τα σκατά έγιναν πολύ μεγάλο πρόβλημα πολύ γρήγορα. Όχι μόνο οι Καλεσμένοι είχαν να διαχειριστούν τις πολλαπλάσιες ποσότητες από φρέσκα σκατά όλων των ανθρώπων που δεν ζούσαν πριν μερικά χρόνια, έπρεπε να κάνουν κάτι και με τα σκατά των αρκούδων και των λύκων, οι οποίοι έχεζαν αδιακρίτως, όντας πλάσματα χωρίς τρόπους και πολιτισμό. Οι τουαλέτες δούλευαν σε υπερωρία· μάλιστα είχαν φτιάξει και οι Καλεσμένοι κάποιες αυτοσχέδιες τουαλέτες στον χώρο του πάρτυ με παραβάν για να μπορούν να χέζουν μακριά από τους υπόλοιπους όσοι δεν μπορούσαν να κρατηθούν και έπρεπε οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα. Αυτά τα αυτοσχέδια αποχωρητήρια αρχικά αδειάζονταν στην τουαλέτα όταν όλοι κοιμούνταν και κανείς δεν τη χρησιμοποιούσε, όμως από ένα σημείο και μετά άρχισαν να πετάγονται στο συντριβάνι μαζί και με τα μαζεμένα σκατά των λύκων και των αρκούδων. Το συντριβάνι θα τα έκανε σοκολάτα άλλωστε, αργά ή γρήγορα. Ήταν ο κύκλος της ζωής.

Η αλήθεια ήταν ότι οι Καλεσμένοι είχαν ξεχάσει το συντριβάνι. Από τότε που ανακάλυψαν την αποθήκη, το άφηναν όλο και περισσότερο στη μοίρα του. Έχυναν τα σκατά μέσα του απλά για να τα ξεφορτωθούν και μόλις και μετα βίας τώρα άγγιζαν τη σοκολάτα, αφού δεν ήξεραν τι άλλο θα είχε ανακατεμένο μέσα. Μάλλον, ήξεραν πολύ καλά. Εκτός από την καθαρά συμβολική πια παραδοσιακή τελετή στην οποία όσοι μπορούσαν να σκαρφαλώσουν τα 10 μέτρα του συντριβανιού, να λουστούν και να πιουν από την κορυφή του (όπως θα έπινε κανείς νερό και θα λουζόταν από ένα λάστιχο), θεωρούνταν πια ενήλικοι, το συντριβάνι δεν είχε σημασία πια στη ζωή των Καλεσμένων. Παρ’ όλ’ αυτά συνέχιζε κάθε μέρα να αναβλύζει σοκολάτα ακούραστα.

Τα χρόνια πέρναγαν. Τα αποθέματα υπόγειας σοκολάτας δεν εξαντλούνταν, αλλά οι Καλεσμένοι έπρεπε να πήγαινουν όλο και πιο βαθιά για να βρίσκουν καλά κομμάτια. Μερικοί ήδη μπορούσαν να δουν ότι κάποια στιγμή τα αποθέματα θα τέλειωναν αλλά οι προειδοποίησεις τους δεν άγγιζαν τους ύπολοιπους: «εγώ βλέπω πολύ σοκολάτα εκεί κάτω φίλε! Αφού δεν θα τελειώσει για εμάς και για τα παιδιά μας, τι σε νοιάζει;» Οι σκεπτικοί σήκωναν τους ώμους και μπουκώνονταν ένα κομμάτι από τη μπάρα με γέμιση ρούμι τους. Ίσως και να είχαν δίκιο οι άλλοι.

Και τα χρόνια πέρναγαν…

Η Τραγανή πάντα ονειρευόταν αυτή τη στιγμή. Από όταν ήταν μικρό κορίτσι της έλεγαν οι μεγάλοι ότι μόνο όταν θα μπορούσε να πιει σοκολάτα από την κορυφή του συντριβανιού θα μπορούσε να έχει τις δικές της, τις ολοδικές της συνταγές και φυσικά τον δικό της λύκο. Θα μπορούσε να πάει μαζί με τους άντρες και τις αρκούδες για να ανακαλύψει καινούργια σοκολάτα — λέγανε ότι είχε βρεθεί ένα άλλο πάρτυ με ένα άλλο υπόγειο πέρα από τη λίμνη (γεμάτη με αυτό το περίεργο νερό που δεν είχε καν γεύση!), αλλά κανείς δεν ήξερε στα σίγουρα γιατί κανείς ποτέ δεν είχε γυρίσει πίσω. Οι πιο υπερβολικοί και αυτοί που αγαπούσαν τις ιστορίες έλεγαν ότι το άλλο παρτυ το είχαν οργανώσει και ξεκινήσει αυτοί οι οποίοι είχαν φύγει πριν πολλά χρόνια, τότε ακόμα που οι παππούδες έπιναν από το συντριβάνι. Αναρωτιόταν πάντα λοιπόν η Τραγανή, πως ήταν δυνατόν κανείς να ξέρει ότι υπήρχε το άλλο πάρτυ αφού δεν γύριζε κανείς; Καλύτερα: γιατί δεν γύριζε κανείς; Μήπως το άλλο πάρτυ είχε πιο νόστιμη σοκολάτα; Μήπως είχαν βρει άλλες γεύσεις εκεί, λύκους με καλύτερη μύτη; Μήπως επειδή δεν θα είχε τόσο κόσμο εκεί οι τουαλέτες θα λειτουργούσαν οργανωμένα και καθαρά; Άλλες φορές την έπιαναν οι φόβοι της: μήπως η λίμνη ήταν στοιχειωμένη; Αλήθεια, δεν θα της φαινόταν καθόλου περίεργο, όσο ανατριχιαστικό κι αν ήταν, αν αυτή η εξήγηση ήταν η αλήθεια· εκείνη, μια φορά, ποτέ δεν είχε εμπιστευτεί αυτό το «νερό».

