ΜΙΑ ΜΕΡΙΔΑ ΟΥΔΕΝ ΟΙΔΑ #1

English

Mia Merida Ouden Oida (“A portion of ‘I don’t know'”) is my new series of short articles on lesser-known facts that I believe have the power to inspire you to look at the world from a slightly more nuanced perspective. Reading – it’s a superpower!

There is a lightbulb in the fire department of Livermore, California, that’s been burning since 1901. At the ripe old age of 119, its brightness has faded, but that comes as no surprise, as it has hardly ever been turned off. It has its own webcam feed and a place in the Guinness Book of Records.

It’s a remnant of the bygone age when electric light bulbs were made to last indefinitely. Just in the ’30s, a cartel was set up among bulb manufacturers named Phoebus that prohibited any one of them to continue making centennial light bulbs and thus retain the competitive advantage – instead, they agreed to set limited-life bulbs as the industry standard.

The technology for something more sustainable in electric lighting does exist. But this alternative just doesn’t make sense from a financial point of view – the only point of view that truly matters.

It’s true: the fewer electric bulbs are made, the smaller the benefit for the economy. The same applies for every consumer or industrial good. The limits of technology are the limits of profitability.

And while the above might make perfect sense in a world where profit comes above all else, it’s just useful to know that we can do better. To be precise, if we want a sustainable world for humanity, a product’s capacity for profit should not be the decisive factor on whether it should enter our lives and whether or not we’ll use it.

Continual replacement of goods just for legal persons and their constituents to make more money was a system that was tried, and it failed. Α lack of alternatives is not an excuse – it’s a lie.


Το Μια Μερίδα Ουδέν Οίδα είναι η νέα σειρά μικρών άρθρων μου για ενδιαφέρουσες και κάπως δυσεύρετες μπουκίτσες γνώσης οι οποίες πιστεύω ότι έχουν τη δύναμη να σας εμπνεύσουν να δείτε τον κόσμο με μια ενισχυμένη απόχρωση. Η ανάγνωση – τι υπερδύναμη!

Υπάρχει μια λάμπα στο πυροσβεστικό τμήμα του Livermore της Καλιφόρνια που καίει από το 1901. Έχοντας φτάσει αισίως τα 119 της (να τα χιλιάσει!) έχει μεν χάσει τη φωτεινότητα της , αλλά αυτό είναι λογικό, αφού δεν έχει σβήσει σχεδόν ποτέ. Έχει δική της webcam και μια θέση στο Βιβλίο Guinness.

Είναι ένα κατάλοιπο της εποχής όπου οι ηλεκτρικές λάμπες φτιάχνονταν για να αντέχουν επ’ αόριστον. Μόλις τη δεκαετία του τριάντα συστάθηκε ένα καρτέλ μεταξύ των μεγάλων εταιρειών παραγωγής λαμπτηρών ονόματι Phoebus ώστε καμιά τους να μη συνεχίσει να φτιάχνει αιωνόβιες λάμπες και έτσι να έχει το συγκριτικό πλεονέκτημα αλλά να θεσπίσουν τους εναλλακτικούς γλόμπους με περιορισμένη διάρκεια ζωής ως το στάνταρ της βιομηχανίας.

Η τεχνολογία για κάτι πιο βιώσιμο στον ηλεκτροφωτισμό υπάρχει. Απλά δεν βγάζει νόημα από οικονομικής άποψης – τη μόνο άποψη που έχει σημασία – να επιλεχθεί αυτό το εναλλακτικό μονοπάτι

Είναι αλήθεια: όσο λιγότερες λάμπες φτιάχνονται, τόσο λιγότερο επωφελείται η οικονομία. Το ίδιο ισχύει για κάθε καταναλωτικό και βιομηχανικό προϊόν. Τα όρια της τεχνολογίας είναι τα όρια της κερδοφορίας.

Και ενώ μπορεί τα παραπάνω να βγάζουν νόημα σε έναν κόσμο όπου το κέρδος είναι υπεράνω όλων, απλά είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι μπορούμε και καλύτερα. Για την ακρίβεια, αν θέλουμε έναν βιώσιμο κόσμο για την ανθρωπότητα, η ικανότητα παραγωγής κέρδους για ένα προϊόν δεν θα πρέπει να είναι ο καθοριστικός παράγοντας για το αν θα μπει στις ζωές μας κι αν θα το χρησιμοποιούμε ή όχι.

Το να αντικαθιστούμε συνεχώς ένα αγαθό μόνο και μόνο για να βγάζουν νομικά πρόσωπα και όσοι το απαρτίζουν περισσότερα κέρδη είναι κάτι που δοκιμάστηκε, και απέτυχε. Η έλλειψη εναλλακτικών δεν είναι δικαιολογία – είναι ψέμα.

18 ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΑΙΡ

Πάντα μου άρεσε να γράφω τη λέξη «ντοκιμαντέρ» με ύψιλον και άλφα-ιώτα: «ντοκυμανταίρ». Γράφω και το επίθετο μου με ωμέγα και δύο λάμδα – Χωλλ – αντί για το πώς θα προέβλεπε η ορθογραφία των ξενώγλωσσων λέξεων στα σύγχρονα ελληνικά – «Χολ». Σε τέτοιες περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν ξεκάθαρα λάθος και σωστές απαντήσεις, συνήθως παίρνω το μέρος του μπαρόκ.

Baraka (1992) & Samsara (2012)

Samsara

Ξεκινάω τη λίστα μου με δύο ταινίες η οποία στο μυαλό μου αποτελούν κομμάτια μιας ενότητας. Ο σκηνοθέτης τους, Ron Fricke, ήταν ο φωτογράφος και μοντέρ του Koyaanisqatsi (1982), το έργο του που είναι πιο γνωστό, κυρίως λόγω του εμβληματικού OST υπογεγραμμένο από τον Philip Glass. Όμως είναι κρίμα που το μεταγενέστερο έργο του Fricke δεν έγινε εξίσου διάσημο.

Οι τρεις ταινίες είναι παρόμοιες από κάποιες απόψεις: καμία από τις τρεις δεν έχει λόγια ή σενάριο. Και οι τρεις ασχολούνται με βαθιά θέματα σχετικά με την ανθρωπότητα. Και οι τρεις χρησιμοποιούν πολλά μεγάλα και φαρδιά πλάνα και time lapse. Και τα τρία είναι 50% οπτικά ποιήματα, 50% ντοκυμανταίρ – 100% έργα χωρίς αφήγηση αλλά με βαθιά νοήματα και μια ροή να κρύβεται πίσω από τις εικόνες και τη συρραφή τους.

Όμως εκεί που το Koyaanisqatsi περισσότερο εστιάζεται στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου στην πόλη και την ύπαρξη του περισσότερο σαν μέλος της μυρμηγκοφωλιάς/σύγχρονης μεγαλούπολης – και αν δεν κάνω λάθος γυρίστηκε αποκλειστικά στις ΗΠΑ – το Baraka και το Samsara έχουν σαν θέμα τους τη σχέση των ανθρώπων με τη φύση, τη θρησκεία, τον θάνατο, την αναγέννηση, και την τεχνολογία… τη σχέση μας με την αιωνιότητα. Και τα δύο γυρίστηκανε σε πάνω από 20 χώρες και σε φιλμ 70mm (το οποίο σημαίνει υπερυψηλή ανάλυση και την κρεμ ντε λα κρεμ όσον αφορά την πιστότητα και την ανάλυση στον κινηματογράφο, τουλάχιστον πριν τις 4K κάμερες).

Δεν μπορώ να διάλεξω μεταξύ του Baraka και του Samsara. Και τα δύο αγγίζουν πολύ ευαίσθητες χορδές μέσα μου. Στο Baraka κλαίω πάντα βλέποντας μια συγκεκριμένη σκηνή – φυσικά παίζει και τον ρόλο της η απόκοσμη μουσική υπόκρουση με τη φωνή της ανεπανάληπτης Lisa Gerard. Το Samsara, απ’ την άλλη, είναι ένας πνευματικός αλλά και πραγματικός διάδοχος του Baraka ο οποίος παίρνει ό,τι έκανε τον προκάτοχο του σημαντικό και το φτάνει στα άκρα με χαρακτηριστική άνεση.

Τα Baraka και Samsara είναι οι ταινίες που αναφέρω πιο συχνά όταν μοιράζομαι τους τίτλους των αγαπημένων μου ταινιών. Κατά κάποιον τρόπο, νιώθω ότι με αυτές ο Ron Fricke άγγιξε κάποιου είδους τελειότητα στην τέχνη του κινηματογράφου, και το λέω αυτό όχι με ενθουσιασμό, αλλά με ευλάβεια.

Οι ταινίες αυτές δεν είναι για όλους – ίσως αν έχετε διάσπαση προσοχής να θέλετε να κοιτάξετε αλλού – αλλά αν κι εσείς πιστεύετε ότι πολλά και σημαντικά μπορούν να ειπωθούν χωρίς λέξεις και με μια μη-λεκτική επικοινωνία, με τη γλώσσα της φύσης και του υπερβατικού, αυτές οι ταινίες μπορεί να μαγέψουν κι εσάς.

Οι κριτικές του Roger Ebert για το Baraka και το Samsara τα λένε πολύ καλά – αν στέλναμε άλλο ένα Voyager σαν μπουκάλι στον ωκεανό των ωκεανών, θα μπορούσε να κουβαλάει μαζί του αυτές τις ταινίες για να τις βρουν οι εξωγήινοι φίλοι μας. Ποιος ξέρει αν μετά θα στενοχωρηθούν ή όχι που στο μεταξύ θα έχουμε αφανίσει τον εαυτό μας από προσώπου Γης;

Jiro: Dream of Sushi (2011)

Όλοι μας έχουμε προβλήματα συγκέντρωσης πλέον. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά πολύ συχνά αναρωτιέμαι τι θα μπορούσα να πετύχω αν έκανα μόνο ένα πράγμα για το υπόλοιπο της ζωής μου.

Στη περίπτωση του Jiro Ono, του κεντρικού προσωπού του Jiro: Dream of Sushi, βλέπουμε όντως έναν άνθρωπο να κάνει ένα πράγμα και να αφιερώνει τα πάντα στην τέχνη του. Ο Jiro-sensei φτιάχνει σούσι από την παιδική του ηλικία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και σήμερα που είναι 95 χρονών και συνεχίζει να δουλεύει στο εστιατόριο του. Δεν έχει κάνει διακοπές πέρα από τις αργίες, δεν έχει χάσει σχεδόν ποτέ μέρα στο εστιατόριο του, που το έχει από το 1965, όλοι οι γιοι του δουλεύουν μαζί του ή γι’ αυτόν πλέον (αλλά και δεν τον έβλεπαν ποτέ σπίτι όσο μεγάλωναν, γιατί πολύ απλά ο Jiro-san ήταν πάντα στη δουλειά). Μαθητευόμενοι σεφ στο εστιατόριο του δεν πιάνουν ψάρι στο εστιατόριο πριν περάσουν τουλάχιστον δέκα χρόνια στην κουζίνα.

