8ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Φοιτητικών Θεατρικών Ομάδων

Προχτές τέλειωσε το 8ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Φοιτητικών Θεατρικών Ομάδων το οποίο έλαβε μέρος εδώ στην Μυτιλήνη. Ήταν 12 μέρες γεμάτες μπόλικο θέατρο, πολλές καλές παραστάσεις και μερικές όχι και τόσο καλές. Το καλύτερο ήταν πως κάθε μέρα πήγαινα στο θέατρο (στο μεγάλο το δημοτικό, αλλά και στα δυο μικρότερα της Μυτιλήνης: στους Άστεγους και στον ΦΟΜ) και ήξερα πως όχι μόνο θα δω μια παράσταση ανεβασμένη με μεράκι από φοιτητές, αλλά πως θα έβλεπα και τις παλιές καλές γνώριμες φάτσες με τις οποίες τα θέατρα είχαν γίνει κάτι σαν τόπος συνάντησης. Ήξερες ότι θα πας και θα δεις κόσμο, όπως και όταν περνάς από τα σκαλάκια στο τρίγωνο (για όσους δεν ξέρουν, το τρίγωνο είναι η περιόχη η οποία ορίζεται με κορυφές το Μουσικό Καφενείο, το Μπρίκι και το Lazy Fish και είναι το κατεξοχήν στέκι στην Μυτιλήνη για όσους δεν συμπαθούν ό,τι έχει να προσφέρει η προκυμαία, κοινώς μέρη της συνόμοταξίας του Monkey, Marush, De Facto, MyClub κτλ. Πάντως, εγώ θα όριζα την περιοχή ως τετράπλευρη, καθώς το Όλα είναι κι αυτός ένας σημαντικότατος κόμβος: το περισσότερο αλκοόλ το οποίο κυκλοφορεί στα σκαλάκια υπο της μορφής μπύρας, κρασιού αλλά και του περιστασιακού βαρύτερου ποτού μπορεί να προθημευτεί κυρίως από ‘κει. Εφ’όσον, λοιπόν, τα σκαλάκια έχουν για σημαία τους το ΦΑΧ [Φτηνό, Ανοιχτό, Χαλαρό: Hall, 2011], τα μαγαζιά-κόμβοι που ορίζουν το τρίγωνο συχνά δεν χρησιμεύουν παρα για να οριοθετήσουν την περιοχή των σκαλακιών, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως και τα ίδια τα μέρη δεν αποτελούν τόπους συνάντησης: τουναντίον. Πόσες φορές δεν κατέληξαν τα σκαλάκια αυτούσια μέσα στο Lazy Fish μετά τις τρεις και μέχρι το πρωί;)

Τι έλεγα; Α ναι. Στο φεστιβάλ, λοιπόν, πήγαινες στο θέατρο και ήξερες ότι θα δεις γνώριμες φάτσες. Έμοιαζε με αυτή την ωραία αίσθηση που είχες όταν πήγαινες σχολείο, την οποία δεν μπορείς βέβαια να εκτιμήσεις όταν πήγαινεις σχολείο, και έβλεπες κάθε μέρα τα ίδια άτομα, κάνατε τα ίδια πράγματα, και μετά μπορούσατε να συζητήσετε γι’αυτά. Έδινε αυτή την αίσθηση της ομαδικότητας που, η αλήθεια να λέγεται, μου λείπει κάπως από τα χρόνια μου εδώ στην Μυτιλήνη (ίσως επειδή κι εγώ δεν δένομαι καθόλου εύκολα με μεγάλες παρέες γενικότερα). Το φεστιβάλ μου προσέφερε ακριβώς αυτό.

Και δεν ήταν μόνο οι δικοί μας παλιοί γνώριμοι, της Πρόβας δηλαδή. Ήταν κάθε μέρα και φοιτητές από ένα άλλο άκρο της Ελλάδας! Έτσι αντίστοιχα κάθε μέρα υπήρχε και ένα διαφορετικό πάρτι, είτε στην πλατεία Σαπφούς (όπου τα πράγματα ήταν χαλαρά: κύκλος χάμω, κιθάρα, κρασί, ο Γιάννης ο Έτσι κι άλλα θεατρικά παιχνίδια), είτε στο κτίριο Χατζηγιάννη (πρώην εργαστήρια της Πολιτισμικής Τεχνολογίας, νυν χώρος για πρόβες των ομάδων του Πανεπιστήμιου, όπου έγινε απ’έξω ένα μεγάλο και γαμάτο πάρτυ στην μέση των στενών της Μυτιλήνης), είτε στην ΑΤΕ (το R. T. Ficial, με ωραίο face painting, μια μικρή πολύ καλή αυθόρμητη παραστασούλα από την Δανάη και την Γκέλη, έκθεση κόμικς και φωτογραφίας, μερικά συγκροτήματα τα οποία όπως συνήθως τραγούδαγαν έντεχνα που δεν ήξερα και φοβερά φρέσκα mojito με κρατσανιστή ζάχαρη, καταπράσινο λάιμ και μοσχάτο δυόσμο για δροσερή αναπνοή!) είτε στον Λόφο Ξενία που έγινε ένα μεγάλο λάιβ (και οι Alchemy έπαιξαν το Οpen Car — να μια πραγματικά πολύ ευχάριστη έκπληξη ^^!) αλλά δυστυχώς όλες οι ομάδες είχαν ήδη φύγει. Όχι πως κάθε ομάδα έμενε πολύ. Όπως είχαμε πάει κι εμείς πέρσι τον Μάιο με την Πρόβα στα Γιάννενα στο αντίστοιχο φεστιβάλ και είχαμε κάτσει 2 νύχτες, έτσι κι εδώ κάθε ομάδα ερχόταν για ελάχιστες μέρες. Λογικό μεν, που να προλάβεις να τους γνωρίσεις όμως όλους δε; A!! Τώρα που το θυμήθηκα: θέλω φωτογραφίες από την περσινή παράσταση. Δεν έχω πολλές κι όσες έχω είναι από τα παρασκήνια. Μόνο αυτές βρήκα από αυτήν την κριτική για την παράσταση μας στα Γιάννενα… Χουμ, ενδιαφέρον! Μια διαφορετική ανάλυση για κάτι που είχα μάθει πολύ καλά πριν όχι και τόσον πολύ καιρό.

Πίσω στο φέτος. Από τις συνολικά 17 παραστάσεις (με δωρεάν είσοδο!) που ήταν στο πρόγραμμα του φεστιβάλ παρακολούθησα τις 13: δύο τις έχασα και άλλες δύο δεν έγιναν ποτέ. Η αγαπημένη μου πάντως σίγουρα ήταν το «Όχι, παίζουμε!» των Άφαντων από τον ΠΟΦΠΑ. Καταπληκτικά κείμενα (από εκθέσεις μαθητών δημοτικού από την Νότια Ιταλία), εκθαμβωτική κινησιολογία και σκηνοθεσία, πανέξυπνη χρήση του σώματος των παιδιών γενικότερα… Δεν μπορούσα να βρω κάτι το κακό με αυτή την παράσταση. Με κράτησαν από την αρχή μέχρι το τέλος (και αρκετά συχνά βαριέμαι εύκολα το θέατρο). Ακόμα πιο εκπληκτικό: κανονικά είχαν το Δημοτικό Θέατρο για την παράσταση τους, αλλά επειδή εκείνη την μέρα είχε έρθει στους εργαζόμενους εκεί να το παίξουν αντίδραση (ντροπή σας, απλά), αναγκάστηκαν τα παιδιά να πάνε στο θέατρο των Αστέγων. Μια ομαδάρα 25 ατόμων σε μια σκηνή με κάτι μικροσκοπικά καμαρίνια και παρασκήνια και αντίστοιχου μικρού μεγέθους σκηνή… Το θέατρο ήταν κατάμεστο και η σκηνή δεν τους χώραγε, αλλά αυτό τελικά έκανε τον χώρο πολύ ζεστό και γούτσου-γούτσου. Βέβαια, ο σκηνοθέτης δεν ήταν φοιτητής (όπως ήταν στις περισσότερες άλλες παραστάσεις) οπότε η ανισότητα ποιότητας ήταν μέχρι ένα σημείο δικαιολογημένη.