‘Ολες αυτές οι σκέψεις την είχαν κάνει να σκαρφαλώσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και τώρα βρισκόταν στην κορυφή. Είχε βοηθήσει και το λικέρ σοκολάτας το οποίο είχε πιει λίγο πριν τολμήσει να ανέβει· κανείς δεν περίμενε ότι θα κατάφερνε αφού ήταν με διαφορά η μικρότερη που είχε δοκιμάσει ποτέ να σκαρφαλώσει. Η στιγμή όμως είχε φτάσει. Ήταν έτοιμη να βάλει το στόμα της πάνω από την κορυφή για να πιει κι επιτέλους να μπορέσει να ικανοποιήσει τα όνειρα της, κουρασμένη αλλά δικαιωμένη, ένα με τον κόσμο. Τρέμετε, άλλα πάρτυ, γιατί σας έρχομαι!

Άρχισε να πίνει σοκολάτα. Η οικογένεια και οι φίλοι της, οι οποίοι την έβλεπαν από μακριά, άρχισαν να χειροκροτούν και να φωνάζουν το όνομα της ρυθμικά. Τσιρίδες, χαμός, κακό. Ξαφνικά, άρχισε να νιώθει την σοκολάτα λιγότερο λεπτή, πολύ πιο παχύρρευστη, να την μπουκώνει. Της γρατζούναγε τον λαιμό και την έπνιγε. Δεν μπορούσε να καταπιεί αρκετά γρήγορα. Πίνοντας δεν είχε πάρει ανάσα και έτσι δεν μπορούσε να γευτεί τίποτα. Κατάπιε και πήρε ανάσα απ’τη μύτη. Αυτό που γεύτηκε δεν ήταν σοκολάτα. Όλη της τη ζωή είχε δοκιμάσει χιλιάδες διαφορετικά είδη σοκολάτας αλλά αυτό… Όχι, δεν μπορεί να ήταν… Πανικοβλήθηκε. Έχασε την ισορροπία της αφού πάλεψε στην κορυφή για 2-3 δευτερόλεπτα και έπεσε τα δέκα μέτρα του συντριβανιού στην πισίνα, λερώνοντας όλους όσους παρακολουθούσαν. Αφού ξεπέρασε το σοκ της πτώσης άρχισε να κάνει εμετό μέσα στην πισίνα, ταυτόχρονα κλαίγοντας.

Όλοι είχαν σωπάσει. Είχαν κατάλαβαν από το πρώτο δευτερόλεπτο τι είχε συμβεί.

Οι πρώτης κινήσεις ήταν σπασμωδικές και τρομοκρατημένες. Πολλοί έφυγαν τρέχοντας από το πάρτυ σε κατάσταση σοκ. Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν σε όσους ήταν στις τουαλέτες και τους απαγόρευαν να πάνε, απειλώντας τους. Άλλοι μάζεψαν το κουράγιο τους και βούτηξαν στην πισίνα, φτάνωντας μέχρι το συντριβάνι για να δουν αν μπορούσαν να καταλάβουν τι είχε πάει στράβα. Οι περισσότεροι όμως πήγαν μέχρι το υπόγειο και μάζεψαν όσες περισσότερες σοκολάτες μπορούσαν να κρατήσουν. Για λίγο, όλοι κοίταζαν τον εαυτό τους και τις δικές τους προοπτικές· το συντριβάνι, όσο παραμελημένο κι αν ήταν, δεν σταματούσε να είναι ένα σύμβολο, και όταν το συντριβάνι σοκολάτας αντί για σοκολάτα ξέρναγε σκατά, τα πράγματα σίγουρα ήταν το λιγότερο πολύ σοβαρά.

Εκείνη τη βραδιά δεν είχε τραγούδια και αρκουδομαχίες· είχε όμως πολύ λικέρ σοκολάτας, που εκείνον τον καιρό πινόταν πολύ. Συζητήθηκε το περιστατικό της ημέρας όμως οι λύσεις, παρα την κρισιμότητα της κατάστασης και την ανησυχία των Καλεσμένων, δεν ήταν τόσο αποφασιστικες, αφού υπήρχαν διαφωνίες:

«Δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να συνδέει τη δυσλειτουργία του συντριβανιού με τα επιπλέον σκατά. Θα μπορούσε να είναι καθαρή σύμπτωση ή κάποια ανωμαλία του υπεδάφους!», έλεγαν αυτοί που ήταν υπεύθυνοι για την εξόρυξη και έτσι κράταγαν μεγαλύτερο μερίδιο. «Το περιστατικό είναι μεμονωμένο. Αν δεν είναι, θα χρειαστεί πολυετή μελέτη και παρατήρηση για να μπορούμε να διαπιστώσουμε αν όντως το συντριβάνι έχει πρόβλημα. Μόνο τότε θα είναι απαραίτητο να λάβουμε μέτρα», έλεγαν εκείνοι που είχαν τσιμπήσει τις περισσότερες σοκολάτες μες τον πανικό. «Πρέπει να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τις τουαλέτες! Μπορούμε να χέζουμε και στο δάσος ή και στη λίμνη! — αλλά μετά το συντριβάνι δεν θα έχει σοκολάτα», έλεγαν οι αναποφάσιστοι καλοθελητές. «Πρέπει να ξεφορτωθούμε τους λύκους και τις αρκούδες», έλεγαν αυτοί που πίστευαν ότι τα σκατά των ζώων ήταν το μόνο πρόβλημα. «Αλλά πώς; Αγαπάμε τους λύκους και τις αρκούδες!», έλεγαν εκείνοι που είχαν πολλές αρκούδες και λύκους. «Μπορούμε να αναπληρώνουμε τη διαφορά σκατού-σοκολάτας με μέρος απ’όσα βγάζουμε από το υπόγειο», σκέφτονταν κάποιοι οι οποίοι προσπαθούσαν να δώσουν λύση αλλά με τελείως λάθος τρόπο.

Κανείς δεν τόλμησε να προτείνει, αν το είχε καν σκεφτεί, να σταμάταγαν να εξορύχουν σοκολάτα από το υπόγειο για να επιστρέψει το συντριβάνι σε αυτό που ήταν κάποτε. Αυτό θα σήμαινε ότι πολλοί θα έπρεπε να πεινάσουν, να φύγουν, να πεθάνουν ή τέλος πάντων, μαζί με τη σοκολάτα να φάνε και σκατά. Ποιος θα μπορούσε ποτέ να τολμήσει να προτείνει κάτι τέτοιο;

Οι συζητήσεις τράβηξαν μέχρι το πρωί, αλλά νόημα δεν βγήκε. Η απόφαση μετατέθηκε.

Ξανά και ξανά.

Από ένα σημείο και μετά μερικοί άρχισαν να λένε πως το συντριβάνι δεν ανάβλυζε μόνο σκατά αλλά και σοκολάτα. Δεν ήταν δυνατόν να βγαίνουν μόνο σκατά. Ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε κανείς να ξέρει αφού άλλωστε είχαν το ίδιο χρώμα. Οι συνειδήσεις καθησυχάστηκαν. Οι πιο συντηρητικές προτάσεις ήταν αυτές που ακολουθήθηκαν χωρίς κανείς να το αποφασίσει συνειδητά. Μέρα με τη μέρα το αρχικό σοκ πέρασε (βοήθησαν παρα πολύ και τα φρεσκοανεβασμένα σοκολατένια τούβλα γεμάτα κρέμα σαμπάνιας και παντεσπάνι) αφού οι Καλεσμένοι είδαν ότι δεν έχασαν πολλά πράγματα χάνοντας το συντριβάνι. Ο πληθυσμός του πάρτυ συνέχιζε να αυξάνεται, οι Καλεσμένοι δεν είχαν φτιάξει άλλες τουαλέτες, οι εξορύξεις έφερναν ολοένα  και μεγαλύτερα κομμάτια πάνω και κανείς δεν είχε αποχωριστεί τις αρκούδες ή τους λύκους του.

Αντίθετα, στο μεταξύ είχαν εξημερώσει και κοράκια, τα οποία είχαν γίνει το πρώτο είδος τρόφης εκτός της σοκολάτας και των βουτημάτων: τα αιχμαλώτιζαν και τα τάιζαν κομματάκια σοκολάτας, τρούφες, μπράουνις και νουαζέτες, αργά και βασανιστικά (η σοκολάτα είναι δηλητήριο για τα πουλιά) για μερικούς μήνες, μέχρι το μεγαλύτερο μέρος του κορακιού να είχε γεύση σοκολάτας, όπως θα μεγάλωνε κανείς ένα ισπανικό γουρούνι με βελανίδια, και τελικά αφού το πτηνό υπέκυπτε στις κακουχίες το ξεπουπούλιαζαν και το έψηναν σε βραστό κακάο και μετά το διατηρούσαν μέσα σε μεγάλα κομμάτια λιωμένη κουβερτούρα την οποία μετά πάγωναν στο κρύο (τα κοράκια ήταν χειμωνιάτικη σπεσιαλιτέ). Πήραν την ιδέα ότι τα ζώα θα μπορούσαν να αποτελέσουν τροφή παρακολουθώντας τη φύση. Όλοι είχαν ενθουσιαστεί με αυτόν τον καινούργιο διατροφικό συνδυασμό.