Το Sukiyabashi Jiro θεωρείται μάλλον το καλύτερο εστιατόριο sushi στο Τόκιο – και παραπέρα. Ποιες όμως είναι οι θυσίες που πρέπει να κάνει κανείς για να είναι ο τοπ των τοπ, ο δάσκαλος των δασκάλων, ο σένσεϊ των σένσεϊ; Πώς μεταφράζεται η καθημερινή εμπειρία τριβής με κάτι επί 80+ χρόνια με ελάχιστα διαλείμματα; Πόσο καλύτερο σούσι φτιάχνει από κάποιον ο οποίος καταπιάστηκε με το σούσι «μόλις« 40 χρόνια σκάρτα, για παράδειγμα;

Υπάρχει κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να κάνει ο καθένας μας με τόση τριβή; Λένε ότι η μαεστρία σε κάτι έρχεται με 10.000 ώρες ενασχόλησης – για δοκιμάστε, κύριοι, 30.000 ημέρες… Υπάρχει κάποιο κενό που γεμίζει ο κύριος Jiro αφιερώνοντας τον εαυτό του στη δουλειά του, ή μας αρκεί να μείνουμε σε αυτό που λέει ο ίδιος: ότι αν κανείς αγαπάει τη δουλειά του, το λιγότερο που μπορεί να κάνει για να την τιμήσει είναι να αφιερωθεί σε αυτή ψυχή τε και σώματι;

Όλοι μας θέλουμε να είμαστε λίγο σαν τον Jiro. Τα μεταξωτά βρακιά όμως θέλουν και επιδέξιους κώλους. Να τι συμβαίνει όταν ο κώλος έχει προϋπηρεσία πάνω από 2 φορές τα χρόνια μου…

Αγέλαστος Πέτρα (2000)

Όταν ήμουν μικρός (η ταινία βγήκε όταν ήμουν 11 χρονών), νόμιζα ότι το «Αγέλαστος Πέτρα» αναφερόταν σε κάποιον τύπο στιλ Πολύ Σκληρός Για Να Πεθάνει («φέτος το καλοκαίρι, ο Jason Statham είναι αγέλαστος πέτρα»…) και κάθε φορά που το σκεφτόμουν μου έσκαγα ένα εσωτερικό χαμόγελο.

Πού να ήξερα ότι αυτή η ταινία θα με συγκλόνιζε στην ενήλικη ζωή μου!

Στα 10 χρόνια που διήρκησαν τα γυρίσματα της Αγέλαστου Πέτρας, ο Φίλιππος Κουτσαφτής εμπνεύστηκε από τη σύγχρονη Ελευσίνα και τη μεταμόρφωση της στα τέλη του 20ου αιώνα από το κέντρο των ίσως πιο ιερών και μυστήριων μυστηρίων της Αρχαίας Ελλάδας στην πιο εκβιομηχανισμένη περιοχή της σύγχρονης. Στο διάστημα αυτό, βλέπουμε παιδιά να ενηλικιώνονται, παππούδες να γερνάνε ή να πεθαίνουν, και τους εκσκαφείς να δουλεύουν…

Η ευαισθησία, ο σεβασμός αλλά και οι βαθιές γνώσεις της ιστορίας του τόπου που φανερώνονται μέσα από την αφήγηση του Κουτσαφτή με συνεπαίρνουν κάθε φορά. Πόσο όντως κι εμείς σήμερα σεβόμαστε, ή έστω απλά γνωρίζουμε, την ιστορία της οποίας κομπιάζουμε ότι είμαστε κληρονόμοι;

Η Αγέλαστος Πέτρα είναι ένα έργο που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο πώς μπορεί κανείς να αγαπήσει τις πέτρες και να βρει τη ζωή εκεί που οι περισσότεροι απλά βλέπουν ερείπια που η μόνη τους χρήση είναι να προσδίδουν κάποιο νεφελώδες γόητρο στους ίδιους.

Earthlings (2005)

Το Earthlings ήταν από τα πρώτα ντοκιμαντέρ που (απ’ όσο ξέρω) ξεκίνησαν το κύμα ταινιών που αποκάλυπταν την σκληρή πραγματικότητα όσον αφορά την κακοποίηση και τον συστηματικό βασανισμό και την εξόντωση ζώων για την παραγωγή κρέατος, γούνας, σε δοκιμές για καλλυντικά, σε επιστημονικά εργαστήρια, σε τσίρκο κτλ.

Ήταν από τα έργα που φοβόμουν να δω γιατί ήξερα ότι οι εικόνες που θα έβλεπα είχαν γυριστεί με τον ρητό σκοπό να σοκάρουν με την ωμότητα τους. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς που σήμερα κατακρίνω: σκόπιμα απέφευγα να βλέπω τέτοιες ταινίες ούτως ώστε να μπορώ να συνεχίσω τη ζωή μου απρόσκοπτα κι ατραυμάτιστα. «Αν δεν το βλέπω, δεν υπάρχει» – θα το λέγαμε και στρουθοκαμηλισμό, αν και κάπου διάβαζα ότι οι στρουθοκάμηλοι τελικά δεν χώνουν το κεφάλι τους στην άμμο, τσάμπα τις κοροϊδεύαμε – το ανθρώπινο είδος το κάνει αυτό πολύ πιο επιδέξια…

Τελικά το είδα το Earthlings, πάνω από 10 χρόνια πριν, με όλη μου την παρέα στη Μυτιλήνη τότε. Μαζί με την ανάγνωση του Eating Animals, τελικά ήταν σημείο καμπής για εμένα, και η αρχή της ζωής μου ως vegetarian/επιλεκτικού παμφάγου.

Και τώρα θέλω να δω την καινούργια ταινία του Joaquin Phoenix, το Dominion. Μακάρι ο κύριος Phoenix να γινόταν o αντίστοιχος Joker των πανταχού υπερασπιστών των δικαιωμάτων των ζώων, αν και το κίνημα αυτό μεγαλώνει πολύ γρήγορα και χωρίς τη βοήθεια υπεραντιηρώων…

Free Solo (2018)

Μόνο που βλέπω αυτή τη φωτογραφία, ούτε καν κινούμενο απόσπασμα αυτής της ταινίας, νιώθω ένα ενστινκτώδες, υψοφοβικό γαργαλητό στο στομάχι και προς τα κάτω.

Στο Free Solo βλέπουμε την ανάβαση χωρίς προστασίες ενός από τους πιο δύσκολους γκρεμούς στον κόσμο της ελεύθερης αναρρίχησης, του El Capitán στην Καλιφόρνια. O Alex Hammond έκανε αυτό το υπεράνθρωπο κατόρθωμα, αναρριχήθηκε 900+ μέτρα (περίπου 3 πύργους του Άιφελ) όπου οποιοδήποτε σφάλμα ή γλίστρημα θα του κόστιζε τη ζωή. Και όχι μόνο αυτό – ένα σούπερ συνεργείο ήταν εκεί για να καταγράψει όλη την ιστορία, από την αρχή της προετοιμασίας μέχρι την ίδια την επική αναρρίχηση, μαζί με όλα τα υπαρκτά στραβοπατήματα που, ευτυχώς, δεν ήταν αρκετά για να σταματήσουν αυτό τον άθλο.

Το αποτέλεσμα; Η ιστορία ενός σύγχρονου θαύματος ειπωμένη μέσα από ένα ντοκιμαντέρ-διαμάντι με τα όλα του που πήρε το Όσκαρ το 2018. Δεν ξέρεις σε αυτή την περίπτωση ποιον να πρωτοθαυμάσεις – τον πρωταγωνιστή ή την ομάδα παραγωγής. Δεν έχει σημασία: το αποτέλεσμα είναι βαθιά εμπνευστικό, μια ατόφια ωδή στη δύναμη της θέλησης, του πείσματος, του οραμάτος και της προσπάθειας. This is what happens when you never give up.

The Cove (2009)

Άλλο οσκαρικό ντοκιμαντέρ, ξανά πιο οικολογικό. To The Cove είναι η ταινία που ξεσκέπασε το ετήσιο λουτρό αίματος που λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο σε έναν πολύ συγκεκριμένο ορμό στο Taiji, στην Ιαπωνία. Εκεί, εκατοντάδες δελφίνια και κητώδη βρίσκουν το θάνατο κάθε χρόνο για να κρατήσουν ζωντανή μια αρχαία παράδοση – και να θρέψουν πεινασμένους κάφρους ιάπωνες (οι οποίοι δυστυχώς-ευτυχώς δεν περιορίζονται στα ωμά ψάρια που είδαμε πιο πάνω), αλλά και να πωληθούν σε μακρινές χώρες ώστε να προσφέρουν φτηνή τέρψη σε μη-ιάπωνες που ενθουσιάζονται όταν βλέπουν ευφυέστατα κητώδη να κάνουν ταπεινωτικά κόλπα.

Προφανώς η ομάδα παραγωγής ήταν ανεπιθύμητη στον χώρο, οπότε η όλη ιστορία έχει κι έναν αέρα «θα τα καταφέρουν άραγε; Πώς;»

Τα δελφίνια είναι από τα αγαπημένα μου ζώα από τότε που ήμουν μικρός. Τα βρίσκω απόκοσμα, σαγηνευτικά – το πιο κοντινό πράγμα που έχουμε σε πραγματικούς εξωγήινους εδώ στη Γη (“so long and thanks for all the fish”) μόνο που αυτοί οι εξωγήινοι ζουν στη θάλασσα. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι θάλασσες για τους περισσότερους ανθρώπους θα μπορούσαν να είναι και άλλος πλανήτης…

Και τι κάνουμε εμείς οι πίθηκοι με αυτά τα απίστευτα πλάσματα; Τα σφάζουμε σαν χασάπηδες ή τα αιχμαλωτίζουμε για να πάνε να διασκεδάσουν άλλους άτριχους εξολοθρευτές πιθήκους.

Θυμάμαι, όταν το είδα, έμενα στη Δανία και συγκατοικούσα στον ίδιο όροφο με μια ιαπωνέζα. Την είχα ρωτήσει αν ήξερε για την ταινία και αν ήξερε για ό,τι πραγματευόταν. Μου είχε δείξει σημάδια πλήρους άγνοιας. Κι όντως, η ταινία αυτή δεν είχε την καλύτερη αποδοχή στην Ιαπωνία πριν 10 χρόνια όταν ήταν πολύ στο προσκήνιο. Αναρωτιέμαι πώς να είναι τα πράγματα τώρα.

Εδώ ένα άρθρο για τη σκοπιά των ψαράδων.

Dolphin Man (2017)

Γκουγκλάροντας τις λέξεις dolphin man, βρήκα αυτό. Απλά το αναφέρω.

Το Dolphin Man καταγράφει τη ζωή του Jacques Mayol, του ανθρώπου του οποίου η ζωή επίσης ενέπνευσε μία ταινία, μυθοπλασίας αυτή τη φορά, το Απέραντο Γαλάζιο, και του πρώτου ανθρώπου που καταδύθηκε σε βάθος 100 μέτρων (στα 49 του, το 1976), γίνοντας ο αντίστοιχος Felix Baumgartner της εποχής του. Εκείνη την περίοδο θεωρούταν μεγάλο ρεκόρ. Αλήθεια, τι είναι αυτό που κάνει τα ρεκόρ να καταρρίπτονται πανεύκολα μόλις ο πρώτος κάνει την αρχή;

Η ιστορία του Μαγιόλ είναι μια σπάνια ματιά στη ζωή ενός ανθρώπου που έγινε διάσημος, τα είχε όλα – και η ζωή του τα πήρε πίσω με την κατάθλιψη που στα 74 του τον ώθησε να βάλει τέλος στη ζωή του. Στο ενδιάμεσο όμως, σε νεαρή ηλικία έμαθε να κολυμπάει και να καταδύεται μέσα από την επαφή του με ένα αρσενικό δελφίνι ονόματι Clown. Κοντά του και μιμούντας το, o Mayol έμαθε να κρατάει την αναπνοή του μέσα στο νερό για μεγαλύτερη διάρκεια. Μεγαλώνοντας, η γιόγκα και ο έλεγχος της αναπνοής τον βοήθησε να φτάσει σε βάθη που κανένας άνθρωπος δεν είχε φτάσει μέχρι χωρίς εξοπλισμό.