Άλλες παραστάσεις που μου άρεσαν; Φυσικά, η παράσταση της Πρόβας, το Τελεία.gr, όπου πήγα και δύο φορές, τη μία στην πρεμιέρα για την… φωτογραφική κάλυψη, και την δεύτερη για να το ξαναδώ καλύτερα χωρίς να ανησυχώ για φωτογραφίες και τέτοια. Στην προτελευταία και τη τελευταία σκηνή έμεινα με το στόμα να χάσκει έτοιμο να υποδεχτεί μύγες και κουνούπια. Θέλω το σενάριο γι’αυτές τις σκηνές ΤΩΡΑ! Απ’όλο το έργο, η Βίκυ, η Ήρα, η Κρυστάλλη, ο Χάρης, η Εβίνα, ο Άγγελος, ο Νίκος, η Γιώτα και η Δέσποινα μου άρεσαν περισσότερο, αλλά φυσικά απόλαυσα όλα τα παιδιά πάνω στην σκηνή!

Συνεχίζουμε: «ο θίασος του μαύρου καβαλάρη» του Πολυτεχνείου Κρήτης, απ’τα Χανιά (κι εδώ, απίστευτη κινησιολογία, πολύ καλή χρήση ηχητικών εφέ (!!) από ζωντανή ορχήστρα — η οποία αναλάμβανε και την πλήρη μουσική επένδυση — και εμπνευσμένη σκηνοθεσία και τελική σκηνή, ειδικά σε ένα τόσο μικρό θέατρο όπως ο ΦΟΜ), «το όνειρο του σκιάχτρου» από το πολυτεχνείο του ΑΠΘ (τα πουλάκια, αάαα, αάαα! Χαζοοχαρούμενη (με την καλή έννοια!) παράσταση με ηθοποιούς που σ’έκαναν να χαμογελάς συνεχώς κι ένα κείμενο από τον γίγαντα των παραμυθιών Ευγένιο Τριβιζά), ένα καταπληκτικό show στο Μαμά Ελλάδα 2 από τα παιδιά του Πανεπιστήμιου Πάτρας (ατακάρες, απλά, ατακάρες, μερικές από αυτές sooo true! Όλο το θέατρο γέλαγε συνέχεια) και «ο επιθεωρητής έρχεται» από την ομάδα της Ρόδου (μόνο 7 ηθοποιοί αλλά όλοι πολύ καλές ερμηνείες, και μετά γνωριστήκαμε και με τα παιδιά… ~^λ )… Το «μετράω μέχρι το δέκα και μετά σειρά σου» των Πέρα-Δώθε από την Θεσσαλονική μου έκανε εντύπωση γιατί είχε έναν μονόλογο τον οποίο αναγνώρισα από αυτό το βιντεάκι του Mr. Freeman (είχε και άλλους ευρηματικούς διαλόγους, όπως δυο παιδικών φίλων που έπαιζαν το πετάει-πετάει και ξανασυναντήθηκαν μετά από χρόνια… Πετάει-πετάει ο άνθρωπος…;) Αντίθετα, το «εθνικότητα μου το χρώμα του ανέμου», της ομάδας του ΕΜΠ, ενώ μου άρεσε πολύ ο τίτλος της και η ιδέα με τα διαβατήρια των ηθοποιών και συμπάθησα τα παιδιά που βοήθησα να βρουν το θέατρο στο οποίο μαζί είδαμε τους Άφαντους, η ίδια η παράσταση δεν μου άρεσε για λόγους που εξηγώ παρακάτω, εκτός από το χορευτικό με τις μαριονέτες και την σκηνή με τους νεκρούς στρατιώτες. Παρολαυτά, πολλοί μου είπαν ότι η ίδια παράσταση τους άρεσε πολύ. Γούστα!



Όλη αυτή η φάση με έκανε βέβαια να θυμηθώ πως ήταν να είμαι στην Πρόβα πέρσι, τους λόγους που επέλεξα να σταματήσω να πηγαίνω… Η αλήθεια είναι πως να συμμετέχεις σε μια θεατρική παράσταση είναι μια τεράστια δέσμευση ενέργειας και χρόνου. Πέρσι δεν είχα για διάφορους λόγους τα ψυχικά αποθέμετα για να τα ρίχνω στην Πρόβα (διαφορετικά πράγματα μου τράβαγαν την περισσότερη ενέργεια σαν βαμπίρ) και ούτε τα γέμιζε καθόλου η όλη ενασχόληση με την ομάδα. Όμως είχα δεσμευτεί. Οι καθημερινές πρόβες και η έλλειψη δεσίματος της ίδιας της ομάδας αλλά και το δικό μου με τα άλλα παιδιά με έκαναν να το βλέπω όλο σαν μια αγγαρεία και όχι σαν κάτι το ευχάριστο.

Όμως, τελικά, βγαίνοντας φέτος απ’το φεστιβάλ και όλο το κέφι του, βρίσκω ότι έχω μια πιο κατασταλαγμένη άποψη για την τέχνη του θεάτρου. Το περισσότερο θέατρο δεν είναι του γούστου μου, όμως ως μέσο έχει μια απίστευτη πολυμεσική δυναμική την οποία ελάχιστες άλλες μορφές τέχνης μπορούν να φτάσουν. Με τόσα εργαλεία όμως πολλά μπορούν να πάνε στραβά. Εύκολα μπορεί να γίνει μια παράσταση βαρετή, υπερβολικά πομπώδης (τους κλαυσίγελους δεν τους συμπαθώ καθόλου), αυτάρεσκη, φλύαρη… Δεν μου αρέσει όταν το θέατρο παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά, μου αρέσει όταν είναι παιχνιδιάρικο, και μπορεί να είναι παιχνιδιάρικο όσο βαριά, δύσκολα ή ευχάριστα πράγματα κι αν έχει να πει, άκριβως όπως συμβαίνει και στα δικά μας πολλαπλά, προσωπικά, «πραγματικά» δράματα. «Η μαγκιά είναι να χαμογελάς ακόμα και αν τα πράγματα δεν φαίνονται να πάνε προς το καλύτερο. Πάντα θα έχεις το ένα ή το άλλο πρόβλημα», είχε πει κάποτε ο σοφός mystery_orange

Βασικά, τίποτα δεν μου αρέσει όταν παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά, όμως το θέατρο βρίσκω πως πέφτει συχνότερα από άλλες μορφές τέχνης σε αυτή την παγίδα. Το καλό θέατρο είναι πραγματικά πολύ καλό αλλά θα έλεγα τελικά σπάνιο. Κι αυτό ακριβώς γιατί πολλοί ηθοποιοί γίνονται ή προσπαθούν να γίνουν ηθοποιοί για να πουλήσουν μούρη ή για να «κάνουν τέχνη», και όταν αυτοί κάνουν θέατρο το αποτέλεσμα εντυπωσιάζει μόνο άλλους ομοϊδεάτες τους. Είναι αλήθεια: το σανίδι είναι μεθυστικό. Τα φώτα με τα διάφορα χρώματα σου ξεπλένουν ό,τι μπορεί να είσαι στην «πραγματική» σου ζωή, τα κοστούμια σου εκπληρώνουν, έστω για λίγο, τα φιλόδοξα, ποταπά σου όνειρα, το χειροκρότημα γίνεται η πρέζα σου… Γρήγορα το «κάνω τέχνη» γίνεται τελικά ο εντυπωσιακός αυτοσκοπός, όχι ο επαναπροσδιορισμός του εαυτού ο οποίος θα έρθει για να σπάσει θριαμβευτικά τα (ευ)πλαστά και πλαστικά μας σύνορα, τους κύκλους με την κιμωλία μας όπως έλεγαν και στο «εθνικότητα μου…» Έχω δει και συνεχίζω να βλέπω πολλούς ανθρώπους να φτιάχνουν επιπλέον σύνορα χρησιμοποιόντας την δικαιολογία του θεάτρου. Τι να το κάνεις λοιπόν αν η ηθοποιία σε αποξενώνει ακόμα περισσότερο με τους άλλους αλλά και, χειρότερα, με τον εαυτό σου;

Για τέλος, θέλω να δώσω τα συγχαρητήρια μου σε όλους όσους έπαιξαν, προετοίμασαν και τέλος πάντων συνέβαλαν για να είναι αυτό το φεστιβάλ η επιτυχία που ήταν, ακόμα κι εδώ στην μακρινή Μυτιλήνη. Το απόλαυσα ακόμα περισσότερο αφού τώρα πλέον ο χρόνος μου στην Μυτιλήνη είναι σε αντίστροφη μέτρηση… αισθάνομαι όμως τυχερός που το πρόλαβα! 🙂

Υμηττός Revisited

Χειμώνας στην Αθήνα ξανά. Έξω χιονίζει. Δεν το έχει στρώσει — ακόμα — όμως τα πυκνά, λαμπερά άσπρα σύννεφα που συνήθως προαναγγέλουν το χιόνι είχαν καλύψει από σήμερα το πρωί κιόλας τον Υμηττό (ο οποίος, ας σημειώσω, πάντα στόλιζε την θέα από τα μπαλκόνια και των 3 2 σπιτιών μας στην Νέα Σμύρνη) ήταν αρκετά για να ξέρω πως η έλλειψη ασπρίλας στο τοπίο του δικού μας Νότιου Προαστίου δεν ήταν ενδεικτική της γενικότερης κατάστασης.

Από προχτές βέβαια είχα αποφασίσει ότι, μετά από πολλά χρόνια, θα ξαναεπισκεπτόμουν τον Υμηττό αν χιόνιζε σήμερα. Ειδικά τώρα που, παγιδευμένος στην Αθήνα λόγω κακοκαιρίας, χωρίς να μπορώ να επιστρέψω στην Μυτιλήνη για να κάνω την εγγραφή μου — some dangerous shit right there, Μοrdread you’re seriously saving our bum over here — έχω κάθε ευκαιρία να γεμίσω τον χρόνο μου με τέτοιους απολαυστικούς τρόπους. Άσχετο αν τώρα είμαι μπροστά σε ένα λάπτοπ, στο δωμάτιο μου και γράφω. Αυτό δεν έχει καμία σημασία!

Μια και δυο, σήμερα το μεσημέρι λοιπόν, και αφού πέρασα από το κέντρο της Αθήνας για να τσιμπήσω μερικά βιβλία από την γνωστή εκδοτικο-οικο-περιοχή γνωστή και ως Ακαδημίας-Σόλωνος-και-όλες-οι-κάθετοί-τους, ξεκίνησα για τον Υμηττό, για το μονοπάτι προς Καλοπούλα. Με το που έφτασα στο μέρος, αμέτρητες αναμνήσεις με χτύπησαν με την δύναμη καταιγίδας συμπιεσμένης μέσα σε ένα, εξαιρετικά ηλεκτρισμένο, δευτερόλεπτο.

Αυτές οι αναμνήσεις ήταν από τις αμέτρητες βόλτες που είχα κάνει μικρός στο βουνό με τον πατέρα μου, την Βάσω, την Ινές, γενικά that side of my crowd. Τα σαββατοκύριακα που ήμουν μαζί τους, δηλαδή ένα στα δύο, πηγαίναμε πολύ συχνά στο βουνό για μεγάλους περιπάτους. Βέβαια, όταν ήμουν μικρός, περισσότερο με τραβάγανε παρά ήθελα να πάω μαζί τους. Χίλιες φορές προτιμούσα να μείνω σπίτι και να συνεχίσω να παίζω βιντεοπαιχνίδια παρά να πάω στα βουνά. Είχα πει το εξής θρυλικό (έτσι μου έχουν πει, σιγά μην το θυμόμουν) πολύ πριν έρθω σε επαφή με οποιοδήποτε είδος παιχνιδιού, φανταστείτε, στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων: «Δεν είμαι φτιαγμένος για να περπατάω!!». Από τότε ο πατέρας μου άρχισε να με λέει γλάστρα. Τέτοια ήταν η τεμπελιά και η βαρεμάρα μου, και το να τρέχω στα βουνά δεν ήταν εξαιρέση. Ανεξήγητη και αδικαιολόγητη, θα έλεγε κανείς, ίσως να ήταν και κάποια μορφή παιδικής αντίδρασης στην αεικινησία του πατέρα μου, που ήθελε να πηδάμε σαν τα κατσίκια από τον έναν βράχο στον άλλο, να κατακτάμε κορυφές, να κάνουμε συνέχεια εκδρομές με διάφορους Φίλους του Βουνού, της Θάλασσας, των Μονοπατιών, της Φύσης, του Περιβάλλοντος και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Εγώ το 1997 στο Πήλιο

Έχω συγκρατήσει πολλές εικόνες από διάφορα σημεία της Ελλάδας, μερικές από αυτές μπορεί να είναι και κάτι περισσότερο από επηρεασμένες από τις πανταχού παρούσες φωτογραφίες στα αμέτρητα άλμπουμ που έχει ο πατέρας μου από εκείνη την εποχή, αν και όλο και κάποια ανάμνηση μου, δικιά μου, my precious, my own, φαντάζομαι, θα είναι αυθεντική. Τέλος πάντων, από κάποιο σημείο και μετά, δεν γούσταρα άλλο να τρέχω από δω κι από ‘κει, είχα γίνει σπιτόγατος, για την ακρίβεια, καλωδιομένος σπιτόγατος, πώς να το κάνουμε. Όμως όταν είσαι μικρός, δεν έχεις και πολλά περιθώρια επιλογής. Άλλωστε, σιγά που θα με άφηνε ο πατέρας μου να μείνω σπίτι και να παίζω Mario όταν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε νέα μονοπάτια και να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Οπότε, είτε φτιαγμένος είτε όχι για περπάτημα, το έκανα.

Με τα χρόνια, πρέπει να εξερευνήσαμε όλα τα μονοπάτια του Υμήττου. Από το γνωστό μέχρι την Καλοπούλα, το άλλο μέχρι την Μονή Καισαριανής, ένα άλλο που πέρναγε μπροστά από μια παράγκα, κάποια άλλα που έφταναν σε ένα σημείο με εξαιρετική θέα και κάτι σαν κιόσκι και τραπεζάκια για πικνίκ, ένα που έφτανε σε μια στέρνα με γυρίνους (μόνο αν ήταν φθινόπωρο φαντάζομαι), ένα που πέρναγε από έναν ελαιώνα με γαϊδουράκια… Χειμώνα-καλοκαίρι, πολλά συνεχόμενα χρόνια, τόσο που τώρα μου είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσω το πότε και το πώς. Απλά έχω εικόνες από αυτές τις παλιές εξερευνήσεις.

Σε κάποια φάση σταμάτησαμε να πηγαίνουμε βόλτες από εκείνη την μεριά του Υμηττού, πρέπει να ήταν γύρω όταν πήγαινα γυμνάσιο και Βάσω και πατέρας είχαν μετακομίσει στου Παπάγου και αργότερα στον Χολαργό, οπότε απλά κάναμε βόλτες από το σπίτι μέχρι το βουνό με τα πόδια (είναι στους πρόποδες του βουνού όμως από την βόρεια πλευρά). Όπως και να ‘χει, είχα τουλάχιστον 7 χρόνια να περάσω από τα παλιά γνώριμα μονοπάτια… Δεν ξέρω τι έγινε, δεν ξέρω πώς, και γιατί, αλλά κάπου στην πορεία το παιδί-γλάστρα μεταλλάχτηκε σε χίπη φυσιολάτρη (What? Your Hall is evolving!), με πολλή όρεξη για εξερεύνηση, δέντρα, περπάτημα, και όλα αυτά τα ωραία. Ίσως να το είχα μέσα μου. Ίσως να είναι κομμάτι του να μεγαλώνεις, με τα καλά του και τα κακά του, στην περίπτωση μας καλό. Ίσως να έπρεπε να περάσω από το στάδιο “γλάστρας” για να μπορώ να φτάσω στο σημερινό σημείο. Μπορεί και να είναι επειδή ακριβώς πήγαιναμε όλες αυτές τις εκδρομές παλιά και τραβάω ενέργεια από αυτές τις πρωτογενείς, βασικές, παιδικές στρώσεις της προσωπικότητας μου. Ίσως και να ωφείλεται σε κάτι τελείως άσχετο. Δηλώνω αγνωστικιστής ως προς τα αίτια.

Έτσι λοιπόν, μετά από χρόνια και με πραγματική όρεξη πλέον, έφτασα στο Νεκροταφείο Καισαριανής, απ’όπου ξεκίνησα να περπατάω κατα μήκος του δρόμου μέχρι να φτάσω στην αρχή του μονοπατιού. Διαισθητικά, χωρίς άλλον τρόπο να ξέρω πού να πάω παρά μόνο με την βοήθεια των αναμνήσεων και των πινακίδων, μετά την καταιγίδα αναμνήσεων, άρχισα να νιώθω την γνώριμη αίσθηση. Όλα φαίνονταν μικρότερα, απλότερα, και ταυτόχρονα οικεία, σαν ένα παιχνίδι που κάποτε έλιωνες αλλά δεν έχεις αγγίξει για 10-15 χρόνια. Όταν έκανα τις βόλτες αυτές, ο πατέρας παίζει να μου έριχνε 3-4 κεφάλια. Τώρα είμαι ψηλότερος από εκείνον, και φυσικά όλα φαίνονταν μικροσκοπικά… «Μα καλά, αυτά τα δέντρα δεν ήταν ψηλότερα; Και σε αυτό τον δρόμο δεν μπορούσες να παίξεις μπάλα; Τώρα με το ζόρι μπορείς να κάνεις ποδήλατο! ό_’O» Γκουχ. Θυμόμουν την διαδρομή μέχρι την Καλοπούλα να είναι τεράστια και να μας παίρνει πολλήήή ώρα (ίσως επειδή τότε θα προτιμούσα να ήμουν κάπου αλλού), όμως σήμερα έκανα το μονοπάτι σε κάτι λιγότερο από μισή ώρα! Από την μέση της διαδρομής περίπου, το τοπίο ήταν μισοστρωμένο με χιόνι. Το σύννεφο πάγου που έπεφτε από τα πεύκα με κάθε δυνατό φύσημα του ανέμου και έκανε το τοπίο ακόμα πιο αστραφτερό λευκό, η παγωμένη αίσθηση των λασπωμένων μπατζακιών και της υγρής μύτης μου αγαλίαζε το είναι. Μετά από 2-3 ακίνδυνες γλίστρες — πριν το πείτε, για τελευταία φορά, ΔΕΝ συνηθίζω να τρώω τούμπες! — στο λασπωμένο μονοπάτι, έφτασα τελικά στην Καλοπούλα, όπου με περίμενε κλειστή. Τελείως κλειστή; Όχι. Το γενναίο αναψυκτήριο πάντα θα είναι εκεί για να προσφέρει ακόμα και ένα μπουκαλάκι νερού στους χαρούμενους πεζοπόρους.

Έχετε προσέξει πως το χιόνι είναι σαν να έχει τον ήχο της σιωπής; Πολλές φορές, όταν χιονίζει πυκνά και δεν φυσάει ταυτόχρονα, απλά σταματάω και παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Όλα είναι σιωπηλά, και είναι λες και η ίδια η χιονόπτωση είναι αυτή στην οποία ωφείλεται αυτό το εφέ σίγασης. The white stuff whites out the world…

Σήμερα δεν το έζησα αυτό γιατί υπήρχαν πολλοί Αθηναίοι πάνω στον Υμηττό που απολάμβαναν αυτή την χειμερινή έκσταση όπως κι εγώ. Άλλα ήταν και η μακρινή βοή της Αττικής Οδού. Ο Περιφερειακός ήταν, αν ήταν, υπό κατασκευή όταν εγώ περπάταγα ανάμεσα στα κυπαρίσια και σκαρφάλωνα τα βράχια μικρός. Τότε ήταν ήσυχα. Σήμερα είχα μια ξαφνική εμπειρία επαφής με την πραγματικότητα: ναι, ήμουν εκεί, 22 χρονών, σε ένα βουνό 10 λεπτά από το κέντρο της Αθήνας με το λεωφορείο 224, όχι σε κάποιο μακρινό, ανέγγιχτο δάσος. Θα μου πείτε, ένα ανέγγιχτο δάσος δεν θα είχε μονοπάτια. Σε αυτό το ξεδιάντροπο, από μέρου σας, γείωμα, θα σας απαντούσα με ένα λυπημένο βλέμμα και ένα νεύμα ένοχης συμφωνίας.

Επέστρεψα από τον κανονικό δρόμο και χώθηκα στο πρώτο λεωφορείο που βρήκα, το οποίο ήταν τσάμπα και πήγαινε γραμμή στον Ευαγγελισμό! Με ένα πλατύ χαμόγελο επέστρεψα σπίτι και δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να με τραβήξω μερικές φωτογραφιές με το γουίντερ λουκ.

Τι τον έχουμε τον καθρέφτη; Άσε που στην Μυτιλήνη έχω μόνο έναν 10cmx15cm για καθρέφτη για κάθε χρήση… Μου έλειψε!

And we think 24 hours are not enough

So yesterday was Garret’s birthday… We bought him a cake along with Mario, Mordread and Housemaster and paid a visit far earlier than what he had told him we would. We decorated the cake with a “6939”, aka his days played! I was thinking of maybe having a 10011 on the cake, that is 19 in binary, but Housemaster came up with that other slightly less geeky but loads friendlier idea. We struggled in the heavy rain on our way to Garret’s, running for shelter and realising once again that umbrellas are only a minor help when having to deal with downpours… It reminded me of No-Man’s song “Only Rain” which has been acting as my earworm for the last couple of days (and pleasantly so). At some point it goes: “No more fountains, only rain.“, a lyric I find strangely optimistic…

Anyway, after we somehow managed to get the cake ready, candles and all, under the storm so that Garret wouldn’t catch wind of us, we invaded his place, Happy Birthdayed him all the way home and had a jolly good time! Few of our clothes were dry, footwear not included, so we all took off shoes and socks and left them to dry. The whole barefoot theme was quite unique and fun! Gave the evening a whole new tone of coziness and proximity. And once again, I demonstrated my unique abilities of clumsiness, dropping cake everywhere, accidentally knocking over plastic cups and managing to get all this on video. After the mess I made a few days ago at Mordread’s house while playing D&D, spilling coke TWICE all over the table we played on, for the first time ever I caught myself mentally or even physically nodding when my friends shouted “RE HALL!” when any kind of disaster struck. Mordread likes doing it even when I’m not the cause of blunderous mayhem… I wonder if I indeed emanate this “Clumsiness Aura” *WoW mode: prone to 50% more accidents when within 30feet of me* but what’s mostly funny about is that when I’m alone far less accidents happen. Or maybe it’s because I don’t pay as much attention to them as when I’m in company?

Clumsy or not, it was another of these times I really enjoy nowadays, an atmosphere the Dutch call “gezellig” which means great coziness, right company, right lighting, right discussions, right food and drinks, at the right time. Don’t you just love sitting back and savouring these moments? I’m sure there will be plenty of such moments in Athens when I’ll be going back there in a few days – 5 to be exact – when I’ll be meeting more friends than ever before. I think I’ll have to make a tight schedule to manage to meet everyone I want to… Wonder if I’ll manage to actually sit back and relax at home or with dad in Aegina when I’ll have so many things to do, including of course choosing the parts for my new PC which is underway or helping George with tweaking my current PC which I’ll be handing down to him minus the chassis. Oh yes it will be a busy fortnight, but no less fun (if not more fun) I’m sure!

Today I also had my first Aikido training session. Katana stances, staff, tried some rolls and fighting exercises. It was a great workout too! Even if it’s a bit on the expensive side (45 euros per month), I think it will be well worth it. The philosophy behind the art, which represents peace, spiritual energy and trying to bringing no harm to others while reverting their attack power back to them are very welcome additions to the stylish combat and weapon training… And aren’t japanese weapons just COOL? Yes they are! *takes katana pose*

Also, I’ve been watching a lot of Firefly, this cool little TV series that could. I’ll post my thoughts on it when I finish the two remaining episodes, I doubt they’ll change my seriously positive impressions though! I also wish I’d manage to get 120 stars in Super Mario Galaxy before I leave but I think in the end I’ll just take my Wii with me, it looks like it’ll be getting some playtime one way or another in the holidays anyway!

Oh it’s 4:28am… Gotta keep to that uber leet sleeping schedule of mine so oyasumi, goedenacht and kalinyxta!