Δεν το πρόσεξαν αμέσως όταν μια μέρα επικράτησε μια εκκωφαντική σιωπή μέσα στον χώρο του πάρτυ, ενώ όλα κυλούσαν κατα τα φαινόμενα φυσιολογικά. Ήταν και ότι από τη μέρα που άρχισε να αναβλύζει σκατά το συντριβάνι, οι μύγες οι οποίες είχαν ριμάξει τα σαπισμένα και μουχλιασμένα αλλά διαρκώς αναπληρούμενα μπισκότα και φρούτα της κουζίνας είχαν μετατεθεί και στον κεντρικό χώρο, κάνοντας έναν ήχο θαρρείς και ζούσες στο μεγαλύτερο μελίσσι του κόσμου. Οι Καλεσμένοι ήταν ζωντανή απόδειξη, αν μη τι άλλο, ότι τα πάντα μπορούσε να συνηθίσει κανείς (εκτός από τη σοκολάτα!)Έπρεπε να πέσει η ξέφρενη βαβούρα, το αποτέλεσμα της καθημερινής υπερβολικής πια κατανάλωσης λικέρ σοκολάτας, για να προσέξουν κάτω από το βουητό των σμηνών από σκατόμυγες ότι ένας ήχος έλειπε. Το συντριβάνι δεν λειτουργούσε πια. Είχε σταματήσει. Οι αντιδράσεις και πάλι ανήσυχες αλλά όχι όσο πανικοβλημένες όσο την πρώτη φορά, «τη σκαπουλάραμε την προηγούμενη φορά, θα τα καταφέρουμε κι αυτή». Όλα ήταν μέρος της κανονικότητας όσο υπήρχε φρέσκια πραλίνα με κομματάκια αλμυρού μπισκότου.

Δεν είχαν περάσει λίγες μέρες που το συντριβάνι γέμιζε σκατά χωρίς να επιστρέφει τίποτα, όταν όλα κατέρρευσαν. Ο εσωτερικός μηχανισμός του συντριβανιού που μετέτρεπε σκατά σε σοκολάτα, ένα πραγματικό μαύρο κουτί για τους Καλεσμένους, είχε μπουκώσει και απορρυθμιστεί για τα καλά. Η πίεση των υπερσυσωρρευμένων κοπράνων που δεν είχαν καμία δίεξοδο από τα υδραυλικά σοκολαταυλικά του ήταν υπερβολικά μεγάλη. Για κακή τύχη των Kαλεσμένων,τίποτα δεν ξεφεύγει από τους νόμους της φυσικής. Με έναν θόρυβο τόσο δυνατό που, όπως τη γεύση των σκατών, ποτέ δεν είχαν αισθανθεί οι Καλεσμένοι στον μικρό τους κόσμο, το συντριβάνι ανατινάχτηκε. Σκατά πιτσιλίστηκαν στο ταβάνι, στους τοίχους, σε όλους τους Καλεσμένους, βάφοντας τα πάντα ένα ζωηρό σκατουλί. Θραύσματα από το συντριβάνι σκότωσαν μερικούς. Ένας πίδακας σκατών υπήρχε τώρα εκεί που μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα ήταν αυτό που κάποτε ήταν κυριολεκτικά η ψυχή του πάρτυ.

Η πισίνα του συντριβανιού ξεχείλισε και άρχισε να πλημμυρίζει τον χώρο με σκατά. Αφού η καταπακτή ήταν ακριβώς μπροστά στη πισίνα, το υπόγειο ήταν το πρώτο που δέχτηκε το τσουνάμι υγρής αηδίας. Όσοι Καλεσμένοι έτρεξαν πρώτοι αυτή τη φορά στο υπόγειο για να πάρουν αποθέματα έπρεπε να κατέβουν πολύ χαμηλά για να φτάσουν στα τελευταία επίπεδα, έχοντας μάλιστα έναν καταρράκτη από κακά να κάνει ελεύθερη πτώση τα εκατοντάδες μέτρα βάθους του υπογείου για να τους μαγεύει γνωστές και άγνωστες αισθήσεις. Μόλις έφτασαν κάτω, βρήκαν πως ο χώρος είχε ήδη πλημμυρίσει με μια βαθιά πιχτή καφετιά λίμνη που είχε ήδη καλύψει τους τελευταίους εναπομείναντες θησαυρούς τους. Βλέποντας τη ζωή τους να χάνεται, κάποιοι στην απελπισία τους, περισσότεροι απ’όσους θα περιμέναμε στον δικό μας κόσμο που καμία σχέση δεν έχει με αυτές τις ιστορίες σκατίλας, βούτηξαν σε αυτό τον παχύρρευστο βάλτο. Εκείνο το υπόγειο ήταν ο υγρός (;) τους τάφος· σαν κινούμενη άμμος του τράβηξε μέχρι το βυθό όπου είχαν τις τελευταίες τους ευτυχισμένες στιγμές. Ευτυχισμένες, γιατί λένε πως λίγο πριν κανείς πεθάνει από πνιγμό, όταν δηλαδή τελικά δεν αντέξει και πάρει ανακλαστικά ανάσα, όταν εισπνεύσει για την τελευταία θανάσιμη φορά και το υγρό (σε αυτή την περίπτωση φυσικά το σκατό) εισχωρήσει στην αναπνευστική οδό και τη γεμίσει, όταν τελικά ο μελλοθάνατος αρχίσει να βυθίζεται σαν πέτρα μέχρι τον πάτο, νιώθει μια περίεργη γαλήνη, μια ηρεμία και αποδοχή της κατάστασης οι οποίες συχνά οδηγούν σε μεταθανάτιες εμπερίες. Ισως να ήταν ακόμα πιο ευτυχισμένες οι στιγμές των δεκάδων Καλεσμένων που πέθαναν έτσι, αν μπορούσαν να δουν μέσα από το αδιαφανές τους φέρετρο τις τάβλες λευκής σοκολάτας με κράνμπερις που τους περίμεναν στον πυθμένα.

