Υμηττός Revisited

Χειμώνας στην Αθήνα ξανά. Έξω χιονίζει. Δεν το έχει στρώσει — ακόμα — όμως τα πυκνά, λαμπερά άσπρα σύννεφα που συνήθως προαναγγέλουν το χιόνι είχαν καλύψει από σήμερα το πρωί κιόλας τον Υμηττό (ο οποίος, ας σημειώσω, πάντα στόλιζε την θέα από τα μπαλκόνια και των 3 2 σπιτιών μας στην Νέα Σμύρνη) ήταν αρκετά για να ξέρω πως η έλλειψη ασπρίλας στο τοπίο του δικού μας Νότιου Προαστίου δεν ήταν ενδεικτική της γενικότερης κατάστασης.

Από προχτές βέβαια είχα αποφασίσει ότι, μετά από πολλά χρόνια, θα ξαναεπισκεπτόμουν τον Υμηττό αν χιόνιζε σήμερα. Ειδικά τώρα που, παγιδευμένος στην Αθήνα λόγω κακοκαιρίας, χωρίς να μπορώ να επιστρέψω στην Μυτιλήνη για να κάνω την εγγραφή μου — some dangerous shit right there, Μοrdread you’re seriously saving our bum over here — έχω κάθε ευκαιρία να γεμίσω τον χρόνο μου με τέτοιους απολαυστικούς τρόπους. Άσχετο αν τώρα είμαι μπροστά σε ένα λάπτοπ, στο δωμάτιο μου και γράφω. Αυτό δεν έχει καμία σημασία!

Μια και δυο, σήμερα το μεσημέρι λοιπόν, και αφού πέρασα από το κέντρο της Αθήνας για να τσιμπήσω μερικά βιβλία από την γνωστή εκδοτικο-οικο-περιοχή γνωστή και ως Ακαδημίας-Σόλωνος-και-όλες-οι-κάθετοί-τους, ξεκίνησα για τον Υμηττό, για το μονοπάτι προς Καλοπούλα. Με το που έφτασα στο μέρος, αμέτρητες αναμνήσεις με χτύπησαν με την δύναμη καταιγίδας συμπιεσμένης μέσα σε ένα, εξαιρετικά ηλεκτρισμένο, δευτερόλεπτο.

Αυτές οι αναμνήσεις ήταν από τις αμέτρητες βόλτες που είχα κάνει μικρός στο βουνό με τον πατέρα μου, την Βάσω, την Ινές, γενικά that side of my crowd. Τα σαββατοκύριακα που ήμουν μαζί τους, δηλαδή ένα στα δύο, πηγαίναμε πολύ συχνά στο βουνό για μεγάλους περιπάτους. Βέβαια, όταν ήμουν μικρός, περισσότερο με τραβάγανε παρά ήθελα να πάω μαζί τους. Χίλιες φορές προτιμούσα να μείνω σπίτι και να συνεχίσω να παίζω βιντεοπαιχνίδια παρά να πάω στα βουνά. Είχα πει το εξής θρυλικό (έτσι μου έχουν πει, σιγά μην το θυμόμουν) πολύ πριν έρθω σε επαφή με οποιοδήποτε είδος παιχνιδιού, φανταστείτε, στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων: «Δεν είμαι φτιαγμένος για να περπατάω!!». Από τότε ο πατέρας μου άρχισε να με λέει γλάστρα. Τέτοια ήταν η τεμπελιά και η βαρεμάρα μου, και το να τρέχω στα βουνά δεν ήταν εξαιρέση. Ανεξήγητη και αδικαιολόγητη, θα έλεγε κανείς, ίσως να ήταν και κάποια μορφή παιδικής αντίδρασης στην αεικινησία του πατέρα μου, που ήθελε να πηδάμε σαν τα κατσίκια από τον έναν βράχο στον άλλο, να κατακτάμε κορυφές, να κάνουμε συνέχεια εκδρομές με διάφορους Φίλους του Βουνού, της Θάλασσας, των Μονοπατιών, της Φύσης, του Περιβάλλοντος και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Εγώ το 1997 στο Πήλιο