Δεν θυμάμαι να αναφέρεται στην ταινία, αλλά διαβάζοντας για αυτόν, είδα ότι λίγο καιρό πριν πεθάνει, εξέδωσε το βιβλίο Homo Delphinus, όπου εξηγούσε γιατί περισσότεροι άνθρωποι θα έπρεπε να παραδειγματιστούμε από την υπεράνθρωπη σχέση του ιδίου με τη θάλασσα. Αλήθεια, τι να του έλειψε από τη ζωή που να σταμάτησε να μπορεί να του προσφέρε το απέραντο γαλάζιο;

Ο σκηνοθέτης του Dolphin Man είναι ο Λευτέρης Χαρίτος, ο οποίος πλέον είναι γνωστός ως ο σκηνοθέτης του ελληνικού τηλεοπτικού χιτ Άγριες Μέλισσες. Μάλλον η ιστορία δεν θα τον θυμάται για το πολύ καλό ντοκυμανταίρ που έκανε πριν η φήμη της υπερεπιτυχιμένης σαπουνόπερας τον υπερκεράσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Δεν ξέρω πώς νιώθει ο ίδιος γι’ αυτό.

The Lightbulb Conspiracy (2010)

Το καθημερινό σέλφι της λάμπας, που κρατιέται περίφημα μετά από 120+ χρόνια.

Στο πυροσβεστικό τμήμα του Λίβερμορ της Καλιφόρνια υπάρχει μια λάμπα η οποία καίει από το 1900, αν και πλέον αμυδρά. Μπορεί να αναρωτιέστε πώς δεν έχει καεί ακόμα. Και εδώ ξεκινάει η συνωμοσία του γλόμπου.

Όταν οι λάμπες εφευρέθηκαν τον 19ο αιώνα, το νήμα πυρακτώσεως είχε ένα πάχος το οποίο εξασφάλιζε στους γλόμπους τη μέγιστη διάρκεια ζωής – «τα φτιάχναν αλλιώς παλιά». Μετά από ένα τεράστιο aha! moment, οι κατασκευαστές λαμπών συνειδητοποίησαν ότι μπορούσαν να βγάζουν απείρως περισσότερα λεφτά αν οι λάμπες που πουλούσαν είχαν ημερομηνία λήξης. Έτσι, θέσπισαν το Phoebus, ένα υπερατλαντικό καρτέλ μεταξύ πολυεθνικών όπως οι Philips και Osram και όλες μαζί αντικατέστησαν τις ανθεκτικές λάμπες τους με γλόμπους που είχαν περιορισμένη διάρκεια ζωής και η οποία άρχισε να απαριθμείται σε χιλιάδες ώρες, που μπορεί να ακούγεται εντυπωσιακό σήμερα, αλλά κάποτε το προσδόκιμο μετριόταν σε δεκαετίες.

Ο Β’ ΠΠ έσπασε το καρτέλ, αλλά οι πρακτικές αυτές παρείσφυσαν σε όλη τη βιομηχανία καταναλωτικών αγαθών. Το Lightbulb Conspiracy ουσιαστικά μιλάει για τo planned obsolescence, την προσχεδιασμένη «ημερομηνία λήξης» των αγαθών. Τα παραδείγματα του είναι από την προηγούμενη δεκαετία, όπως εκτυπωτές που έχουν ενσωματωμένα κυκλώματα αυτοκαταστροφής α λα Αστυνόμου Σαΐνη, τα νάιλον καλσόν, τα οποία θα μπορούσαν πολύ εύκολα να μην σκίζονται μετά από μία χρήση ή τις μπαταρίες των iPod, που μόλις πριν 10 χρόνια ήταν από τις πρώτες συσκευές των οποίων οι μπαταρίες αλλάζανε μόνο με ακριβό σέρβις.

Αυτή η ταινία κάνει ξεκάθαρο ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Απλά το καταναλωτικό μοντέλο θα έπρεπε κι αυτό να είναι αγνώριστο. Πιθανόν να ήταν «πλήρωνε πολύ επί μια φορά αντί για λίγο επί είκοσι».

Sans Soleil (1983)

Ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο που γυρίστηκε σε ταινία. Στο άρθρο της Wikipedia για το Sans Soleil λέει τα εξής:

είναι ένας στοχασμός σχετικά με τη φύση της ανθρώπινης μνήμης, επιδείχνοντας την ανικανότητα μας να ανακαλέσουμε τα συμφραζόμενα και τις λεπτομέρειες των αναμνήσεων και πώς επηρεάζεται κατά συνέπεια η αντίληψη των παγκόσμιων και των προσωπικών μας ιστοριών.

Με έκανε να θέλω κι εγώ να (ξανα)ξεκινήσω τα ταξίδια το συντομότερο.

Chris marker sans soleil GIF - Find on GIFER
Cabo Verde

Πολύ ενδιαφέροντα τα πλάνα από την Ιαπωνία των ’70s – έχουν κάτι το νοσταλγικό / city pop. Επίσης, Ισλανδία – επίσης των ’70s!

Age of Stupid (2009)

Θυμάμαι είχα δει το Age of Stupid στο Θέατρο Φ.Ο.Μ. στη Μυτιλήνη και μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση. Είναι μια ματιά από το έτος 2055, αφού η Γη καταστράφηκε από την κλιματική αλλαγή, σε μια χρονοκάψουλα με πλάνα αρχείου από το 2007 τα οποία δείχνουν τι κάναμε λάθος και καταλήξαμε εκεί που καταλήξαμε.

Κοντά στο τέλος της ταινίας έχει μια σεκάνς όπου πάει χρόνο-χρόνο από το 2007 μέχρι το 2055 με φανταστικά αποσπάσματα από δελτία ειδήσεων. Και γύρω στο 2028, ακούμε: “A new Channel 4 documentary asks: ‘Is global warming really happening?'”

Φέτος, το 2020, ο Αρκτικός Ωκεανός είναι πιο κοντά από ποτέ να μην παγώσει τον χειμώνα, αλλά ακόμα κάποιοι (πολλοί) αναρρωτιούνται…

Με μια πιο κυνική αλλά και περιέργως ελπιδοφόρα ματιά, σε αυτόν τον αιώνα της κατρακύλας, ίσως η αμνησία μας και η «ηληθιοποίηση» μας να είναι το μόνο που θα κρατήσει όσους επιζήσουν και τους απογόνους τους να συνεχίσουν την προσπαθεία. Οι επόμενες γενιές ίσως ποτέ δεν θα μάθουν τι είναι ακριβώς αυτό που χάθηκε, όπως εμείς δεν πενθούμε τους προγόνους ή τους πολιτισμούς τους που ποτέ δεν γνωρίσαμε.

Salt of the Earth (2014)

Φωτογραφία από τις φωτιές στις πετρελαιοπηγές στο Κουβέιτ κατά τη διάρκεια του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου.

Μια ταινία του Wim Wenders για τη ζωή και το έργο του φωτογράφου Sebastião Salgado, σίγουρα ενός από τους σπουδαιότερους εν ζωή εικαστικούς της αποτύπωσης.

Μέσα από τις απρόμαυρες φωτογραφίες του βλέπουμε τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, στη Νιγηρία, στη Ρουάντα, στο Κουβέιτ. Φωτογραφίες που μου έκοψαν τα πόδια αλλά δεν μπορούσα να σταματάω να τις κοιτάζω. Είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι η τέχνη του φωτορεπορτάζ σήμερα – η αποτύπωση στιγμών τόσο μακριά από εμάς με έναν τρόπο τόσο άμεσο αλλά και άρτιο που σε απλά σε αναγκάζει να κοιτάξεις όταν το να κοιτάξεις αλλού γίνεται αδύνατο. Και να πώς η δύναμη της εικόνας σε μια εποχή που τη θεωρεί αυτονόητη επιστρέφει μέσα σε μια στιγμή.

Ο Salgado εξουθενώθηκε τόσο πολύ μετά τις δεκαετίες αποτύπωσης της φρίκης, ειδικά μετά την αποστολή του στη Ρουάντα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, που αποφάσισε να αφήσει τη φωτογράφιση βασανισμένων ανθρώπων και να ασχοληθεί με τη γυναίκα του με το να κάνουν την περιοχή στη Βραζιλία όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ξανά δάσος, φυτεύοντας εκατομμύρια δέντρα.

Το εγχείρημα του ήταν τόσο πετυχημένο που τον ενέπνευσε να βγει και να εξερευνήσει τον πλανήτη και να τραβήξει φωτογραφίες των κατοίκων των πιο παρθένων περιοχών του – ανθρώπων και μη. Το αποτέλεσμα λειτουργεί πιο καλά από οποιοδήποτε οικολογικό μήνυμα.

Έχοντας μόλις τελειώσει αυτό το ντοκυμανταίρ (η αρχική έκδοση αυτού του ποστ δεν συμπεριλάμβανε Το Αλάτι της Γης), θέλω να κάνω τέσσερα πράγματα:

  1. Να αποκτήσω όλα τα φωτογραφικά λευκώματα του Sebastiao Salgado (ενώ δεν έχω ούτε ένα φωτογραφικό λεύκωμα οποιουδήποτε φωτογράφου).
  2. Να τραβάω συχνότερα σε ασπρόμαυρο.
  3. Να επισκεφτώ το Instituto Terra που μου έριξε το σαγόνι στο πάτωμα.
  4. Να συμμετέχω ή να δημιουργήσω κάποιο εγχείρημα αναδάσωσης και αναζωογόνησης της φύσης σε τόσα αποψιλωμένα μέρη στον κόσμο που θα μπορούσαν να είναι επίγειοι παράδεισοι, αρκεί κάποιος να αποφάσιζε να βάλει το χεράκι του – και την καρδούλα του.

Searching for Sugar Man (2012)

To Searching for Sugar Man είναι η ιστορία ενός ροκ σταρ που ήταν τόσο διάσημος όσο ο Χέντριξ ή ο Μόρισον… αλλά σε μία μόνο χώρα. Ο Rodriguez έμεινε για σχεδόν 40 χρόνια τελείως άσημος στις ΗΠΑ, αλλά στη Νότιο Αφρική ξέρανε απ ‘έξω όλα του τα τραγούδια… εκτός από εκείνο ή εκείνα που είχαν λογοκριθεί από την κρατική λογοκρισία με τις συστηματικές χαρακιές στους δίσκους βινυλίου.

Η ταινία ακολουθεί το τι συνέβη ακριβώς και ο Rodriguez γνώρισε την επιτυχία με τέτοια γεωγραφικά περιορισμένη ακρίβεια – αυτός και η εκπληκτική μουσική του (που το ντοκυμανταίρ αυτό την έστειλε ίσως 10 φορές μακρύτερα.)

Αλλά ενδιαφέρουσα είναι και η ίδια η ιστορία του Rodriguez και πώς από χτίστης (;) έγινε ένας ασήμαντος καλλιτέχνης που θα τον γνώριζαν μόνο συλλέκτες, ξανάγινε χτίστης και συνέχισε τη ζωή του για 30 χρόνια – μέχρι που ξαφνικά και από τη μια στιγμή στην άλλη το 1998 πάτησε το πόδι του σε μια χώρα που στην κυριολεξία τον λάτρευε.

Πώς πρέπει να νιώθει αυτός ο άνθρωπος σήμερα; Νιώθει ευτυχία; Συνήθισε ήδη στην ιδέα και τώρα πάει για γκολφ; Να συνεχίζει άραγε να σιγομουρμουρίζει τα τραγούδια του;

Kαι τι νιώθει άραγε που αυτό το περιστατικό της ζωής του ενέπνευσε μια ταινία που με τη σειρά της κέρδισε το όσκαρ καλύτερου ντοκυμανταίρ και έστειλε τη μουσική σε αυτιά που ποτέ δεν θα την άκουγαν;

Και, άραγε, πόσοι άγνωστοι, εν δυνάμει αλλά κατά τ’ άλλα ανενεργοί Rodriguez υπάρχουν έκει έξω που έχουν γράψει δυο δίσκους διαμάντια αλλά ξανάγιναν χτίστες και δεν τους θυμάται ούτε θα κάνει ποτέ ταινία γι’ αυτούς κανείς;

Exit Through the Gift Shop (2010)

Θυμάμαι ελάχιστες λεπτομέρεις σχετικά με το Exit Through the Gift Shop. Θυμάμαι ότι είναι ταινία του Bansky και μπορώ να σας πω ότι το γεγονός ότι το πρώτο πράγμα που αναρωτιέται κανείς έχοντας δει την ταινία είναι αν είναι αυθεντική είναι ενδεικτικότατο.