Μέσα σε λίγα λεπτά ολόκληρο το δάπεδο του χώρου του πάρτυ ήταν καλυμμένο και ο πίδακας δεν σταμάταγε τη ροή του. Όπως-όπως οι άνθρωποι εγκατέλειψαν το πάρτυ και έτρεξαν μακριά, προς τη λίμνη. Ανοίγοντας την πόρτα, τα σκατά τους ακολούθυσαν και άρχισαν να πλημμυρίζουν και τον έξω χώρο. Οι αρκούδες κατάφεραν να σωθούν, όμως τα κοράκια στα κλουβιά τους δεν μπορούσαν να ξεφύγουν· ίσως αυτός ο θάνατος να ήταν τελικά καλύτερος από τον άλλο που θα τα περίμενε. Οι λύκοι, ζαλισμένοι από τον υπερερεθισμό της μοναδικής πλέον αίσθησης τους, πνίγηκαν κι αυτοί. Παράλληλα, οι Καλεσμένοι, τρέχοντας να ξεφύγουν σε κατάσταση ντελίριου, λερωμένοι από τα σκατά που εδώ που τα λέμε ήταν απαράλλακτα με την αιώνια κρούστα σοκολάτας που κάλυπτε το δέρμα τους, έφτασαν μέχρι τη λίμνη και βούτηξαν.

Παραδομένοι σε έναν συλλογικό πανικό ο οποιός μέσα στο νερό μεταμορφώθηκε σε γαλήνη, κανείς τους δεν θυμόταν αργότερα πόση ώρα είχαν μείνει μέσα στη λίμνη κάτω από τον απογευματινό ήλιο χωρίς να μιλάνε, αποσβολωμένοι. Ένιωθαν σαν να είχαν ξαναγεννηθεί αιφνίδια.  Όλοι κοιτάζονταν λες και βλεπόντουσαν για πρώτη φορά, με καθαρά πρόσωπα, χωρίς λεκέδες από πασαλειμμένη σοκολάτα.

Η Τραγανή είχε ξαπλώσει και στέγνωνε στην όχθή. Αργά, επαναλαμβανόμενα και σχεδόν ηδονικά ένωνε και χώριζε τα δάχτυλα της με τον αντίχειρα της. Χαμογελούσε όπως ποτέ δεν είχε χαμογελάσει.

Τα δάχτυλα της για πρώτη φορά στη ζωή της δεν κόλλαγαν.

Eκκλησίες: χρήσεις για την μετα-χριστιανική εποχή

Καθίστε μια στιγμή και σκεφτείτε πόσες εκκλησίες υπάρχουν στην Ελλάδα. Άγιες Φωτεινές, Άγιοι Σώστες, Άγιοι Γεώργιοι, Δημήτριοι, Βαρβάρες, Ιωάννηδες, Θεράπωντες, Νεκτάριοι… Μικρές, μεγάλες, τεράστιες, συνοικιακές, αρχάιες, νέες, πέτρινες, τσιμεντένιες, άγνωστες, διάσημες, διαλυμένες, πλούσιες, φτωχές, κιτς, γραφικές, όμορφες, άσχημες…

Κάποτε, η εκκλησία ήταν το κέντρο του χωριού ή της πόλης, ήταν ο τόπος συνεύρεσης των ανθρώπων. Θα πήγαιναν εκεί για να μάθουν το κουτσομπολιό αλλά και για να αποδώσουν τον φόρο τιμής στον Χριστό, να παρακολουθήσουν την λειτουργία ή το μυστήριο. Ήταν αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πνευματικής ζωής του τόπου για αιώνες — για να μην πω για σχεδόν δύο χιλιετίες, από την εποχή που ο Χριστιανισμός πάτησε το πόδι του γερά στην Ελλάδα για να αντικαταστήσει την Ελληνιστικό-ρωμαϊκή κουλτούρα. Αυτό μου ακούγεται λάθος γιατί ουσιαστικά η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν που θεσμοποίησε τον Χριστιανισμό στην Ελλάδα αλλά αυτή η ιστορία δεν είναι του παρόντος. Κάποτε η εκκλησία και ο χριστιανισμός, και μην πάτε πολύ πίσω, ακόμα και 30 χρόνια φτάνουν, ισοδυναμούσαν με την ελληνική κουλτούρα. Οι Έλληνες ήταν όλοι χριστιανοί και μάλιστα με έναν τρόπο τον οποίο δεν συναντάς εύκολα αλλού. Δεν θα ξεχάσω όταν ήμουν μικρός και με εντυπωσίαζε ότι το 99% των ανθρώπων που έμεναν στην Ελλάδα ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, μεταξύ τους περήφανα κι εγώ, όπως σε όλα τα παιδιά αρέσουν αυτές οι ξεκάθαρες υποθέσεις σχετικά με οτιδήποτε συμβαδίζει με τους τρόπους των γονιών τους. Αχ, παιδική αθωότητα… Οι Έλληνες μπορεί να μην ήταν θρήσκοι, να πήγαιναν να κοινωνήσουν κάθε Κυριακή, αλλά θα έκαναν τον σταυρό τους όταν πέρναγαν μπροστά από μια εκκλησία, δεν θα έβριζαν καθόλου εύκολα τα Θεία και άλλα πολλά που εύκολα μπορούμε να φανταστούμε όλοι μας.

Όσοι ξέρετε τις απόψεις μου, θα ξέρετε ότι είμαι πηγαία αντίθετος σε οποιαδήποτε οργανωμένη θρησκεία ειδικά με τον τρόπο που έχει οργανωθεί για αιώνες για να καταπιέζει ηθικά και να ελέγχει τους πληθυσμούς. Όμως όταν η θρησκεία είναι μέρος της κουλτούρας τοσο αναπόσπαστα όπως είναι τώρα στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου (πού θα ήταν οι άραβες χωρίς Ισλάμ; πού θα ήταν οι ινδοί χωρίς Ινδουισμό; πού θα ήταν οι έλληνες χωρίς Χριστιανισμό;) αναρρωτιέμαι τι μπορεί να μείνει αν αφαιρέσουμε την θρησκεία από έναν λαό, η οποία, ευτυχώς ή δυστυχώς, δρα και ως μια συνεκτική κόλλα για τους ανθρώπους, όπως δρα η εθνικότητα ή η γλώσσα. Ας μην ξεχνάμε ότι στην ανταλλαγή πληθυσμών του 1922-24 (την οποία έχω πολύ φρέσκια γιατί πήγα σε μια εξαιρετική έκθεση στο μουσείο Μπενάκη και στις προβολές δυο ντοκυμανταίρ: Σμύρνη, η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης και Διωγμός και ανταλλαγή πληθυσμών Τουρκία Ελλάδα: 1922-24. Δυο μπράβο στην κα. Μαρία Ηλιού, στον Αλέξανδρο Κιτρόεφ και σε όλους τους συντελεστές. Καιρός είναι εμείς της τρίτης γενιάς να ανακαλύψουμε τις ρίζες μας επιτέλους και να αποτινάξουμε τον μύθο της Μοναδικής Ιστορίας μια και καλή) τα κριτήρια της ανταλλαγής ήταν θρησκευτικά· μέχρι ένα σημείο πολύ αμφιλεγόμενο, η θρησκεία κρίνεται ταυτόσιμη με την εθνικότητα.

Κάποτε οι παπάδες και οι μητροπολίτες ήταν αρχηγοί και σύμβολα, όπως ήταν ο Χρυσόστομος για τους Έλληνες της Σμύρνης. Ήταν πνευματικοί ηγέτες και αναπόσπαστα μέρη της κοινωνίας. Δεν μπορώ να ξέρω αν τιμούσαν την θέση τους ή όχι, πάντως δεν ήταν στην θέση που βρίσκονταν σήμερα: η ύπαρξη τους είχε πραγματικό νόημα γιατί ο κόσμος πίστευε στην ανάγκη τους και στο υπερβατικό, το εξαιρετικό το οποίο εκπροσωπούσαν.

Σήμερα, οι παπάδες μόνο χρήσιμοι δεν είναι, ούτε καν συμβολικά. Αυτό το σάπιο σύστημα που λέγεται Εκκλησία της Ελλάδος που ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με τις (όποιες) ηθικές αρχές του Χριστιανισμού ούτε κατα οποιαδήποτε τρόπο αντανακλά τις ανάγκες και τις αρχές της κοινωνίας, αργοπεθαίνει, όπως η οργανωμένη θρησκεία πεθαίνει εδώ και καιρό στις νεοφιλελεύθερες χώρες. Για να μην αναφέρω την αμύθητη περιουσία της που λέγεται ότι θα έφτανε ακόμα και για να ξεπληρώσει το ελληνικό χρέος. Συντηρείται μόνο από τους διόλου ευκαταφρόνητους αριθμούς συντηρητικών/φοβισμένων ηλικιωμένων οι οποίοι ποτέ δεν έμαθαν να ψάχνουν την σωτηρία του σώματος, της ψυχής και της ελευθερίας τους παρα μόνο εκ των έξω.

Οι νεώτερες γενιές δεν αντιπροσωπεύονται από την εκκλησία πια. Δεν ξέρουν τα ευαγγέλια, βαριούνται στους αγιασμούς, δεν πιστεύουν στον Χριστιανικό τριαδικό Θεό αλλά μπορεί να πιστεύουν σε κάτι άλλο το οποίο να αποκαλούν Θεό, σε μια δική τους προσωπική κοσμοθεωρία. Όλο και περισσότεροι νέοι και όχι και τόσο νέοι πια δεν πάνε στην εκκλησία, ούτε καν μέσα στο Πάσχα, επιλέγοντας να είναι πιο δημιουργικοί και λιγότερο παραδοσιακοί. Οι γονείς όλο και λιγότερο βαφτίζουν τα παιδιά τους με χριστιανικά ονόματα, επιλέγοντας αρχαιοελληνικά ή συνδυαστικά. Μιλώντας για την Αρχαία Ελλάδα, αυτή αντικαθιστά όλο και περισσότερο τα χρόνια του χριστιανισμού για τους Έλληνες ως την εκ των πραγμάτων ιστορία τους. Τι δόξα έχει να προσφέρει στον απλό Έλληνα η σύνδεση με το χριστιανικό του και με το υπο συμβίωση με άλλα έθνη και θρησκείες υπο την Οθωμανική Περίοδο παρελθόν; Ξεχνάει τα 1500+ χρόνια τα οποία ήταν χριστιανός και δημιουργεί την ιστορική του αντίληψη ως απόγονος του Περικλή, του Αλέξανδρου, του Leonidas και του Πλάτωνα. Η χριστιανική σημαία του πλέον συμβολίζει και την Αθηναϊκή Συμμαχία, την Αττική Διάλεκτο και την περικεφαλαία.

Από αυτή την σύγχυση και την ανάδυση μιας νέας Ελληνικής ταυτότητας με πολύ περισσότερη έμφαση σε αρχαιοελληνικά στοιχεία και μια στροφή μακριά από την πολύ πιο πρόσφατη παράδοση (δηλαδή, από το τι έκαναν οι προπαππούδες και οι παππούδες μας) ο μόνος πραγματικός ηττημένος είναι η Χριστιανική πίστη. Για να επιστρέψω λοιπόν στο πώς ξεκίνησα αυτό το κείμενο:

Τι θα απογίνουν οι εκκλησίες αν οι Έλληνες πλέον είναι Χριστιανοί μόνο για να κρατάνε τα προσχήματα;

Είχα την παραπάνω απορία όταν κατάλαβα ότι οι εκκλησίες, όπως τα πάντα, είναι εφήμερες, και οι περισσότερες χτίσηκαν όταν οι ανάγκες και τα τα πιστεύω των Ελλήνων ήταν τελείως διαφορετικά. Σίγουρα η κοινωνία σε κάποια φάση θα σταματήσει να τις χρησιμοποιεί εντελώς ως ναούς του Χριστιανισμού, αφού όπως φαίνεται η κοινωνία δεν θα χαρακτηρίζεται πια παρα ελάχιστα και επιφανειακά από την χριστιανική ταυτότητα. Ακόμα κι αν οι Έλληνες παραμείνουν κατα κώρον χριστιανοί στις πεποιθήσεις τους, αυτός ο Χριστιανισμός θα έχει προτεσταντοποιηθεί/εξατομικευθεί ακόμα περισσότερο και δεν θα χρειάζονται εκκλησίες ή παπάδες.

Φανταστείτε την αγαπημένη σας εκκλησία σε 50 ή 100 χρόνια. Αν μέινετε στην Ελλάδα στις δύσκολες εποχές που έρχονται, πιστεύετε ότι τα παιδιά σας (αν κάνετε), τα εγγόνια ή τα δισέγγονα σας, θα έχουν το οποιοδήποτε ενδιαφέρον να πάνε στην εκκλησία; Μάλλον θα είναι εγκαταλειμμένη και θα έχει πέσει σε αχρηστία προ πολλού. Σε τι κατάσταση θα είναι αυτή; Γκρεμισμένη, μουχλιασμένη, με τα χρυσά της κλεμμένα προ πολλού και το εσωτερικό της βανδαλισμένο από τα πεινασμένα και αγανακτησμένα πλήθη; Είναι μια πιθανότητα.

Δεν είναι κρίμα όλες οι χιλιάδες, για να μην πω δεκάδες χιλιάδες, εκκλησίες στην Ελλάδα να έχουν βρει μια παρόμοια μοίρα αχρηστίας και εγκατάλειψης; Είναι χρήσιμοι χώροι οι οποίοι θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν διαφορετικά. Τι άλλες χρήσεις μπορούν να έχουν;

Μερικές ιδέες:

  • Να γκρεμιστούν ώστε οι χώροι που καταλαμβάνουν να αξιoποιηθούν διαφορετικά. Ελπίζω όχι με την δημιουργία εμπορικών κέντρων ή ναούς στην καινούργια παγκόσμια θρησκεία, στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Ίσως ερευνητικά κέντρα, πάρκα, σχολεία; Οι ιδέες πολλές και οι δυνατές χρήσεις περισσότερες.
  • Κάποιες σαφώς να γίνουν μουσεία. Δεν μπορούν ΟΛΕΣ να γίνουν μουσεία, πάντως, και αν κρίνω από την σημερινή κατάσταση των μουσείων στην επικράτεια, αυτό ίσως να καταδικάσει το μέλλον τους χειρότερα από κάθε άλλη πιθανή επιλογή.
  • Ουτοπική πρόταση Ι: μετατροπή των εκκλησιών σε τόπους ενημέρωσης σχετικά με τα φαινόμενα αυθυποβολής και διαχωρισμού που δημιουργούν οι θρησκείες («εγώ έχω δίκιο, όχι εσύ»), κατ’ επέκταση πώς όλες οι θρησκείες ουσιαστικά δίνουν διαφορετικό όνομα και υπόσταση σε κάτι το κοινό και άρα προσπάθεια εύρεσης και προβολής των κοινών σημείων των θρησκειών, infostands για την ενημέρωση σχετικά με μη-μονοθεϊστικές φιλοσοφίες και θρησκείες (ταοϊσμός, ζεν, βουδισμός, ινδουισμός, shinto, ανιμισμός) και διασυνδέσεις για περαιτέρω έρευνα στους εκάστοτε φορείς ή τον γκουρού της γειτονίας σας. Αυτή η ενημέρωση μπορεί να είναι και σε τοπικό επίπεδο.
  • Ουτοπική πρόταση ΙΙ: προαιρετικά με την επιλογή Ι, αλλά όχι σε αμοιβαία σύγκρουση μεταξύ τους, να γίνουν οι εκκλησίες κέντρα ενημέρωσης σχετικά με καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φυλετικής (gender & ethnicity) ανισότητας και άλλων παρόμοιων συμπεριφορών για την βοήθεια πάταξης τους. Όπως και η παραπάνω πρόταση, και αυτή η ενημέρωση μπορεί να είναι σε τοπικό επίπεδο.
  • Σε κάθε εκκλησία μπορεί να εγκατασταθεί ένα Total Perspective Vortex [1][2][3][4, ως προέκταση στο 3] με ειδικό επιτελείο αναπροσαρμογής ώστε το βασανιστήριο της πλήρης συνειδητοποίησης της ασημαντότητας του να γίνει χρήσιμη στον εκάστοτε άνθρωπο και να τον βοηθήσει να διοχετεύσει την ενέργεια που θα έρθει από την πλήρη αυτή συνειδητοποίηση σε χρήσιμες και όχι αυτοκαταστροφικές ενέργειες.
  • Μπορούν να γίνουν θεματικά cinema ή κλαμπ. Ειδικά οι μεγάλες εκκλησίες θα μπορούσαν να έχουν μεγάλη επιτυχία έτσι.
  • Πού ξέρεις; Μπορεί ο Χριστιανισμός παγκοσμίως να ξεκινήσει μια εκστρατεία για να ξανακερδίσει τα χαμένα πλήθη. Θα γνωρίσουμε την Αντιμεταρρύθμιση Mk. II η οποία θα φέρει την θρησκεία στο πνεύμα της εποχής. Το δόγμα θα ψηφιοποιήσει τα ιερά κείμενα και θα τα μεταφράσει σε LOLspeak γραμμένο με greeklish, θα αντικαταστήσει οποιαδήποτε αναφορά στην Αγία Τριάδα με τις λέξεις “Τhe Force” και θα επανεκδόσει τα ανέκδοτα του Chuck Norris με τον Χριστό στην θέση του Chuck Norris, το αίμα του Χριστού θα είναι σφηνάκια Vodka Red Bull και το σώμα του πατατάκια με γεύση πίτσα. Οι ίδιες οι εκκλησίες θα έχουν μηχανήματα εικονικής πραγματικότητας στις οποίες θα τρέχει το MMORPG (Massive Multiplayer Online Religious Piety Game) Word of God στο οποίο οι πιστοί θα έχουν έναν Χριστιανό χαρακτήρα τον οποίο θα πρέπει να περάσουν από διάφορα στάδια ιεροσύνης. Οι άνθρωποι εξουσίας της Εκκλησίας θα αναδεικνύονται μέσω των highlevels τoυ παιχνιδιού και οι game masters θα είναι οι επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι. H πρόοδος μέσα στο παιχνίδι θα γίνεται μέσω της εκπλήρωσης διάφορων χριστιανικών αποστολών όπως το να πλέκουν επιτάφιους, να ψέλνουν εκκλησιαστικούς ύμνους με interface α λα SingStar και Guitar Hero ή να αποστηθίζουν εδάφια της Παλιάς και Νέας Διαθήκης τα οποία μετά θα πρέπει να παίξουν με ένα σύστημα ηθικών επιλογών εμπνευσμένο από παλιά παιχνίδια ρόλων. Το PvP κομμάτι του παιχνιδιού θα έχει native σύνδεση και θα είναι πλήρως συμβατό με το World of Allahγια πραγματική θρησκευτική δράση. Το παιχνίδι θα μπορεί να συνεχιστεί και σε φορητές συσκευές, με τις οποίες οι παίχτες θα μπορούν να μαζεύουν XP κάνοντας τον σταυρό τους έξω από άλλες εκκλησίες εκτός της δικής τους με ειδικά achievements για τις απομακρυσμένες εκκλησίες. Ειδικά achievements θα υπάρχουν και για την τέλεση του ακάθιστου ύμνου, ενός ορισμένου αριθμού «Χριστός-ανέστη-αληθώς-ανέστη» καθώς και σε γιορτές αγίων. Φυσικά θα υπάρχει και σύστημα pay-to-win βασισμένο στα παραδοσιακά συγχωροχάρτια με ειδικά μπόνους για κονσόλες Word of God εγκαθεστιμένες σε μοναστήρια. Οι γυναίκες πιστοί θα έχουν δικαίωμα παιχνιδιού αλλά μόνο τις μέρες που δεν θα έχουν περίοδο· μην τα ισοπεδώσομε και όλα!
Highlevel παίκτης του Word of God μαζεύοντας XP στην φορητή του συσκευή.

 

Περισσότερες χρήσιμες προτάσεις για το επόμενο βήμα για τις εκκλησίες είναι ευπρόσδεκτες!