Έχω συγκρατήσει πολλές εικόνες από διάφορα σημεία της Ελλάδας, μερικές από αυτές μπορεί να είναι και κάτι περισσότερο από επηρεασμένες από τις πανταχού παρούσες φωτογραφίες στα αμέτρητα άλμπουμ που έχει ο πατέρας μου από εκείνη την εποχή, αν και όλο και κάποια ανάμνηση μου, δικιά μου, my precious, my own, φαντάζομαι, θα είναι αυθεντική. Τέλος πάντων, από κάποιο σημείο και μετά, δεν γούσταρα άλλο να τρέχω από δω κι από ‘κει, είχα γίνει σπιτόγατος, για την ακρίβεια, καλωδιομένος σπιτόγατος, πώς να το κάνουμε. Όμως όταν είσαι μικρός, δεν έχεις και πολλά περιθώρια επιλογής. Άλλωστε, σιγά που θα με άφηνε ο πατέρας μου να μείνω σπίτι και να παίζω Mario όταν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε νέα μονοπάτια και να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Οπότε, είτε φτιαγμένος είτε όχι για περπάτημα, το έκανα.

Με τα χρόνια, πρέπει να εξερευνήσαμε όλα τα μονοπάτια του Υμήττου. Από το γνωστό μέχρι την Καλοπούλα, το άλλο μέχρι την Μονή Καισαριανής, ένα άλλο που πέρναγε μπροστά από μια παράγκα, κάποια άλλα που έφταναν σε ένα σημείο με εξαιρετική θέα και κάτι σαν κιόσκι και τραπεζάκια για πικνίκ, ένα που έφτανε σε μια στέρνα με γυρίνους (μόνο αν ήταν φθινόπωρο φαντάζομαι), ένα που πέρναγε από έναν ελαιώνα με γαϊδουράκια… Χειμώνα-καλοκαίρι, πολλά συνεχόμενα χρόνια, τόσο που τώρα μου είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσω το πότε και το πώς. Απλά έχω εικόνες από αυτές τις παλιές εξερευνήσεις.

Σε κάποια φάση σταμάτησαμε να πηγαίνουμε βόλτες από εκείνη την μεριά του Υμηττού, πρέπει να ήταν γύρω όταν πήγαινα γυμνάσιο και Βάσω και πατέρας είχαν μετακομίσει στου Παπάγου και αργότερα στον Χολαργό, οπότε απλά κάναμε βόλτες από το σπίτι μέχρι το βουνό με τα πόδια (είναι στους πρόποδες του βουνού όμως από την βόρεια πλευρά). Όπως και να ‘χει, είχα τουλάχιστον 7 χρόνια να περάσω από τα παλιά γνώριμα μονοπάτια… Δεν ξέρω τι έγινε, δεν ξέρω πώς, και γιατί, αλλά κάπου στην πορεία το παιδί-γλάστρα μεταλλάχτηκε σε χίπη φυσιολάτρη (What? Your Hall is evolving!), με πολλή όρεξη για εξερεύνηση, δέντρα, περπάτημα, και όλα αυτά τα ωραία. Ίσως να το είχα μέσα μου. Ίσως να είναι κομμάτι του να μεγαλώνεις, με τα καλά του και τα κακά του, στην περίπτωση μας καλό. Ίσως να έπρεπε να περάσω από το στάδιο “γλάστρας” για να μπορώ να φτάσω στο σημερινό σημείο. Μπορεί και να είναι επειδή ακριβώς πήγαιναμε όλες αυτές τις εκδρομές παλιά και τραβάω ενέργεια από αυτές τις πρωτογενείς, βασικές, παιδικές στρώσεις της προσωπικότητας μου. Ίσως και να ωφείλεται σε κάτι τελείως άσχετο. Δηλώνω αγνωστικιστής ως προς τα αίτια.