Και τώρα, χρόνια μετά, που η άποψη ότι είναι σκηνοθετημένή αντί για πραγματικό ντοκυμανταίρ έχει μάλλον επικρατήσει, διάβασα ότι οι ίδιοι οι δημιουργοί της ταινίας δηλώνουν απογοητευμένοι που το ντοκυμανταίρ τους απέκτησε αυτή τη φήμη. Μια ιστορία τόσο τρελή που τελικά δεν την πιστεύει κανείς.

Αυτή η post-truth συνιστώσα του Exit Through the Gift Shop νομίζω ότι το κάνει το πιο αντιπροσωπευτικό ντοκυμανταίρ μέχρι σήμερα του πώς είναι να είσαι νοήμον ανθρώπινο ον στις αρχές του 21ου αιώνα.

Honeyland (2019)

Άλλη μια ταινία που μπλέκει τα όρια της μυθοπλασίας και του ντοκυμανταίρ, αυτή τη φορά από τη βόρεια γείτονα μας, τη Βόρεια Μακεδονία. Επισκεφθήκαμε τα Σκόπια τον Φεβρουάριο και ό φιλος που μας φιλοξένησε, του οποίου ο πατέρας είναι μελισσοκόμος, δεν την είχε δει. Περίεργο…

Πρωταγωνίστρια μία από τις τελευταίες εναπομείνουσες συλλέκτριες άγριου μελιού στην Ευρώπη. Ερημίτρια, κάτοικος ενός απομονωμένου χωριού, με μόνη της συντροφιά την κατάκοιτη, τυφλή μάνα της, άντε και κανένα γατί, η θεμελιακή της αρχή σε σχέση με τις μέλισσες είναι πάντα να παίρνει μόνο το μισό μέλι και να αφήνει το υπόλοιπο για το μελίσσι.

Σημείωση: η συμβατική μελισσοκομία δεν αφήνει τίποτα για τις μέλισσες και συχνά υποκαθιστά με απλό ζαχαρόνερο το θρεπτικό μέλι που έχουν παράξει. Μην ξεχνάτε, το μέλι προορίζεται για να καταναλωθεί από το μελίσσι. Ίσως οι βίγκαν να έχουν κάπου δίκιο σχετικά με το πώς φερόμαστε σε αυτές τις ευαίσθητες υπάρξεις στις οποίες χρωστάμε τόσα.

Δεν θα σας αποκαλύψω το κεντρικό θέμα της πλοκής (ναι έχει και πλοκή!), αλλά η όλη ταινία τελικά γίνεται μία αλληγορία για τον γρήγορο, αδίστακτο καπιταλισμό που εκμεταλλεύεται αναγκαστικά τη φύση και ο οποίος μπορεί να κάνει την εμφάνιση του ακόμα και σε τόσο αρχέγονες κοινωνίες, αλλά και ταυτόχρονα πώς ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει σε συνεργασία μαζί της χωρίς να την βιάζει προς ιδίον όφελος.

Το Honeyland ήταν η πρώτη ταινία η οποία ήταν ταυτόχρονα υποψήφια για τα Όσκαρ ντοκυμανταίρ και ξενόγλωσσης ταινίας το 2020. Τελικά κέρδισε στην πρώτη κατηγορία και ίσως να είχε κερδίσει και στην δεύτερη αν τα Παράσιτα δεν είχαν αφήσει όλον τον κόσμο (μαζί τους κι εμένα) με το στόμα ανοιχτό. Ίσως το Honeyland να άξιζε και το όσκαρ ξενόγλωσσης μόνο και μόνο για να γίνει ακόμα πιο γνωστή – είναι ένα πραγματικά σπάνιο αριστούργημα.

The Game Changers (2018)

O Patrik Baboumian είναι βίγκαν. Ποιος είπε για πρωτεΐνες;

Όταν αυτή η ταινία βγήκε στο Netflix, μου την πρότειναν τουλάχιστον 3 διαφορετικοι γνωστοί μου. Αυτό το έργο τους έκανε να σκεφτούν να στραφούν στο βιγκανισμό όταν άλλα έργα στο μήκος κύματος του Earthlings είχαν αποτύχει.

Η αλήθεια είναι ότι όσοι λένε ότι ακολουθούν μια διατροφή που βασίζεται σε φυτά (plant-based diet), συνήθως θέλουν να πουν ότι είναι βίγκαν αλλά δεν θέλουν να ταυτιστούν με το πολιτικό στίγμα του βιγκανισμού. Μια δειλή κίνηση για κάποιους, όμως είναι κι αυτός άλλος ένας τρόπος να μειωθεί η παγκόσμια κατανάλωση κρέατος. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Το Game Changers (λινκ για την ταινία στο Youtube, παραθέτω με κάθε επιφύλαξη – ποιος ξέρει πόσο ακόμα θα υπάρχει; Πάρτε και λινκ για άρθρο στη Wikipedia) εξετάζει το κατά πόσο μία καθαρά ή ως επί το πλείστον αυστηρά χορτοφαγική διατροφή είναι πιο υγιεινή από τη συνηθισμένη παμφάγα ή ακόμα και κρεατοφαγική διατροφή η οποία είναι τόσο συνηθισμένη στον ανεπτυγμένο κόσμο. Παίρνει συνεντεύξεις κυρίως από αθλητές, strongmen και ινδαλματικές φιγούρες της ωμής δύναμης όπως ο Arnold Schwarzenegger, ο οποίος και αυτός δηλώνει plant-based εδώ και κάποια χρόνια.

Ο κύριος Psychoyos (ο οποίος σκηνοθέτησε το The Cove για το οποίο γράφω παραπάνω και που φαίνεται ότι ασχολείται σοβαρά με οικολογικά και φιλοζωικά θέματα) έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιπαραθέσεων με το έργο του και όπως κάθε φορά που ένα ανατρεπτικό πόνημα κερδίζει τα φώτα της δημοσιότητας, έχει δεχτεί πολλή κριτική από «ειδικούς της διατροφής».

Δεν είμαι σε θέση να ξέρω ποια μεριά έχει τελικά δίκιο – παραδέχομαι ότι κάποια από τα επιχειρήματα κατά του κρέατος ήταν τραβηγμένα, αλλά παρακολουθώ τη συζήτηση με ενδιαφέρον. Άλλα επιχειρήματα που χρησιμοποίησαν όσοι άσκησαν κριτική στην ταινία σχετικά με έρευνες πληρωμένες από τη βιομηχανία βίγκαν προϊόντων φαίνεται να αγνοούν ότι το ίδιο ακριβώς πρόβλημα ισχύει και από την αντιπέρα όχθη, η οποία έχει σίγουρα πολύ πιο βαθιές τσέπες. Μπορείτε να ακολουθήσετε αυτήν την (τετράωρη!) συζήτηση σε αυτό το επεισόδιο του Joe Rogan Experience ή να δείτε αυτό το μάλλον καλοζυγισμένο review.

Τέλος πάντων: αυτή η μανία να ξεψυρρίζουμε τα επιχειρήματα σχετικά με τη διατροφή είναι απλά παράδοξη, και μάλλον ύποπτη, όταν τα οικολογικά ή φιλοζωϊκά επιχειρήματα υπέρ μιας χορτοφαγικής ή αμιγώς χορτοφαγική διατροφής είναι απλώς αδιαπραγμάτευτα.

Heima (2007)

Για χρόνια είχα μια αφίσα του Heima που με ακολουθούσε σε διάφορα σπίτια από τα οποία πέρασα. Πρόσφατα την ξεφορτώθηκα γιατί πλέον είχε φθαρεί αρκετά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το Heima δεν συνεχίζει να έχει μια θέση στην καρδιά μου.

Η ιδέα της ταινίας απλή: οι Sigúr Rós κάνουν περιοδεία στην πατρίδα τους (“heima” — κάτι σαν το “Heimat” στα γερμανικά), την Ισλανδία, και μέσα από την μουσική τους ανακαλύπτουμε τη μαγευτική αυτή χώρα, κάθε χωριό ή πόλη κι ένα τραγούδι. Είχα την τύχη να επισκεφθώ την Ισλανδία το 2017 με τη Μαριλένα (με την οποία μοιραζόμαστε την αγάπη για αυτό το θρυλικό συγκρότημα) και είδαμε και τους Sigúr Rós στο Reykjavík, αλλά δεν ήταν καλοκαίρι…

Ακόμα δεν έχουμε δει το Heima μαζί με τη Μαριλένα, αλλά θα γίνει κι αυτό κάποια στίγμη.

Jodorowsky’s Dune (2013)

Το storyboard της σπουδαιότερης ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ.

Γνωρίζετε τον Alejandro Jodorowsky? Εγώ δεν τον ήξερα πριν δω αυτή την ταινία, αν και είχα ακουστά και τελικά είχα την τύχη να δω σε μεγάλη οθόνη το Holy Mountain. Ποιος είναι ο κύριος; Γκουχ – Βικιπαίδεια, έλα να με σώσεις για άλλη μια φορά: «Since 1948, Jodorowsky has worked as a novelist, screenwriter, a poet, a playwright, an essayist, a film and theater director and producer, an actor, a film editor, a comics writer, a musician and composer, a philosopher, a puppeteer, a mime, a psychologist and psychoanalyst, a draughtsman, a painter, a sculptor, and a spiritual guru».

Κάποια στιγμή στην καριέρα του, ο εξαιρετικά δημιουργικός αυτός κύριος αποφάσισε να ασχοληθεί με το βιβλίο που κέρδισε τις καρδιές μιας ολόκληρη γενιάς, το ιερό τέρας της επιστημονικής φαντασίας (κι ένα απο τα δικά μου αγαπημένα βιβλία), το Dune του 1965 (κριτική μου στα αγγλικά εδώ).

Αντίθετα όμως από τους περισσότερους σκηνοθέτες, ειδικά στις μέρες μας, που προσπαθούν να κρατήσουν την ταινία όσο πιο κοντά στο βιβλίο μπορούν, ο Jodorowsky προσπάθησε να κάνει το αντίθετο: να χρησιμοποιήσει το βιβλίο σαν πρόσχημα για μια φαντασμαγορία που είχε σκοπό να αλλάξει τα μυαλά των νέων «σαν μια εμπειρία με LSD». Δεν είμαι καν σίγουρος αν είχε διαβάσει το βιβλίο, το οποίο μου φαίνεται απλά φοβερά αστείο και τρομερά in-character.

Προβλήματα χρηματοδότησης τελικά σήμαιναν ότι το Dune δια χειρός Jodorowsky θα έμενε για πάντα ένα βήμα πριν την παραγώγη, στο storyboard, το εξώφυλλο του οποίου βλέπετε παραπάνω. Αν είχε γυριστεί αυτή η ταινία, οι συντελεστές της θα συμπεριλάμβαναν τους Moebius, Pink Floyd, H.R. Geiger, Salvador Dalí, Mick Jagger, Orson Welles… Θα έμενε στην ιστορία – αν όχι σαν μια ταινία που θα άλλαζε τον κόσμο, σίγουρα σαν μια παράξενη και αξιοσημείωτη σελίδα στην ιστορία της τέχνης.

Επίσης, δεν θα είχε έρθει ποτέ στα χέρια μας αυτό το σπαρταριστό ντοκυμανταίρ χάρη στο οποίο γνωρίζω τελικά σήμερα και για τον Jodorowsky και για αυτή την ταινία η οποία μου ξύπνησε το αγαπημένο μου είδους φαντασίας: αυτή του what if?

Άρθρο που είχα γράψει κάποτε ορμώμενος από αυτήν την ταινία (στα αγγλικά): κι αν το Jodorowsky’s Dune είχε γίνει τόσο διάσημο και επιδραστικό όσο το Star Wars?


Κάποιες από αυτές τις ταινίες είναι λίγο πιο δύσκολο να τις βρείτε. Συνιστώ να δοκιμάσετε το Cinobo, το οποίο έχει αρκετές από αυτές τις πιο δυσεύρετες και αξίζει γενικά τη μηνιαία συνδρομή του.

SYNCHRONICITY OF THE WEEK ENTRY #2

This post is the second entry in my new synchronicity diary.

A couple of days ago, I started reading this article by Martjin Schirp on High Existence about procrastination. I also started reading The Power of Habit. Two quotes on life come to mind:

“Life is the sum of habits, only occasionally disturbed by a thought.”

Life is what happens to you while you’re busy making other plans.

So I had different people talk to me about the importance of refraining to kick cans down the road and of grabbing each proverbial bull by the horns. I’m in a “change my habits, change my life” space and telling me how I should be more proactive about things.

It’s no accident I’ve been stuck for more than six months on the Anti-procrastinator Challenge in my 30 Challenges to Enlightenment journey.

It’s not a serious synchronistic event, but I’m writing it down here as part of honoring my diary.

REVIEW: CLIMATE – A NEW STORY

Climate: A New Story

Climate: A New Story by Charles Eisenstein
My rating: 5 of 5 stars

I first found out about Charles Eisenstein through his amazing essay The Coronation (audio version read by him here), where he looked at the coronavirus pandemic crisis as a crisis of humanity, its collectively pernicious relationship with death and its obsession with safety.

Then I listened to this discussion with Rebel Wisdom on roughly the same topic, and his appearance on the Rune Soup podcast where he presented his new book, Climate: A New Story.

What can I say? I’m positively stunned by this man. Very clear writing, solid arguments, a real plan, a holistic, systems-thinking worldview… and a love for nature I didn’t think was possible outside people who usually cannot express themselves in writing as concisely as Mr. Eisenstein.

As far as I’m concerned, if you consider yourself an ecologist, you must give Climate: A New Story a read. It will rock your world and make your question how much of a true ecologist you really are. And I’m leaving this with you in as positive and empowering a way as possible.

I’ve gathered together many of my clippings from my Kindle read and added headlines. I hope they give you an idea of what to expect.

Why ecosystems and ecology are intrinsically interlinked:

The crucial role of living systems in maintaining climate stability presents us with good news and bad news. The good news is that our world can survive, that it can potentially adapt to higher levels of greenhouse gases.

The bad news is that the ecosystems that can do this are in steep decline all over the world. That means, given positive feedback loops that are already releasing large amounts of carbon and methane from nonhuman sources, climate instability will continue to worsen even if we cut fossil fuel use to zero, unless we also heal and protect the forests, mangroves, seagrass, and so on. […]

To me the prospect of humanity persisting on a dead, denuded planet is more alarming than a future without humans.

On why renewables won’t save us and definitely not the planet:

Conceivably, we could find another fuel source and maintain the addiction to a system of economics and production that consumes the world.

On love:

Love is the expansion of self to include another, whose well-being becomes part of one’s own.

On compassion to our adversaries:

Does this mean we might as well give up on change? No. It means we need to ask, What are the circumstances that give birth to the choices that are harming the world? Engaging other people, we have to ask the question that defines compassion: What is it like to be you? The more we understand, the more we live in reality and the less we inhabit a fantasy world populated by our projections.

On the futility of quantifying the world:

The totalizing quest to capture the world in number never succeeds. Something always escapes the metrics and the models: the unmeasurable, the qualitative, and what seems irrelevant. Usually, the judgment as to what is relevant encodes the intellectual biases of those doing the measuring, and often the economic and political biases too. You might say that what is left out is our shadow. Like many things we ignore or suppress, it roars back in the form of perverse, unforeseeable consequences. Thus, although it is the epitome of rationality to make decisions by the numbers, the results often appear to be insane.

Is data really objective?

Thus, what we observe to be happening in the world says as much about ourselves as it does about the world.

On fatalism:

What does it matter, when one party disengages because they think there is no problem, and the other disengages because they think there’s no solution? […] Indeed fatalism is a mind-set that strengthens the trends that generate it by fostering compliance to those very trends. The compliance that fatalism effects is invisible to the fatalistic thinker, who does not regard him or herself as a conformist, but simply as a realist.

On scientific orthodoxy:

Dissidents complain about the difficulty they have obtaining research funding, getting published in journals, and getting their arguments taken seriously. Meanwhile, the defenders of orthodoxy cite the self-same lack of peer-reviewed journal publication as reason not to take unorthodox theories seriously. Their logic is basically: “These theories are not accepted; therefore they are not acceptable.” That is confirmation bias in a nutshell.

On why just measuring emissions is a really bad idea:

It isn’t only forests whose living complexity far exceeds our ability to measure, quantify, and reduce to data. What number should we give the climate contribution of sea otters? They don’t sequester carbon—but they keep down populations of sea urchins, which when unchecked destroy kelp forests that do absorb carbon and alkalize seawater, allowing shellfish to absorb even more carbon.

Wildlife in the current paradigm:

Lucky thing for the fish that they are saving us money. Lucky thing for the employees that they are more profitable healthy than sick. Lucky thing for the honeybees that they provide such economically valuable services. But too bad for anything or anyone whose value registers low on our meter. Do you know that feeling of enchantment on seeing a rare bird or on having a close encounter with an animal, seeing an eagle over the water, a whale spouting in the sea? Can you quantify how much poorer you would be without those beings? Come on, give me a number. Then we will know whether these are worth protecting.

Taking the sacredness of nature seriously:

If a forest is sacred to you, then how much would I have to pay you to cut it down? No amount would be enough, just as no amount of money would be enough to induce you to offer your mother or child for extermination.

On holistic medicine and verifiability:

The same point applies to holistic medicine. Because each body is unique, true holistic medicine is resistant to validation through controlling variables across standard diagnostic and therapeutic categories.

On aborigines in Australia exercising creative non-violence to protect their habitat, and winning:

As tensions were reaching their peak, Dan proposed an idea to a group of aborigines at the site. Everyone felt the foreboding that they were entering a losing battle, so why not try something else? Since they knew media helicopters were coming, why not make giant art installations visible from the air for them to film, instead of the usual script of police arresting activist hippies? The aborigines loved the idea, brought out their dreaming stories, and soon had sketched designs for two-hundred-foot giant rainbow serpents and other figures to be drawn on the ground with sacred ochre. They also planned to greet the police ceremonially, with giant fires making sacred eucalyptus smoke, and five hundred men painted in ceremonial colors with clapping sticks and didgeridoos. The next morning Dan got a phone call. The government had canceled the fracking license.

On why luck favors the bold:

Have you ever noticed in life that the most striking synchronicities seem to happen in times of uncertainty? When one moves to a new city without a plan, or travels without an itinerary, or does something out of the ordinary with no idea of what will happen, then quite often an amazing (sometimes life-changing) things happens.

[…] It is not enough to “send positive energy.” A sacrifice of some sort is required, something that involves risk or loss. It might be the sacrifice of time, energy, and money. It could be a sacrifice of certainty or control, an act that feels like a step into the true unknown. It could be a demonstration of commitment that feels real to you.

Pesticides in a nutshell, and why they need to be banned now:

We have basically conducted an eighty-year experiment to see what happens to the biosphere when we constantly dump poison into it. Life is resilient, so the effects were hard to notice at first, but they have gathered now to critical mass.

Ending on a hopeful note, on imagining what’s possible, not what’s realistic:

All of the policies and practices I have described are within reach right now. The vision of a Green World is not fantasy; nor, however, is it realistic. What it is, is possible. It requires each one of us to dedicate ourselves, unreasonably and with no guarantee of success, to our unique form of service. It requires that we trust our knowing that a healed world, a greened world, a more beautiful world is truly possible. I hope this book has amplified that calling and trued you to that possibility.

View all my reviews

SYNCHRONICITY OF THE WEEK

I truly believe in the power of synchronicity. It’s when things just happen: you think about someone after a long time and they appear in front of you; you read about a movie or book and then you hear about it again from someone else. Or you might happen to meet the right person at the right place at the right time, seemingly at random.

A fundamental teaching of magic and magical culture (at least as expressed in one of my favorite books, Real Magic by Dean Radin) is that “coincidences”, or synchronicities, happen around people who practice mindful intent – the clearer the intent, the more things happen to align themselves to one’s benefit. The more synchronicities one experiences, the more the Universe tells one they are on the right path, whatever that may be. Magic is simply the art of enchanting one’s life in order for more synchronicities to happen.

That’s why I myself am more Obi-Wan Kenobi than Han Solo: I don’t really believe there is such a thing as luck, randomness or coincidence. I do believe that what we perceive as bad luck could just be a symptom of being out of sync with one’s true path or self. Disbelief in magic and meaningful synchronicity itself could act as a repellent for possible windfalls. Conversely, the experience of synchronicity is akin to a thumbs-up, a wink from the Universe. It’s a reminder that life’s a beautiful, mysterious game that might be possible to “hack” in the most simple yet cosmically mind-blowing ways.

So I decided to start a synchronicity diary. It’s true that things tend to happen more often the more you pay attention to them. So this should be a nod in the right direction.

Last week I completed a 21-day program on abundance authored by worldwide spirituality superstar Deepak Chopra. I was invited to it by a friend of Marilena’s and decided to put in the work and see it completion. Every day of the program involved a short meditation and some written exercises that usually had to do with some life reflection (“what’s a limiting belief? What are the people you admire and look up to? What are the people you feel uncomfortable around?”) or ceremonial focus of intention: for example, I had to write on a handful of receipts that the amount I spent on them was good and that it would come back to me sevenfold, or do simple reprogramming routines that aimed at changing abundance-limiting beliefs most of us have, at least to a certain degree, and which I certainly do have!

Well, on the last day, which was last Thursday, I did my final meditation while I was in a cafe in Exarcheia. I was forced to go there because back home they were drilling all day in the apartment next door so I had to flee if I wanted to get anything done that didn’t involve banging my head on my wall. So I took out my laptop, put on my earphones and started this Youtube video:

Then, as I was trying to keep my focus on my breath, repeat the given mantra and let go of mind noise (who knew thinking about nothing could be so darn hard?), I noticed that there was a beat playing in the background that synced perfectly with the meditation track above!

I tried to replicate the effect here at home but could not — you may try it yourself and let me know. It could be because they did not perfectly sync at all, or that the fact that I could only hear the bass through my earphones gave it the appearance of syncing up.

The point is, at that moment, it seemed so random, yet so perfect. It absolutely gave me confidence that what I was doing was “the right thing”.

You might say it was just a coincidence. You might be right. But before I sign off, I will leave you with some food for thought: what’s your threshold? Is there any kind of mysterious synchronicity that would make you go “this just can’t be a coincidence?” If yes, why? If not, why not?

See you next week!

HOW DOES THE GREEK ACCENT MAKE YOU FEEL?

One of our recent Easy Greek episodes was on the particularities of the Greek accent in English. My thanks go out to all volunteers who accepted showing their “imperfect” Greek accent to the world.

As an unofficial sequel of this video, I shot another one where I talk (in English) about how it’s always been a burden for me to be expected to speak with an Australian or native accent, when I didn’t grow up or have hardly ever used the language in a native context — that is, having mostly ever used English as a means of communication with people who grew up speaking a different language; what it means to have a strong accent; whether one should be ashamed or proud of their accent, and what does it all mean in the current climate when English is the de facto global language it is today, i.e: what accent is a person speaking proper, international, L2 English  be expected to have?

 

MY ULTIMATE QUARANTINE POST

If you’re reading this during the coronavirus pandemic, or at any point in the indeterminate future when all this will have blown over, chances are you are experiencing this “biggest crisis since WWII” first hand, making your own quarantine memoires. Have you realized half the planet or more will end up having this shared experience? Will people one day ask each other “so how did you pass the time during Social Distancing”?

On one level, this is a disturbing situation. Billions of people have been forced to stay inside for what is now weeks and might soon be months (or even more!) Just a few weeks ago, this is something almost no-one would have imagined people would have agreed to do so willingly.

In this day and age, it’s really hard to keep a tab on a viable explanation that actually makes sense and feels real – if, that is, you have a personality type that tends to mistrust authority, as I do. Every chapter in this story is open to alternative explanations and as we’re going into the second month of a deepening crisis, having a good grasp of what is really going seems so difficult it actually feels not even worth attempting.

I find myself believing the official narrative, doubting it, doubting my doubts and then doubting the doubts about the doubts. The early 21st century is not an easy time to have an open predesposition towards new information. I’m sure I must have fallen victim and allowed fake news to sculpt my understanding somewhere along the way (how many times, I wonder) in this eerie, post-truth mediascape.

Only time will tell whether this global reaction will prove to have been the only real way to safeguard society, a devastating overreaction, or whether the present situation is the first sign of something worse brewing underfoot than the pandemic itself. On top of the existing questions about the true origin and nature of the virus, I’m particularly concerned by how governments all over the world will be likely to take advantage of the situation to go all totalitarian on us. Mr. Orban has already made himself a good example of what I’m talking about here, but the Hungarian response is just a few terrifyingly small and easy steps away from what many of us are living through right now.

The worst part is that governments have the perfect alibi: individual freedoms have to be sacrificed for the protection of the greater good. But is this tough-love response a necessary evil or is there something less obvious going on? Gordon White on Rune Soup describes the anger pretty well.

For instance, what will happen when the vaccine comes along? Will we be stuck inside until it is ready? Will it be mandatory for people to be vaccinated to be part of civil society, to go to the cinema, to travel, to work? Are these fears paranoid? What if the crisis is so deep by then that anything that will save us and allow us to go back to “business as usual”, whatever’s left of it, will be welcomed with open arms, no matter the implications?

Can any sacrifice ever be too great?

It’s darkly amusing how Star Wars prequel memes have been making the rounds these days as the perfect descriptors of our situation.

So, how about my life?

Being a “work wherever” freelancer and having been one for several years already works to my advantage in the current climate. I’ll admit it, I’ve had my fair share of grumpy days over the last couple of years when I’ve had to work during every single holiday; in addition, my inability to discipline myself and keep my work life and everything-else-life separate has been a cause of great and enduring frustration. Yes, I can edit articles and new episodes in my pyjamas, but as everyone who leads a lifestyle similar to mine would confirm, working in your pyjamas gets really old really fast.

But. As far as work itself goes, I’m currently one of the lucky ones that can still scrape a living. I’m well aware that far from everyone is in the same boat: there are people close to me whose businesses have already closed and even family members who are blackmailed by their bosses to work for free and have no option but give in. Hell, welfare structures themselves are breaking down. The people that in normal conditions had nothing — the homeless or immigrants, for example — now have even less. No emergency 800€ for them. It’s ugly. So, I’m extra-grateful for my Easy Greek Patreon supporters and for Spotted by Locals, who are still giving me some work despite the nosedive in the tourism industry.

I’m reluctant to say this event “is cataclysmic” when we can still play video games, have pizza delivered to our door and buy expensive organic vegan food at the supermarket, but it can certainly feel like that, and I guess this feels as close to a cataclysm as anything we people who are used to wealth, comfort, and frankly, entitlement, have ever experienced. Still, we’re only at the beginning of this ride, which will leave none of us unchanged.

But on another level, we have so many opportunities to use all this time we didn’t know we had – we can do things. 

Michael Leunig

Despite all the relative doom and gloom above, I still feel like I’m in moderately high spirits. I wonder how much that is because I’m a human and my happiness meter, no matter how good or bad things get, tends to hover around 7/10 (the upside of being stuck on the hedonic treadmill — read about this equally horrifying and peculiarly comforting study here). It could also be that, precisely because I’m an introvert at heart, I have decades of experience in finding ways to use my alone time creatively and productively.

It kind of feels morally wrong to be optimistic when everything looks so hopeless around us. As if it’s inconsiderate towards those people that are truly suffering. The truth is that most of us will not fall sick during this crisis, much less die. However, the vast majority will be left with psychological rather than physical scars, and those of us who are still able to muster some good cheer that can end up motivating other people, well, we should keep doing what we’re doing. We the team at Easy Languages get a lot of messages by people who don’t want us to stop making content because it brings them comfort to watch us. Maybe they even use the content we produce for actual language learning!

Once we unglue ourselves from social media and the post-truth mediascape largely created by other people being bored in front of their own screens,  there’s so much life to be had, both inside and -gasp- outside.  The minute we find we’ve actually lost track of our own and other countries’ coronavirus case and death tally because we’re not really that scared — wow. It’s like breaking free of a spell.

I’ve been:

  • Sleeping. A lot!
  • Doing yoga almost every afternoon with Nefeli over Skype. I can’t believe how much this is helping me.
  • Going on long runs (now it’s still permitted?). The Sunday before last, I ran up to Theatro Vrachon (around 11km there and back) and a couple of days ago I ran along Ilissos to the waterfront. At this rate, I’ll be running half-marathons before I know it. Running is something you can do for free and you can start today even if you’ve never run before in your life. You can be running 5 kilometers non-stop before summer — try C25k.
  • I also got a 10kg dumbell and pull-up bar and try to use them as often as possible to try to at least keep some of the progress I made at the gym the 4 months before all this started.
  • Pushing yourself to get sweaty and not just sit around really, really helps. They do say that physical exercise is the cheapest anti-depressant. EVERYONE should exercise as much as possible in the present condition. No wonder Ring Fit Adventure now lists for more than $200 on eBay!
  • Meditating. Trying to start off at 20 minutes every day, focusing on my breath, emptying the mind. As always, not making a lot of progress, nut I’ll get there eventually. It’s a matter of making it into a habit that sticks. I just started The Science of Enlightenment by Shinzen Young which is apparently a masterwork on taking your meditation to the next level. Let’s see! What I can say is that even when I don’t manage to keep the thoughts at bay, the thoughts that do arise during meditation are usually very creative and feel qualitatively different than the usual inner dialogue.
  • Cooking every day. 50/50 vegan/vegetarian. Good thing Marilena doesn’t mind and even enjoys me experimenting in the kitchen.
  • Keeping my immune system strong. Exercise and sleep help. So do lemons, ginger, kefir and propolis (WTF? This is called bee-glue in English. Sounds much nastier than the positively LOTResque “Propolis”). Remember: fear is an immunosuppressant.
  • Drinking. Raki & rum cocktails mostly, but today I also got a fresh bottle of whiskey. It goes well with life itself. Also, mixing stuff with Holy Ginger. This stuff is EXPENSIVE, but I LOVE IT!
  • Taking care of other living beings in the apartment: Marilena, Maalouf, the worms in the compost bin, the kefir grains, and plants I’ve been trying to do my best to not have die on me.
  • Maalouf just by himself takes up a lot of our time with his constant nagging and always playful mood but how can you even say no to this beautiful, stupid face? Just the other day we were playing fetch and “football”. He’s a dog reincarnate in more ways than one…
  • Going for walks (including with Maalouf). I actually thought people would act weird around a cat on a leash but most of them are actually delighted to see an animal that is not a dog so thoroughly and obviously enjoys going for walks.
  • Spring is here and the lack of people around means usually timid birds are growing braver. Yesterday I heard a cuckoo in the big park right next to my place for the first time and then I saw a hoopoe fly outside my window! Today (April 5th) we saw the first flocks of swallows arrive back from Africa and they’re already swooping very close in their search for ideal places to build nests. Observing nature reminds me that life goes on and most other animals not only couldn’t give a fuck about us, they’re happy we’re finally giving them a breather and some space back. I hope the pendulum doesn’t swing back with a vengeance once 5G is inevitably rolled out — the requisite totality of geographical coverage with countless high-powered antennae beaming out interlocking EM radiation at extremely high, virtually untested frequencies, might deeply disturb not just the human world but the non-human one as well, especially in the long run. But that’s another topic for another day…
  • Writing. It’s been so long since I took the time to sit down and write on my blog. I feel so rusty.
  • Reading! Namely: The Psychedelic Explorer’s Guide, Everything is Fucked, Το 10, re-reading Real Magic, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, 1830-1974.
  • Gaming. Nier Automata (just finished Route A — not sure I’m getting the hype yet), Hyper Light Drifter (buttery smooth action), GRIS (beautiful), A Short Hike (directly inspired by Breath of the Wild — what a delightful surprise!) and Disco Elysium (balancing between “am I playing this right?” and “this is cool!”)
  • Listening to a lot of Easy German! I love these people, and it’s not just because we work together.
  • Shows: The Man in the High Castle (picked it up after a year of having abandoned it — it’s better than I remembered, however I do find annoying how often the plot seems to revolve around every main character taking rash decisions that magically work out because support characters with no agendas of their own help them carry out their crazy ideas against their own interests — just an impression); La Casa De Papel (4th season already! This show is the ultimate junk-food series: devoid of nutrition, artificial flavors, larger-than-life marketing to cover the complete absense of meaning… but you can’t stop watching!)

Before finally publishing this post, I found out that Fusion Festival 2020 would be cancelled. I was really looking forward to it, and until just a few days was still hoping that maybe, just maybe, it would still be possible for them to squeeze through the hoops. That would mean at least some previous plan would survive the crisis. No such luck.

Maybe there’s no big surprise there, but it just drove the point further how really really different the world already is. So, brace yourselves, buckle up, enjoy the ride. You can’t control any of it anyway, and we’re still gonna die eventually no matter what.

 

 

15 ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΓΙΑ ΒΙΝΤΕΟΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Όλοι μας έχουμε τα κομμάτια και τη μουσική με την οποία μεγαλώσαμε. Αυτή μπορεί να είναι λαϊκά, κομμάτια που τα τραγούδαγαν ή τα έπαιζαν στο σπίτι, μουσική από ταινίες και παιδικά, ή κλασική μουσική, ροκ, ποπ… όλοι έχουμε τις δικές μας ιστορίες και ακούσματα.

Εγώ δεν άκουγα μουσική μέχρι περίπου τα 13, όταν ξεκίνησα να κατεβάζω .mp3 ποπ μουσικής όταν άρχισα να συνειδητοποιώ ότι φαινόμουν τελείως ούφο στους συμμαθητές, φίλους και κορίτσια των οποίων την προσοχή ήθελα να τραβήξω, γιατί δεν έβλεπα και δεν ήξερα τι έπαιζε στο MAD και στο MTV. Η απόπειρα καμουφλάζ απέτυχε, βέβαια: γρήγορα άρχισε να μου αρέσει η ροκ και η ηλεκτρονική και αργότερα, όπως κάθε έφηβος που σέβεται τη μοναδικότητα του, άρχισα να καλλιεργώ τα δικά μου γούστα.

Είναι όμως εντυπωσιακό ότι μέχρι τα 13 δεν είχα καμία επαφή πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων με τη δημοφιλή μουσική, είτε ελληνική είτε ξένη.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι άκουγα μουσική. Απλώς για πολλούς αυτού του είδους η μουσική «δεν μετράει»: άκουγα φανατικά τη μουσική των ηλεκτρονικών παιχνιδιών με τα οποία μεγάλωσα. Η μουσική αυτή είναι το δικό μου γνώριμο ηχοτοπίο, η δική μου ηχητική πατρίδα, ο δικός μου Χατζιδάκις. Μέχρι σήμερα η μουσική ενός παλιού αγαπημένου τίτλου μου φέρνει πολύ περισσότερη νοσταλγία απ’ ότι το να βλέπω βιντεάκια του παιχνιδιού, ακόμα και να το ξαναπαίζω με τα μάτια ενός ενήλικα.

Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα για παιχνίδια τα οποία πια μπορεί να μην ξανάπαιζα πια, ή τα οποία μπορεί να έχω προσπαθήσει επί ματαίω να ξαναπιάσω και να έχω αποτύχει, η μουσική τους ακόμα με συνεπαίρνει. Μία ένδειξη ότι η ακοή μας είναι καλωδιωμένη διαφορετικά με το συναίσθημα απ’ ό,τι η όραση.

Λοιπόν η αγάπη μου για αυτή την πτυχή της τέχνης των ηλεκτρονικών παιχνιδιών έχει παραμείνει μαζί μου και αυτά τα χρόνια εμπειρίας με έχουν αφήσει με πολλούς αγαπημένους καλλιτέχνες. Ορισμένων τις συνθέσεις τις πρωτοάκουσα μικρός, άλλων πιο μεγάλος, αλλά δεν υπάρχει διαχωρισμός στη δισκοθήκη του μυαλού μου — μπορεί μια μέρα να ξυπνήσω και να παίζει στο μυαλό μου ένα κομμάτι που πρωτογούσταρα μικρός και έχω να ακούσω χρόνια, ή που άκουσα χτες.

Σας παραθέτω μερικούς από τους αγαπημένους μου συνθέτες στη σειρά με τους γνώρισα και αγάπησα μέσα στη ζωή μου.

Koji Kondo

Αν υπάρχει ένας σούπερσταρ συνθέτης μουσικής για παιχνίδια, αυτός είναι ο Koji Kondo. Αν γνωρίζετε μόνο ένα από τα ονόματα σε αυτή τη λίστα, κατά 99% αυτό είναι το όνομα του Koji Kondo, και αν και ακούγεται απίστευτο, είναι πολύ πιο διάσημος μέσω του έργου του από την συνονόματη και συμπατριώτισσα του Marie Kondo που τον τελευταίο καιρό έχει γίνει οικείο όνομα για πολλούς μέσα από τη σειρά της στο Netflix.

Ο Kondo-san ήταν εκεί όταν άκουσα για πρώτη φορά αυτό το κομμάτι στα 4 μου, σε κάτι ξαδέρφια μου στην Αυστραλία.

Ο Kondo έχει κάνει τη μουσική και για διάφορα άλλα παιχνίδια όπως το Star Fox 64 (Lylat Wars), αλλά από ένα σημείο και μετά επικεντρώθηκε μόνο στα Mario και Zelda. Θα μπορούσα να κατονομάσω δεκάδες παιχνίδια που έχω παίξει όλα αυτά τα χρόνια με μουσική του κυρίου Kondo που λάτρεψα… αλλά θα αναγκαστώ να κάνω μια επιλογή!

Super Mario BrosUnderground (το οποίο είχα κάνει “α καπέλλα” με τον φίλο μου τον Μάριο) και η αγαπημένη μου εκδοχή του Underground από το Mario 64: Cave Dungeon/Hazy Maze Cave). Το Youtube πρόσφατα με δίδαξε ότι είναι εμπνευσμένο από αυτό το κομμάτι ονόματι Let’s Not Talk About It.
Super Mario Bros. 2Overworld
Super Mario Bros. 3Air Ship | Map Themes
Yoshi’s Island (πάρτε το όλο. Και ίσως το αγαπημένο μου: Koopa/Baby Bowser — απόδειξη ότι ο Koji ροκάρει για τα καλά. Για χρόνια έκανα requests στο OCRemix για να το κάνουν metal cover, αλλά δεν έχω ακούσει κανένα που να είναι καλύτερο από το πρωτότυπο!)
Super Mario 64File Select, Bob-omb Battlefield, Wing Cap, Dire Dire Docks, Staff Roll
Lylat WarsDestinations Map, KatinaZoness, Area 6

Το soundtrack για το τρισυπέρτατο Legend of Zelda: Ocarina of Time και το soundtrack του ήταν το τελευταίο που συνέθεσε ο Kondo-san μόνος του. Forest Temple | Fairy FountainHyrule Field | Town (Market)Zora’s Domain | Spirit Temple | Lost Woods (ίσως το πιο αξεπέραστο earworm του Kondo), Gerudo Valley

Majora’s MaskAstral Observatory | Final Hours (από τα πιο σκοτεινά, επιβλητικά και ανατριχιαστικά VG κομμάτια που μπορώ να σκεφτώ)
Wind Waker – The Great Sea (αυτό λέει ότι έχει τέσσερεις συνθέτες: Kenta Nagata, Hajime Wakai, Toru Minegishi, Koji Kondo. Πώς λειτουργει αυτό;)

Και ο κατάλογος συνεχίζεται. Απλά θρύλος!

Eveline Fischer

Μαθήτρια του Dave Wise (δείτε παρακάτω). Έγραψε το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής του Donkey Kong Country 3. Μου άρεσε τόσο η μουσική του παιχνιδιού αυτού που την άφηνα να παίζει μόνη της (να ‘ναι καλά το παλαί ποτέ sound test). Η μάνα μου, ακούγοντας τη μουσική ενώ έπαιζα, μου είχε πει ότι της θύμιζε Tangerine Dream. Κι εγώ, γύρω στα 8, έψαχνα τη δισκοθήκη να βρω Tangerine Dream και να ακούσω κι άλλη μουσική σαν αυτή του DKC3! Αλλά όχι, τίποτα δεν ήταν σαν το Rockface Rumble…

Northern Kremisphere | Submap Shuffle | Stilt VillageRockface Rumble | Cascade CapersNuts & Bolts  | Big Boss Blues (wOOOw!) — Για μένα το καλύτερο soundtrack της σειράς – ίσως επειδή έπαιξα το 3 πρώτο…

David Wise

Ο Dave Wise ήταν και αυτός παιδί της Rare, από τους ορίτζιναλ, και μέντορας της Eveline Fischer (πάνω) και Grant Kirkhope (κάτω). Οι πιο διάσημες συνθέσεις του είναι μάλλον η δουλειά του για τη σειρά Donkey Kong Country, συμπεριλαμβανομένου του πρόσφατου Tropical Freeze. O Grant και ο Dave συνεργάστηκαν πρόσφατα και στο Yooka-Laylee και στο Impossible Maze.

Donkey Kong Country: Aquatic Ambience | Fear Factory | King K Rool
Donkey Kong Country 2: Stickerbrush Symphony | Island Map Theme | Funky Theme | Klubba’s ReveilleCrocodile Cacophony

Grant Kirkhope

Ο κύριος Kirkhope είναι διάσημος για τη συνεισφορά του στα 3D platformers της Rare για το N64. Oι παιχνιδιάρικες απ’ τη μία και μυστηριώδεις απ’ την άλλη δημιουργίες του έχουν μαρκάρει με ανεξίτηλη στάμπα αυτή την εποχή στην ιστορία των games και για πολλούς ο Grant Kirkhope είναι όσο συνυφασμένος με τη Rare όσο ο Nobuo Uematsu με τη Square, για παράδειγμα (περισσότερα αργότερα).

Πλέον δεν δουλεύει για τη Rare, αλλά πιο πρόσφατα συνέθεσε κάποια κομμάτια για το Hat in Time και το Yooka-Laylee και έκανε ρεμίξ για τα κομμάτια από το Banjo-Kazooie στο Smash Bros. Ultimate.

Επίσης είναι ο δημιουργός του περιβόητου hate-to-love-it DK Rap.

Banjo-Kazooie: Grunty’s Lair (με όλες τις παραλλαγές — πολύ καινοτόμο πράγμα τότε!), Treasure Trove Cove | Freezeezy PeakGrunty’s Furnace Fun | Jinjonator
Banjo-Tooie: Jinjo Village
GoldenEye: Facility | FrigateStatue | Cradle
Viva Piñata: Όλο το soundtrack (αλήθεια ποια είναι η αντίστοιχη ελληνική λέξη;), όπως και το ίδιο το παιχνίδι, είναι σούπερ χαλαρωτικό. Ποτέ δεν κατάφερα να φέρω τα λιοντάρια ή τους αετούς στον κήπο μου, αλλά δεν πειράζει, καλά πέρασα.

Και όταν είχα βρει τυχαία αυτή την ροκ έκδοση του Banjo theme στο Kameo (ένα Banjo kameo στο Kameo! Guh-huh!) είχα ενθουσιαστεί τόσο, που είχα αφήσει σχόλιο στη σελίδα του Grant Kirkhope στο MySpace, τον είχα ευχαριστήσει, και τον είχα ρωτήσει αν έπαιζε αυτός την ηλεκτρική κιθάρα. Και μου είχε απαντήσει πως ναι, και πως είναι μεγάλος ροκάς! \m/

Jake “virt” Kaufman

Είχα αφιερώσει ένα ολόκληρο post για τον Jake Kaufman πριν χρόνια.

Πρωτοάκουσα τη δουλειά του εν λόγω κυρίου όταν ακόμα υπέγραφε ως virt, στο Blood of Ganon, ένα από τα καλύτερα remix από τα 2D Zelda και ένα από τα καλύτερα που έχω ακούσει μέχρι και σήμερα.

Από remixer ο virt έγινε ένας από τους πιο αναγνωρισμένους και ταλαντάχους συνθέτες του χώρου σήμερα, κι έχει υπογράψει μερικά από τα πιο πιασάρικα και ποιοτικά soundtracks των τελευταιών χρόνων, ειδικά σε πιο retro ενορχηστρώσεις.

Το OST του Shovel Knight πρέπει να είναι από τα καλύτερα chiptune soundtracks που έχουν γραφτεί.

Shovel KnightMain Theme | The ExplodatoriumStrike the Earth! Plains of Passage
Shantae and the Pirate’s CurseScuttle TownRave in the Grave (“so Castlevania it hurts”) | Trip Through Sequin Land

Α και τσεκάρετε άλλο ένα παλιό ρεμίξ του, το Crystal Flash. Αυτή τη φορά για το Super Metroid. Εκπληκτικό

Kenji Yamamoto

Ο κύριος Yamamoto έχει επιμεληθεί τη μουσική για όλα (;) τα Metroid πέρα από το πρώτο. Η μουσική του ξεχωρίζει ανάμεσα στα soundtracks άλλων παιχνιδιών της Nintendo για την αγνή ατμοσφαιρικότητα και το νεύρο της. Να κι ένα ενδιαφέρον άρθρο για τη δημιουργική διαδικασία πίσω από το Super Metroid.

Super Metroid – Prologue Intro Theme | Lower Brinstar | Upper Brinstar | Mother Brain | Ending (κάποια από αυτά τα έχει γράψει η Minako Hamano, αλλά δεν ξέρω ποια. Συγγνώμη, Hamano-san αν σε αδικώ εδώ!)
Metroid PrimeOpeningMenu Theme — (σε συνδυασμό ίσως η αγαπημένη μου εισαγωγή σε παιχνίδι απ’ όσα έχω παίξει. Μου φέρνει σχεδόν πάντα ανατριχίλες, και δεν είμαι και hardcore Metroid fan. Να και ένα άριστο, σχεδόν definitive remix από το Smash που συνδυάζει αυτά τα δύο κομμάτια που μαζί απλά ανεβάζουν τον πήχη) — Phendrana Drifts | Meta Ridley Battle | Tallon IV | Hive Mecha / Incinerator Drone

Εδώ ο Kenji και η Minako και… ποιος είναι αυτός στη μέση;

Nobuo Uematsu

Ο κύριος Uematsu είναι συνδεδεμένος με τα παιχνίδια Final Fantasy κυρίως. Ενώ έχω παίξει τα 6, 7, 8, 10 και 12, ποτέ δεν τερμάτισα κανένα τους (για κάποιον λόγο), και ποτέ δεν ήμουν πραγματικά μεγάλος θαυμαστής της σειράς, αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να αγαπήσω τη μουσική αυτών των παιχνιδιών.

Χρόνια μετά, τερμάτισα το πρώτο μου παιχνίδι με μουσική από Uematsu, το Lost Odyssey.

Final Fantasy VIBattle Theme | Terra’s Theme (overworld)
Final Fantasy VII Battle Theme | Fight On! (Battle Theme)
Final Fantasy VIIILiberi Fatali (απλά έπικ) | Force You Way (boss theme) | Balamb Garden | Fisherman’s Horizon
Final Fantasy XTo Zanarkand | Battle Theme | Otherworld (final boss) – ουμφ!
Final Fantasy XIIPrelude

Lost OdysseyBattle Theme | Neverending Journey | Battle Conditions (μα πόσο ροκάρει αυτός ο Uematsu)

Μιας που μιλάμε για το Lost Odyssey, πέρα από τη μουσική, αυτό που θυμάμαι από το παιχνίδι περισσότερο τώρα, 10+ χρόνια μετά, είναι το A Thousand Years of Dreams, μικρές ιστορίες που θυμάται ο αθάνατος πρωταγωνίστης από τα χίλια χρόνια στα οποία έχει ζήσει μεταξύ θνητών και με όλη τη σοφία που δεν μπορεί να τους μεταδώσει. Η αφήγηση θυμίζει βιβλίο ή visual novel και θυμίζει καλό μελό που μπορεί να σου δώσει ένα ποιοτικό δραματικό άνιμε. Πάντα τις θυμάμαι αυτές τις ιστορίες όταν ακούω ανθρώπους να εύχονται να μπορούσαν να ζήσουν για πάντα.

Motoi Sakuraba

Άλλος ένας δημιουργικότατος ιάπωνας συνθέτης που έγινε γνωστός κυρίως για τη μουσική που έγραψε για JRPG αλλά πρόσφατα έμαθα ότι έγραψε και τη μουσική για τα Dark Souls! Δεν τα έχω παίξει αρκετά για να έχω κάποια μουσική να μου έρχεται τώρα από μόνη της στο μυαλό, βέβαια…

Πρωτοήρθα σε επαφή με τη μουσική του από τα δύο Golden Sun για το Game Boy Advance, ίσως το αγαπημένο μου JRPG μέχρι και σήμερα, κι ας το έπαιξα μόνο μια φορά – ίσως επειδή είναι από τα λίγα που όντως τερμάτισα! Απίστευτο τι μουσική κατάφερε να γράψει για ένα παιχνίδι του Game Boy Advance.

Tales of PhantasiaHarmonious Moment | Fighting of the Spirit | Morlia Gallery
Golden Sun Vale, Kolima/Mogall Forest, Saturos Battle Theme, Sea of Karagol, Venus LighthouseLemuria Doom Dragon
Mario GolfToad Highlands

 

Christopher Tin

O Christopher Tin έγινε γνωστός με το soundtrack για το Civilization IV και το ανεπανάληπτο Baba Yetu. Όταν βγήκε, με θυμάμαι εκεί, 16 χρονών, να το αφήνω κάθε φορά να παίξει ολόκληρο και απλά να χαζεύω τη γη να περνάει από μέρα σε νύχτα, από νύχτα σε μέρα και πάλι από την αρχή. Ποτέ δεν περίμενα ότι το Πάτερ Ημών στα σουαχίλι θα με γοήτευε τόσο διαχρονικά.

Δεν ήμουν ο μόνος που πρόσεξε πόσο καταπληκτικό τραγούδι ήταν το Baba Yetu. Αυτό το τραγούδι ήταν τόσο καλό και έλαβε τέτοια υποδοχή που ενέπνευσε από μόνο του έναν ολόκληρο δίσκο, το Calling All Dawns. Το πάντρεμα κλασικής και «έθνικ» μουσικής του τον έχει κάνει έναν από τους αγαπημένους μου δίσκους γενικότερα, και παραμένει τόσα χρόνια μετά. Η έκδοση του Baba Yetu στο Calling All Dawns απέσπασε για τον Tin δύο Grammy και ήταν η πρώτη φορά που κομμάτι που γράφτηκε για βιντεοπαιχνίδι κέρδισε αυτό το βραβείο.

Έπειτα ο Tin έβγαλε τον πνευματικό διάδοχο του Calling All DawnsThe Drop that Contained the Sea το οποίο έχει μερικά αριστουργηματικά κομμάτια (όπως το Temen Oblak), και τώρα περιμένουμε με αγωνία το To Shiver the Sky.

Civilization VISogno di Volare (πολύ catchy αλλά ένα κλικ κάτω από το Baba Yetu για μένα λόγω θεματολογίας).

Yuu Miyake

Θα γράψω μόνο δύο λέξεις. Katamari. Damacy.

Katamari DamacyKatamari on the Rock (το anthem μου μεταξύ των 17 και 19) | Cherry Blossom Color Season | LONELY ROLLING STAR | Lovely Angel | You Are Smart

Πώς γίνεται πάνω από 15 χρόνια αυτό το soundtrack να συνεχίζει να ακούγεται τόσο φρέσκο; Ή απλά είμαι γέρος και δεν ξέρω τι σημαίνει φρέσκο…

Andreas Waldetoft

Ο σκανδιναβός κύριος από ‘δω είναι από τους long-time συνθέτες της Paradox Interactive. Έχει υπογράψει τις μουσικές για τις σειρές Europa Universalis, Crusader Kings, Victoria, Hearts of Iron και άλλες. Δεδομένου ότι σε αυτά τα παιχνίδια έχω ρίξει κάποιες εκατοντάδες ώρες όλες μαζί, θα έλεγα ότι έχω ακούσει τις μουσικές του από άποψη καθαρού χρόνου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο σε αυτή τη λίστα.

Hearts of Iron IIOverture
Europa Universalis IIIConquistador, The Highland Wanderer, East vs. West, A Cruce Victoria
Crusader Kings IIMain Title, In Taberna, A Simple Song for Commoners, Saladin Besiege Jerusalem
Europa Universalis IVThe Voyage

Πάρτε και το soundtrack του πρώτου Victoria με διάφορα ωραία κλασικά κομμάτια. Φαντάζομαι ο Waldetoft τα διάλεξε.

Danny Baranowski

Ο DannyB έκανε όνομα γράφοντας τη μουσική για το Super Meat Boy. Αργότερα, οι οικονομικές διαφωνίες με τον δημιουργό του, τον Edward Mcmillen, σχετικά με τα κέρδη από τις νέες μεταφορές του παιχνιδιού σε περισσότερες κονσόλες, οδήγησαν στη δημιουργία ενός νέο OST από τελείως διαφορετικό συνθέτη. Μέχρι και σήμερα, το soundtrack του Baranowski για το PC και Xbox 360 θεωρείται εν πολλοίς το de facto OST.

Ο DannyB επίσης έγραψε τη μουσική για το Binding of Isaac (που μετά το διαζύγιο του με τον McMillen είχε παρόμοια κατάληξη) αλλά και για το Crypt of the Necrodancer, όπου έκανε επίδειξη καλλιτεχνικής δύναμης. Αυτή του η επιτυχία του έστειλε επάξια την ανάθεση του Cadence of Hyrule, του remix του Necrodancer σε ρυθμούς Legend of Zelda. Δεν πρόλαβα να το παίξω καθώς πούλησα το Switch μου πριν κάποιους μήνες, αλλά ίσως μια μέρα.

Super Meat Boy: Chapter 2 Dark World | Chapter 4 Dark World
Crypt of the Necrodancer: 1-3 (Mausoleum Mash) | (2-1 (Fungal Funk) | 3-2 (Dance of the Decorous) | 3-3 (A Hot Mess),

Disasterpeace

Έμαθα τον Disasterpeace για πρώτη φορά από τη συνεισφορά του στο 25YEARLEGEND στο OCREMIX (πλάκα-πλάκα, ένα από τα ελάχιστα σάιτ το οποίο υπάρχει ακόμα από το 2002, όταν πρωτοξεκίνησα να μπαίνω, και χωρίς καμία υπερβολικά ριζική αλλαγή).

Τον αγάπησα όμως για τη δουλειά του στο Fez. Ξέρω ότι το παιχνίδι έχει  άσχημη φήμη, αλλά για μένα όλη η παραφιλολογία γύρω από τον Phil Fish απλά κάνει το παιχνίδι ακόμα πιο μυστήριο και ελκυστικό — ένα αριστούργημα του οποίου ο δημιουργός ήταν λίγο μαλάκας, όπως τόσοι μεγάλοι καλλιτέχνες στην ιστορία της τέχνης.

Αυτό το παιχνίδι με έχει χαράξει. Ίσως είναι η περίοδος στη ζωή μου που το έπαιξα, το καλοκαίρι του ’13, ίσως είναι ο τρόπος που το έπαιξα (όπως πρέπει – με στιλό και χαρτί δίπλα μου at all times!), ίσως είναι η γενικότερη αγνά ψυχεδελική αισθητική του που μαζί με τη θρησκευτική θεματολογία του με άγγιξε με έναν αναμφίβολα πνευματικό τρόπο. Ακούστε και απολαύστε, κι ας μην παίξατε ποτέ το παιχνίδι.

Ελπίζω να δοκιμάσω το Hyper Light Drifter και τη μουσική του μια μέρα.

Christophe Heral

Έχετε ακούσει πόσο θεόμουρλα είναι τα soundtrack των Rayman Origins και Rayman Legends; Μπορούμε να ευχαριστούμε τον κύριο Heral γι’ αυτό.

Γενικά αυτά τα soundtrack είναι ότι πιο φρέσκο, κεφάτο, χαρούμενο, καλογραμμένο και καλοφτιαγμένο έχουν ακούσει τα αυτιά μου αυτές τις δεκαετίες που ακούω μουσική, και όχι μόνο για βιντεοπαιχνίδια.

Rayman OriginsThe Lum KingChest | Shooter – KazooLums of the Water (Glou Glou) | The Lums’ Dream
Rayman LegendsMariachi Madness | Gloo Gloo

Επίσης:
Beyond Good and EvilPropaganda, και το Spanish Bar, το οποίο για χρόνια ήταν το ringtone μου.


Ειδική μνεία για τους:

Stephen Rippy & Kevin McMullan για το Age of Empires II (shhh, ha)

Jim Guthrie για το Superbrothers Sword & Sworcery LP (Unknowable Geometry & And Then We Got Older)

Mike Morasky για το Portal 2 (ναι ναι μπορεί να πείτε Jonathan Coulton αλλά νομίζω ότι όλο το OST του Portal 2 είναι ανώτερο από το Still Alive ή το Want You Gone).


Θα ήθελα να μάθω περισσότερους συνθέτες και αγαπημένη σας μουσική από βιντεοπαιχνίδια, αν και ήδη γνωρίζω ότι δεν είναι το ίδιο αν δεν παίξεις το παιχνίδι πρώτα.

Αλλά, όπως και στις ταινίες, μερικές φορές η μουσική είναι απλά τόσο καλή που μπορεί να αποκτήσει και δική της ζωή, ανεξάρτητα από το έργο για το οποίο γράφτηκε αρχικά. Οπότε, διδάξτε με!

EARWORM GARDEN EARLY 2020

Navigating through this band’s recent discography (all 244 or so records they’ve made in the last 3 years) is a feat on its own! The drums were the most earwormy part of this song for me. I was surprised to discover they have two drummers, actually.

Inspired by this podcast episode by Personality Hacker, in turn inspired by the death of Rush drummer Neil Peart and which put me, too, in a nice Rush mood. The song is about the freedom of driving a Red Barchetta in an imaginary future (“50 odd years” from the ’70s, when this song was written), at a time where driving has been banned.

Heard this song by complete chance on the 2nd program of ERT (Greece’s public radio & TV) on Christmas Eve. Awesome surprise, right? I already was a fan of VIC, but this new album of theirs has launched the band to legendary status. Can’t wait for their concert in Athens 2 weeks from now. See you there?