Έτσι λοιπόν, μετά από χρόνια και με πραγματική όρεξη πλέον, έφτασα στο Νεκροταφείο Καισαριανής, απ’όπου ξεκίνησα να περπατάω κατα μήκος του δρόμου μέχρι να φτάσω στην αρχή του μονοπατιού. Διαισθητικά, χωρίς άλλον τρόπο να ξέρω πού να πάω παρά μόνο με την βοήθεια των αναμνήσεων και των πινακίδων, μετά την καταιγίδα αναμνήσεων, άρχισα να νιώθω την γνώριμη αίσθηση. Όλα φαίνονταν μικρότερα, απλότερα, και ταυτόχρονα οικεία, σαν ένα παιχνίδι που κάποτε έλιωνες αλλά δεν έχεις αγγίξει για 10-15 χρόνια. Όταν έκανα τις βόλτες αυτές, ο πατέρας παίζει να μου έριχνε 3-4 κεφάλια. Τώρα είμαι ψηλότερος από εκείνον, και φυσικά όλα φαίνονταν μικροσκοπικά… «Μα καλά, αυτά τα δέντρα δεν ήταν ψηλότερα; Και σε αυτό τον δρόμο δεν μπορούσες να παίξεις μπάλα; Τώρα με το ζόρι μπορείς να κάνεις ποδήλατο! ό_’O» Γκουχ. Θυμόμουν την διαδρομή μέχρι την Καλοπούλα να είναι τεράστια και να μας παίρνει πολλήήή ώρα (ίσως επειδή τότε θα προτιμούσα να ήμουν κάπου αλλού), όμως σήμερα έκανα το μονοπάτι σε κάτι λιγότερο από μισή ώρα! Από την μέση της διαδρομής περίπου, το τοπίο ήταν μισοστρωμένο με χιόνι. Το σύννεφο πάγου που έπεφτε από τα πεύκα με κάθε δυνατό φύσημα του ανέμου και έκανε το τοπίο ακόμα πιο αστραφτερό λευκό, η παγωμένη αίσθηση των λασπωμένων μπατζακιών και της υγρής μύτης μου αγαλίαζε το είναι. Μετά από 2-3 ακίνδυνες γλίστρες — πριν το πείτε, για τελευταία φορά, ΔΕΝ συνηθίζω να τρώω τούμπες! — στο λασπωμένο μονοπάτι, έφτασα τελικά στην Καλοπούλα, όπου με περίμενε κλειστή. Τελείως κλειστή; Όχι. Το γενναίο αναψυκτήριο πάντα θα είναι εκεί για να προσφέρει ακόμα και ένα μπουκαλάκι νερού στους χαρούμενους πεζοπόρους.

Έχετε προσέξει πως το χιόνι είναι σαν να έχει τον ήχο της σιωπής; Πολλές φορές, όταν χιονίζει πυκνά και δεν φυσάει ταυτόχρονα, απλά σταματάω και παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Όλα είναι σιωπηλά, και είναι λες και η ίδια η χιονόπτωση είναι αυτή στην οποία ωφείλεται αυτό το εφέ σίγασης. The white stuff whites out the world…

Σήμερα δεν το έζησα αυτό γιατί υπήρχαν πολλοί Αθηναίοι πάνω στον Υμηττό που απολάμβαναν αυτή την χειμερινή έκσταση όπως κι εγώ. Άλλα ήταν και η μακρινή βοή της Αττικής Οδού. Ο Περιφερειακός ήταν, αν ήταν, υπό κατασκευή όταν εγώ περπάταγα ανάμεσα στα κυπαρίσια και σκαρφάλωνα τα βράχια μικρός. Τότε ήταν ήσυχα. Σήμερα είχα μια ξαφνική εμπειρία επαφής με την πραγματικότητα: ναι, ήμουν εκεί, 22 χρονών, σε ένα βουνό 10 λεπτά από το κέντρο της Αθήνας με το λεωφορείο 224, όχι σε κάποιο μακρινό, ανέγγιχτο δάσος. Θα μου πείτε, ένα ανέγγιχτο δάσος δεν θα είχε μονοπάτια. Σε αυτό το ξεδιάντροπο, από μέρου σας, γείωμα, θα σας απαντούσα με ένα λυπημένο βλέμμα και ένα νεύμα ένοχης συμφωνίας.

Επέστρεψα από τον κανονικό δρόμο και χώθηκα στο πρώτο λεωφορείο που βρήκα, το οποίο ήταν τσάμπα και πήγαινε γραμμή στον Ευαγγελισμό! Με ένα πλατύ χαμόγελο επέστρεψα σπίτι και δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να με τραβήξω μερικές φωτογραφιές με το γουίντερ λουκ.

Τι τον έχουμε τον καθρέφτη; Άσε που στην Μυτιλήνη έχω μόνο έναν 10cmx15cm για καθρέφτη για κάθε χρήση… Μου έλειψε!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *