Diablo Swing Orchestra

There I was sitting with Mordread, listening to music on Youtube, him playing Curiosity and me looking up stuff on SCP after we played the game (great idea and SCARY AS HELL, must look into it more — I know I’d never discover such a thing on my own) when I randomly click on a video that piqued my interest.  Enter Diablo Swing Orchestra; can you imagine metal with trumpets and some cello ever sounding good? Well it does. A lot. A whole lot. This is a great discovery — once again, chance leads to things much greater than purposefully looking for new music!

Instruments of Robot Repair FTW!

No idea what the concept is (apart from “let’s sample aaaall of our musical instruments in a single montage — how neat!”), but I still like it! It’s addictive, actually.

While we’re at it… (no, I haven’t completed Portal 2’s co-op yet*hi-fives Mordread*… still addicted to this track from the OST though!)

The Kitty Incident

The Kitty Incident

Είχα πάει στην Αθήνα πριν κανένα δεκαήμερο (πήγα και στο Σύνταγμα, 4 νύχτες… και δυο φορές γύρισα με τα πόδια από Σύνταγμα στην Νέα Σμύρνη, αλλά αυτά είναι για άλλες γραφολογίες. Για να δούμε τι θα συμβεί αύριο) για να κάνω τα τελευταία χαρτιά του Εράσμους (ΚΑΙ γι’αυτό σύντομα θα γράψω τα απαραίτητα! Δεν είναι αστείες εξελίξεις αυτές…) Με το που γύρισα Μυτιλήνη, το απόγευμα της ίδιας μέρας, βλέπω την Δέσποινα. Μου λέει πως ο Mordread κάποια στιγμή είχε ακούσει νιαουρίσματα μέσα από το σπίτι μου. «Αποκλείεται!», λέω εγώ χωρίς να δώσω στην όλη ιδέα μια δεύτερη σκέψη.

Δεν φαίνεται σωστό να μην δώσω ένα κάποιο υπόβαθρο στην ιστορία, το ποια νιαουρίσματα θα μποούσαν να ήταν αυτά. Η Τιγρέ, βετεράνος αιλουροειδές τσέπης της Οδού Λαβυρίνθου πλέον (αφού όλες οι υπόλοιπες σιγά-σιγά ανακάλυψαν αυτόν τον υπέροχο κρυμμένο κήπο και αποφάσισαν να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους εκεί) γέννησε για άλλη μια φορά μέσα στην Άνοιξη. 5 υπέροχα γατάκια σύχναζαν σε αυτό το μέρος έξω από την τουαλέτα μου που είναι κάτι σαν ταρατσούλα, κάτι σαν εσωτερική «αυλή» (με την πολύ χαλαρή έννοια της λέξης). Τα έβλεπα κάθε μέρα να παίζουν και να χαίρονται και μου έφτιαχναν την διάθεση όπως μόνο τα γατάκια μπορούν. Έχουν αυτή την επίδραση πάνω μας, σε μας τους δίποδους. Η Τιγρέ, όποτε ένιωθε πως χρειαζόταν, έδειχνε πως δεν θα σήκωνε μαλακίες αν πήγαινα να πλησιάσω τα παιδιά της. Τι κι αν έρχεται κάθε μέρα και με επισκέπτεται, είτε επειδή πεινάει είτε επειδή θέλει παρέα; Να, τώρα κάθεται έξω από το περβάζι ενώ τα γράφω αυτά.

Τέλος πάντων. Την επόμενη μέρα, κάτι μύριζε ψοφίμι μέσα στο σπίτι, γύρω από την κουζίνα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι μπορούσε να είναι… Κανένα ποντίκι; Καμια κατσαρίδα; ΟΚ, έχω δει μερικές μεγάλες κατσαρίδες τα χρόνια μου εδώ στην Μυτιλήνη αλλά ποτέ δεν είναι αργά για ένα εντυπωσιακό φινάλε. Καθαρίζω τον νεροχύτη, τίποτα: η μυρωδιά πότε εμφανίζεται, πότε εξαφανίζεται. Αποφασίζω ότι είναι ιδέα μου και επιστρέφω στον υπολογιστή μου (από τον Φεβρουάριο είναι αποκλειστικά το λάπτοπ : ακόμα βαριέμαι να πάω τον Cuberick για διάγνωση… το τέρας!) όμως η μύτη είναι μύτη και αυτά που πιάνει δεν μπορούν να σου φύγουν από το μυαλό. Συνεχίζω να μυρίζω ψοφίμι, γυρίζω στην κουζίνα, απομονώνω την μυρωδιά από την μεριά του φουρνού. Και τότε συνέβη.

Είδα πορτοκαλί γούνα να πετάγεται από τις πάνω σχισμές του απορροφητήρα. Κάπως έτσι.

Τα πρώτα κλάσματα μου φάνηκε το θέαμα αυτό φυσιολογικό, κάτι όχι πέρα από τα αναμενόμενα. Σίγουρα όμως δεν μου πήρε πολύ περισσότερο για να καταλάβω τι ήταν αυτό που είδα: δεν ήταν κάποιου είδους φόδρα που εκείνα τα λίγα κλάσματα φαινόταν λογικό να διαθέτουν στο εσωτερικό τους απορροφητήρες. Σοκαρισμένος έφυγα όπως-όπως από την κουζίνα, φωνάζοντας FUCK! FUCK! FUCK!

Είχα ένα νεκρό γατάκι μέσα στον απορροφητήρα της κουζίνας μου.

Από την στιγμή της συνειδητοποίησης, οι μυρωδιές της σαπίλας και της αποσύνθεσης ξεκάθαρα δεν ήταν πια απλά δημιουργήματα της φαντασίας μου: εκείνη την στιγμή πήρα χαμπάρι τις μύγες οι οποίες πέταγαν λαίμαργα μέσα στην κουζίνα. Το βουητό τους έγινε εκκωφαντικό μέσα στην ησυχία της συνειδητοποίησης του τι είχε λάβει χώρα σε αυτή την κουζίνα, όσο έλειπα στην Αθήνα…

Το γατάκι προφανώς έπεσε μέσα στον σωλήνα που καταλήγει από τον απορροφητήρα στην ταράτσα, μέσα σε ένα από τα παιχνίδια του (έλεος κι αυτό, πώς τα κατάφερε;) Μου φαινόταν μια λογική, αν και απαίσια εξήγηση… δεν ήθελα να σκέφτομαι πώς πέρασε τις τελευταίες του ώρες, αν και ο Mordread, άθελα του, μου έδωσε πρόωρα — ή πολύ, πολύ αργά — μια ιδέα.

Ήταν ο πρώτος στον οποία είπα για το τι συνέβη, και σύντομα διένυσε τα 30 μέτρα που χωρίζουν τα σπίτια μας και ήρθε να δει και μόνος του. Τα πράγματα ήταν σκούρα. Το γατάκι ήταν μέσα στον απορροφητήρα όμως δεν ξέραμε πώς να το βγάλουμε από εκεί μέσα. Ή μάλλον, φοβόμασταν να προσπαθήσουμε… Κι αν κάναμε μια λάθος κίνηση καθώς βγάζαμε την σχάρα με το φίλτρο και έπεφτε φαρδύ πλατύ ένα γατάκι, σε άγνωστη κατάσταση, μαζί με ζουμιά, σκουλήκια και αέρια αποσύνθεσης μπροστά μας, πάνω στα μάτια της κουζίνας; Και οι δύο μας τρέμαμε με αυτή την ιδέα… Το γατάκι δεν μπορούσαμε να το δούμε καλά, παρα μόνο την γούνα της ράχης του η οποία πεταγόταν από τις σχισμές. Δεν είχαμε ιδέα πώς θα ήταν στην εμφάνιση όντας ήδη 3-4 μέρες νεκρό.

Σύντομα ήρθε και η Δέσποινα, και όλοι μαζί προσπαθούσαμε να σκεφτούμε τι να κάνουμε. Πήραμε τηλέφωνο δύο απολυμαντές/εξολοθρευτές, μας είπαν πως δεν ήταν δουλειά τους αυτό που τους ζητάγαμε. Έβλεπα που πήγαινε η δουλειά και αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου, τρομάρα μου (κυριολεκτικά). Γάντια, χλωρίνη, μαντίλια και μπλούζες ως αυτοσχέδιες αντιασφυξιογόνες μάσκες… και βουρ. Ο Μόρντρεντ μάζεψε κι εκείνος το κουράγιο του και μπήκαμε μαζί.

Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς να ανήξουμε τον απορροφητήρα και να βγάλουμε την σχάρα, όμως ο Μόρντρεντ το βρήκε και την βγάλαμε. Ούτε έπεσε γατί με σκουλήκια, ούτε τίποτα: ήταν πιο βαθιά απ’όσο περιμέναμε. Η κατάσταση ήταν τώρα ξεκάθαρη, έπρεπε να έρθει ηλεκτρολόγος για να αποσυναρμολογήσει τον απορροφητήρα.

Κάλεσα τον ίδιο ηλεκτρολόγο ο οποίος μου τον είχε τοποθετήσει, όταν είχα μετακομίσει τον Σεπτέμβριο. Πήρα τηλέφωνο τον Στρατή, ευτυχώς εμφανίστηκε σύντομα και έκανε τα δικά του. Αποσύνδεσε τον απορροφητήρα και τον βγάλαμε έξω. Ήταν τόσο βαθιά το γατί που έπρεπε να αφαιρέσει το καπάκι για να βγει. Το έκανε και έβγαλε το πτώμα. Η κατάσταση του δεν ήταν τόσο άθλια, όμως και πάλι το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό… Ο ηλεκτρολόγος τότε άρχισε να μας δίνει διαταγές: φέρε σακούλα, μάζεψε το, φέρε χαρτί, σκούπισε εκεί κτλ. Έτσι και κάναμε… Μάζεψα το πτώμα και το πέταξα στα σκουπίδια (δεν υπήρχε χρόνος ούτε διάθεση για κάτι λίγο πιο σεβάσμιο…), καθαρίσαμε τον απορροφητήρα όσο μπορούσαμε και τον φέραμε πίσω στην κουζίνα.

Και τότε, ενώ ο ηλεκτρολόγος ξανασυνέδεε τον απορροφητήρα, ανακάλυψε ότι στον σωλήνα ήταν συνδεδεμένη αυτή η γκρι πλατική σχάρα:

Έμεινα μαλάξ. Πώς πέρασε το γατάκι μέσα από αυτή την σχάρα;! Ήταν ακόμα στην θέση της όταν βγάλαμε τον απορροφητήρα, άρα δεν θα μπορούσε να την έχει βγάλει με την φόρα που έπεφτε ή κάτι τέτοιο. Παραμένει το μεγαλύτερο μυστήριο αυτού του θρίλερ…

Μια βδομάδα μετά, η μυρωδιά από τον απορροφητήρα δεν έχει φύγει τελείως. Τα αδερφάκια του αποθανώντα με το που με βλέπουν τρέχουν μακριά, όσο πιο γρήγορα μπορούν, δεν κάθονται πλέον στην ταρατσούλα μου αλλά στην αυλή του παλιού μου σπιτιού απέναντι, ποιος ξέρει τι να πιστεύουν για μένα τώρα, ποιος ξέρει τι να κατάλαβαν όταν άκουγαν το αδερφάκι τους να κλαίει μέσα από το σπίτι μου… Ποιος ξέρει αν θα παραμείνω γι’αυτά το τέρας που σκότωσε το αδερφάκι τους.

Η ιστορία αυτή, εκτός από το ότι φιγουράρει με χαρακτηριστική άνεση στις πιο wtf στιγμές της φοιτητικής μου ζωής, δείχνει πόσο μη εξοικειωμένοι με τον θάνατο και κυρίως με νεκρά σώματα είμαστε, κάτι το τελείως φυσιολογικό και απαραίτητο για τον κόσμο… Αλλά και την σημαντικότητα του να έχεις μια σίτα στον σωλήνα του απορροφητήρα: ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να πέσει αλλά και πότε μπορεί να πέσει…

Καλή διασκέδαση στον κήπο… Μακάρι να έμενες περισσότερο μαζί μας. Ελπίζω να με συγχωρέσεις που δεν ήμουν εκεί όταν θα μπορούσα να σε έχω σώσει…

Υμηττός Revisited

Χειμώνας στην Αθήνα ξανά. Έξω χιονίζει. Δεν το έχει στρώσει — ακόμα — όμως τα πυκνά, λαμπερά άσπρα σύννεφα που συνήθως προαναγγέλουν το χιόνι είχαν καλύψει από σήμερα το πρωί κιόλας τον Υμηττό (ο οποίος, ας σημειώσω, πάντα στόλιζε την θέα από τα μπαλκόνια και των 3 2 σπιτιών μας στην Νέα Σμύρνη) ήταν αρκετά για να ξέρω πως η έλλειψη ασπρίλας στο τοπίο του δικού μας Νότιου Προαστίου δεν ήταν ενδεικτική της γενικότερης κατάστασης.

Από προχτές βέβαια είχα αποφασίσει ότι, μετά από πολλά χρόνια, θα ξαναεπισκεπτόμουν τον Υμηττό αν χιόνιζε σήμερα. Ειδικά τώρα που, παγιδευμένος στην Αθήνα λόγω κακοκαιρίας, χωρίς να μπορώ να επιστρέψω στην Μυτιλήνη για να κάνω την εγγραφή μου — some dangerous shit right there, Μοrdread you’re seriously saving our bum over here — έχω κάθε ευκαιρία να γεμίσω τον χρόνο μου με τέτοιους απολαυστικούς τρόπους. Άσχετο αν τώρα είμαι μπροστά σε ένα λάπτοπ, στο δωμάτιο μου και γράφω. Αυτό δεν έχει καμία σημασία!

Μια και δυο, σήμερα το μεσημέρι λοιπόν, και αφού πέρασα από το κέντρο της Αθήνας για να τσιμπήσω μερικά βιβλία από την γνωστή εκδοτικο-οικο-περιοχή γνωστή και ως Ακαδημίας-Σόλωνος-και-όλες-οι-κάθετοί-τους, ξεκίνησα για τον Υμηττό, για το μονοπάτι προς Καλοπούλα. Με το που έφτασα στο μέρος, αμέτρητες αναμνήσεις με χτύπησαν με την δύναμη καταιγίδας συμπιεσμένης μέσα σε ένα, εξαιρετικά ηλεκτρισμένο, δευτερόλεπτο.

Αυτές οι αναμνήσεις ήταν από τις αμέτρητες βόλτες που είχα κάνει μικρός στο βουνό με τον πατέρα μου, την Βάσω, την Ινές, γενικά that side of my crowd. Τα σαββατοκύριακα που ήμουν μαζί τους, δηλαδή ένα στα δύο, πηγαίναμε πολύ συχνά στο βουνό για μεγάλους περιπάτους. Βέβαια, όταν ήμουν μικρός, περισσότερο με τραβάγανε παρά ήθελα να πάω μαζί τους. Χίλιες φορές προτιμούσα να μείνω σπίτι και να συνεχίσω να παίζω βιντεοπαιχνίδια παρά να πάω στα βουνά. Είχα πει το εξής θρυλικό (έτσι μου έχουν πει, σιγά μην το θυμόμουν) πολύ πριν έρθω σε επαφή με οποιοδήποτε είδος παιχνιδιού, φανταστείτε, στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων: «Δεν είμαι φτιαγμένος για να περπατάω!!». Από τότε ο πατέρας μου άρχισε να με λέει γλάστρα. Τέτοια ήταν η τεμπελιά και η βαρεμάρα μου, και το να τρέχω στα βουνά δεν ήταν εξαιρέση. Ανεξήγητη και αδικαιολόγητη, θα έλεγε κανείς, ίσως να ήταν και κάποια μορφή παιδικής αντίδρασης στην αεικινησία του πατέρα μου, που ήθελε να πηδάμε σαν τα κατσίκια από τον έναν βράχο στον άλλο, να κατακτάμε κορυφές, να κάνουμε συνέχεια εκδρομές με διάφορους Φίλους του Βουνού, της Θάλασσας, των Μονοπατιών, της Φύσης, του Περιβάλλοντος και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Εγώ το 1997 στο Πήλιο

Έχω συγκρατήσει πολλές εικόνες από διάφορα σημεία της Ελλάδας, μερικές από αυτές μπορεί να είναι και κάτι περισσότερο από επηρεασμένες από τις πανταχού παρούσες φωτογραφίες στα αμέτρητα άλμπουμ που έχει ο πατέρας μου από εκείνη την εποχή, αν και όλο και κάποια ανάμνηση μου, δικιά μου, my precious, my own, φαντάζομαι, θα είναι αυθεντική. Τέλος πάντων, από κάποιο σημείο και μετά, δεν γούσταρα άλλο να τρέχω από δω κι από ‘κει, είχα γίνει σπιτόγατος, για την ακρίβεια, καλωδιομένος σπιτόγατος, πώς να το κάνουμε. Όμως όταν είσαι μικρός, δεν έχεις και πολλά περιθώρια επιλογής. Άλλωστε, σιγά που θα με άφηνε ο πατέρας μου να μείνω σπίτι και να παίζω Mario όταν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε νέα μονοπάτια και να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Οπότε, είτε φτιαγμένος είτε όχι για περπάτημα, το έκανα.

Με τα χρόνια, πρέπει να εξερευνήσαμε όλα τα μονοπάτια του Υμήττου. Από το γνωστό μέχρι την Καλοπούλα, το άλλο μέχρι την Μονή Καισαριανής, ένα άλλο που πέρναγε μπροστά από μια παράγκα, κάποια άλλα που έφταναν σε ένα σημείο με εξαιρετική θέα και κάτι σαν κιόσκι και τραπεζάκια για πικνίκ, ένα που έφτανε σε μια στέρνα με γυρίνους (μόνο αν ήταν φθινόπωρο φαντάζομαι), ένα που πέρναγε από έναν ελαιώνα με γαϊδουράκια… Χειμώνα-καλοκαίρι, πολλά συνεχόμενα χρόνια, τόσο που τώρα μου είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσω το πότε και το πώς. Απλά έχω εικόνες από αυτές τις παλιές εξερευνήσεις.

Σε κάποια φάση σταμάτησαμε να πηγαίνουμε βόλτες από εκείνη την μεριά του Υμηττού, πρέπει να ήταν γύρω όταν πήγαινα γυμνάσιο και Βάσω και πατέρας είχαν μετακομίσει στου Παπάγου και αργότερα στον Χολαργό, οπότε απλά κάναμε βόλτες από το σπίτι μέχρι το βουνό με τα πόδια (είναι στους πρόποδες του βουνού όμως από την βόρεια πλευρά). Όπως και να ‘χει, είχα τουλάχιστον 7 χρόνια να περάσω από τα παλιά γνώριμα μονοπάτια… Δεν ξέρω τι έγινε, δεν ξέρω πώς, και γιατί, αλλά κάπου στην πορεία το παιδί-γλάστρα μεταλλάχτηκε σε χίπη φυσιολάτρη (What? Your Hall is evolving!), με πολλή όρεξη για εξερεύνηση, δέντρα, περπάτημα, και όλα αυτά τα ωραία. Ίσως να το είχα μέσα μου. Ίσως να είναι κομμάτι του να μεγαλώνεις, με τα καλά του και τα κακά του, στην περίπτωση μας καλό. Ίσως να έπρεπε να περάσω από το στάδιο “γλάστρας” για να μπορώ να φτάσω στο σημερινό σημείο. Μπορεί και να είναι επειδή ακριβώς πήγαιναμε όλες αυτές τις εκδρομές παλιά και τραβάω ενέργεια από αυτές τις πρωτογενείς, βασικές, παιδικές στρώσεις της προσωπικότητας μου. Ίσως και να ωφείλεται σε κάτι τελείως άσχετο. Δηλώνω αγνωστικιστής ως προς τα αίτια.

Έτσι λοιπόν, μετά από χρόνια και με πραγματική όρεξη πλέον, έφτασα στο Νεκροταφείο Καισαριανής, απ’όπου ξεκίνησα να περπατάω κατα μήκος του δρόμου μέχρι να φτάσω στην αρχή του μονοπατιού. Διαισθητικά, χωρίς άλλον τρόπο να ξέρω πού να πάω παρά μόνο με την βοήθεια των αναμνήσεων και των πινακίδων, μετά την καταιγίδα αναμνήσεων, άρχισα να νιώθω την γνώριμη αίσθηση. Όλα φαίνονταν μικρότερα, απλότερα, και ταυτόχρονα οικεία, σαν ένα παιχνίδι που κάποτε έλιωνες αλλά δεν έχεις αγγίξει για 10-15 χρόνια. Όταν έκανα τις βόλτες αυτές, ο πατέρας παίζει να μου έριχνε 3-4 κεφάλια. Τώρα είμαι ψηλότερος από εκείνον, και φυσικά όλα φαίνονταν μικροσκοπικά… «Μα καλά, αυτά τα δέντρα δεν ήταν ψηλότερα; Και σε αυτό τον δρόμο δεν μπορούσες να παίξεις μπάλα; Τώρα με το ζόρι μπορείς να κάνεις ποδήλατο! ό_’O» Γκουχ. Θυμόμουν την διαδρομή μέχρι την Καλοπούλα να είναι τεράστια και να μας παίρνει πολλήήή ώρα (ίσως επειδή τότε θα προτιμούσα να ήμουν κάπου αλλού), όμως σήμερα έκανα το μονοπάτι σε κάτι λιγότερο από μισή ώρα! Από την μέση της διαδρομής περίπου, το τοπίο ήταν μισοστρωμένο με χιόνι. Το σύννεφο πάγου που έπεφτε από τα πεύκα με κάθε δυνατό φύσημα του ανέμου και έκανε το τοπίο ακόμα πιο αστραφτερό λευκό, η παγωμένη αίσθηση των λασπωμένων μπατζακιών και της υγρής μύτης μου αγαλίαζε το είναι. Μετά από 2-3 ακίνδυνες γλίστρες — πριν το πείτε, για τελευταία φορά, ΔΕΝ συνηθίζω να τρώω τούμπες! — στο λασπωμένο μονοπάτι, έφτασα τελικά στην Καλοπούλα, όπου με περίμενε κλειστή. Τελείως κλειστή; Όχι. Το γενναίο αναψυκτήριο πάντα θα είναι εκεί για να προσφέρει ακόμα και ένα μπουκαλάκι νερού στους χαρούμενους πεζοπόρους.

Έχετε προσέξει πως το χιόνι είναι σαν να έχει τον ήχο της σιωπής; Πολλές φορές, όταν χιονίζει πυκνά και δεν φυσάει ταυτόχρονα, απλά σταματάω και παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Όλα είναι σιωπηλά, και είναι λες και η ίδια η χιονόπτωση είναι αυτή στην οποία ωφείλεται αυτό το εφέ σίγασης. The white stuff whites out the world…

Σήμερα δεν το έζησα αυτό γιατί υπήρχαν πολλοί Αθηναίοι πάνω στον Υμηττό που απολάμβαναν αυτή την χειμερινή έκσταση όπως κι εγώ. Άλλα ήταν και η μακρινή βοή της Αττικής Οδού. Ο Περιφερειακός ήταν, αν ήταν, υπό κατασκευή όταν εγώ περπάταγα ανάμεσα στα κυπαρίσια και σκαρφάλωνα τα βράχια μικρός. Τότε ήταν ήσυχα. Σήμερα είχα μια ξαφνική εμπειρία επαφής με την πραγματικότητα: ναι, ήμουν εκεί, 22 χρονών, σε ένα βουνό 10 λεπτά από το κέντρο της Αθήνας με το λεωφορείο 224, όχι σε κάποιο μακρινό, ανέγγιχτο δάσος. Θα μου πείτε, ένα ανέγγιχτο δάσος δεν θα είχε μονοπάτια. Σε αυτό το ξεδιάντροπο, από μέρου σας, γείωμα, θα σας απαντούσα με ένα λυπημένο βλέμμα και ένα νεύμα ένοχης συμφωνίας.

Επέστρεψα από τον κανονικό δρόμο και χώθηκα στο πρώτο λεωφορείο που βρήκα, το οποίο ήταν τσάμπα και πήγαινε γραμμή στον Ευαγγελισμό! Με ένα πλατύ χαμόγελο επέστρεψα σπίτι και δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να με τραβήξω μερικές φωτογραφιές με το γουίντερ λουκ.

Τι τον έχουμε τον καθρέφτη; Άσε που στην Μυτιλήνη έχω μόνο έναν 10cmx15cm για καθρέφτη για κάθε χρήση… Μου έλειψε!

One Man’s Trash Is Another Man’s Sega

Two weeks or so ago, I was just out for a walk with a friend of mine, Ioanna. This apparently simple event unlocked a chain of possibilities which would have probably not been open for me if I had decided to just chill at home that day and go on playing my Lost Odyssey.

As we were casually walking by a group of 3-4 rubbish bins and I was just looking around, my eye caught this unlikely sight:

And then I looked more closely. And I saw more.

Hmmm… “Molyviatis (Μολυβιάτης), the local toy store, must have cleared their warehouse”, I thought. “These must be just empty boxes”, I continued. See, I was trying to not be carried away by my typical wishful thinking. I didn’t want to believe what kind of treasure Lady Luck might have thrown at me. Despite all my momentary inner conflict of little faith, I picked up one of the Game Gear boxes.

It didn’t seem empty at all.

I was starting to get all giddy. “Wow! Woah! OMG! HAHA! Yes! Look at that! I can’t believe it!! Amazing! Wait till my friends set their eyes on this! Where’s Mario when you need ‘im??” etc, as I was checking one box after the other, opening them, discovering, one by one, that they were in fact all weighty, hefty, full of untouched, pure gaming goodness. Their bulk was sweet, delicious. I imagined I could feel what a thirsty man in the Sahara would find rising from his inner being once he had discovered a box-full of large water bottles (never mind the water would be like piss under the blistering sun).

In all, there was 5 boxes of Sega Mega Drives, and 6 boxes of Game Gears, all very dusty, their boxes in slightly varying degrees of light tear, but otherwise intact. I couldn’t believe a store would just throw their old consoles away like that! I guess they suddenly realised: “Oh, we have had these old consoles no-one’s interested in almost 15 years lying around. Time for some spring cleaning. “They’re probably worthless anyway”, the shop-keeper would add, waving his old goods away, probably disappointed with “how quickly these electronics become worthless these days… They don’t last like they used to, toys… ‘Tis like trying to sell fridges to Eskimos. Or air dryers to the Berbers.”

Imagine. If no-one had spotted them, or if someone had but just took for granted that the boxes would be empty, 11 retro gaming consoles would have found their way to some landfill. I don’t know if they would end up as burnt plastic, silicon, paper ashes and whatever would remain from the copper connectors, but the chances of their salvaging would indeed be slim. Makes a grown man shiver like a leaf. Most people don’t want much to have with rubbish, either, so they don’t usually examine it. I mean, if you looked at this, it wouldn’t cross your mind, would it?

After my astonishment had subsided enough so I could actually think a bit practically, I gathered the consoles up, and took them home. It was exhausting alright. A few days later, I cleaned them from all the dust. It was time for a proper photograph.

Mario, Mordread and HM came over a few days ago and we made some videos opening each box, checking out if everything’s in place. I’m in no way a Sega fan, or even a Sega player at all; Nintendo it’s been for me for most of my life, but Mario knows his Service Games, so he was instrumental in evaluating these neat little packages and their integrity. Indeed, the important stuff is all in mint condition, apart from the exterior cosmetic damage. We even took a video of the unboxing using Mario’s iPod (or is it an iPhone?), and another with testing the Mega Drive and Game Gear I gave to the greatest Sega fan among us, by means of the measly Sonic 3D. Mario’s staying at my place for the next few days starting today so I’ll have the videos up soon.

Today I took one box of each console to a grocery store (I’m impulsive like that) to have them weighted and prepared for their travels, far and wide, narrow and near. What might their fate be…? We shall find out soon!

Update: Yep, they’re up! b^^,

Pink Floyd – The Nile Song

Επίκαιρο: The Nile Song! Όχι, δεν είναι αυτό το μόνο που θα γράψω για την Αίγυπτο, ετοιμάζω κατεβατούλι. Θα μπορούσε η γκόμενα για την οποία μιλάνε οι στίχοι του τραγουδιού να είναι κάποια Ελευθερία. 😉

Lyrics

I was standing by the Nile
When I saw the lady smile
I would take her out for a while
For a while

Oh, my tears wept like a child
How her golden hair was blowing wild
Then she spread her wings to fly
For to fly

Soaring high above the breezes
Going always where she pleases
She will make it to the islands in the sun

I will follow in her shadow
As I watch her from my window
One day I will catch her eye

She is calling from the deep
Summoning my soul to endless sleep
She is bound to drag me down
Drag me down

\\m// Αυτό είναι ίσως το πιο heavy τραγούδι των Pink Floyd. Από το soundtrack της ταινίας More το οποίο επιμελήθηκαν το 1969 — πριν τους Sabbath, mind you. Αυτά για να μην έχει τίποτα να πει ο Mordread, όχι τίποτ’ άλλο! 😛

Ευχαριστώ τον Kira που με έμαθε για το συγκεκριμένο κομμάτι. Έχει εντριφήσει στους πρώιμους Floyd όπως εγώ ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα και βλέπω πως ίσως πρέπει τελικά! Cheers!

Review: The Waste Lands

The Waste Lands (The Dark Tower, #3)The Waste Lands by Stephen King

My rating: 4 of 5 stars

Finally! I’m done with Dark Tower III: The Waste Lands after more than 3 months of slow reading. Last night, I lay in my bed for more 2 and a half hours straight to finish it, and then I couldn’t go to sleep for another hour because of my mind having gone into overdrive from all the suspense. I pity everyone who had to wait from 1991, when this was published, till 1997 when the sequel was. Mr. King can be as cruel as Blaine if he’s feeling like it. Hah! With one arm tied behind his back!

There’s a lot going on in this book, it starts off from where The Drawing of the Three left us (duh), and it’s a wild ride from there. In the last book we get a good look at two New Yorks of slightly different time frames. Here we see yet another New York, but mostly we see Mid-World, Roland’s world. What happened to this desolate, perverse, stomach-wrenching dimension is slightly less of a mystery by the book’s end, but a lot remains unanswered. If the question “So what happened?” was of a gently curious nature by the end of Book #2, now it’s a worm, eating at my insides! I must know about this world, what happened to it, what it was like before it all, how it connects to our own world. So similar to our own, yet so exotic, destroyed, hopeless and… well, fantastic!

The final 150 pages of the book or so is where it really shines. Not that the rest is bad; Jake’s arc is interesting and very dream-like. But the characters introduced in the final two chapters of the book are intense, dramatic, brilliant, absolutely disgusting, breath-taking. The dialog is captivating, but I must admit, the descriptions of the scenery and backgrounds are sometimes so dense and poetic I have trouble imagining the grandness of the journey.

So whichun of you cullies gonna lend me the nesswan?

View all my reviews

Γαστροπαιχτική Λέσχη

Τους τελευταίους μήνες, οι σχέσεις μου με την λέσχη δεν πάνε καλά.

Όχι πως ήμασταν ποτέ φίλοι. Κάποτε, μάλλον από τον Μάιο του ’09, όταν άνοιξε η κάτω λέσχη στο Ευ Ζην (αλλά και λίγο πριν, όταν το λεωφορειάκι μας έπαιρνε έξω από τον Βερόπουλο και μας πήγαινε στον Λόφο για να φάμε μεσημεριανό…), η σχέση μου με την λέσχη ήταν αντίστοιχη με αυτή που έχω με πολλούς συμφοιτητές μου: τους βλέπω κάθε μέρα, ποτέ δεν τους μίλησα πάρα πολύ και ποτέ ίσως δεν υπήρξε μια πραγματική αμοιβαία συμπάθεια. Όμως ακριβώς εξ αιτίας την καθημερινή τριβής, μήνα με τον μήνα, χρόνο με τον χρόνο, αυτή η επαφή έχει εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο από συνήθεια  και γνωριμία αλλά κάτι λιγότερο από φιλία… μια περίεργη κατανόηση η οποία σε κάνει να γνέφεις ή να λες «Γειά!», ακόμα και αν δεν είσαι καν σίγουρος ότι θυμάσαι το όνομα του άλλου.

Έτσι και με την κάτω λέσχη. Mε παρέες κατα καιρούς διαφορετικές, σχεδόν καθημερινή βίζιτα (συνήθως μεσημέρι και βράδυ) και συχνά αρμένικη: μέναμε τελευταία παρέα στην λέσχη, οι κυρίες της λέσχης καθάριζαν κι εμείς μπορεί να μην είχαμε καν επιστρέψει τους δίσκους μας και να φτιάχναμε εικαστικά αριστουργήματα με το βραδινό μας. Το φαγητό και η ποιότητα του έχει υπάρξει αγαπημένο θέμα συζήτησης, μαζί με διάφορους καυγάδες, φιλοσοφικές κουβέντες, ατέλειωτες αντιπαραθέσεις για games, ιδεολογικές διαμάχες σχετικά με την –πάντα επιλεκτική!– αποχή μερικών μας από το κρέας. Ποτέ δεν ξέραμε ούτε μας απασχόλησε ιδιαίτερα τι ακριβώς ήταν αυτό που κατέληγε στις μαύρες τρύπες μας.

Ευτυχώς από ποικιλία η λέσχη ποτέ δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από πουθενά, κι έτσι πάντα είχαμε κάτι να συζητήσουμε! Ψάρι με γεύση κοτόπουλο: κοτοπουλόψαρο! Μπριάμ μόνο με πατάτες και ένα κομμάτι μελιτζάνα κι άλλο ένα αντίστοιχο κολοκυθάκι (στην καλύτερη) ή πατάτες με λαχανικά — τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα το μενού είχε πατάτες ψητές με πουρέ και σάλτσα γεώμηλου — μακαρόνια με σάλτσα τόνου (καρμπονάρα βασικά με τόνο αντί για μπέικον :κ) , ή πορτοκάλια χωρίς γεύση και μόνιμα λασπωμένο, κακά πλυμμένο μαρούλι. Όσο για τα επιδόρπια, το πράγμα είναι πολύ απλό: Δεν ήταν κρεμ καραμελέ, μήτε ήταν ζελέου: ήταν μονάχα μι’ αλοιφή, μ’άρωμα πετρελαίου… Ή ψαρίλας. Το έχουν τα ειδικά τους ψυγεία, βέβαια! Μεταθέτουν τις μυρωδιές από το ένα φαγητό στο άλλο: πηγαίνει από το κοτόπουλο στο ψάρι και από το ψάρι στο ζελέ και από το ζελέ στο… ω ελάτε τώρα αφού ξέρετε ότι το ζελέ δεν μυρίζει (εννοούμε τα κανονικά ζελέ και όχι της λέσχης)! Ή το περίφημο ρύζι «αμβροσία» το οποίο, πριν μάθουμε ότι ήταν ονομασμένο όπως και το catering το οποίο έχει αναλάβει την λέσχη και ήταν η υποτιθέμενη specialité του, το βλέπαμε ως απόδειξη ότι, εκτός των άλλων, οι υπεύθυνοι της λέσχης είχαν και μια κάποια άρρωστη αίσθηση του χιούμορ. Αντί για νέκταρ, το μόνο που είχαμε ήταν μια βρύση. Για νερό. Τώρα που το σκέφτομαι, τι ωραία που θα ήταν αν αντί για νερό αυτή η βρύση ανάβλυζε μπύρα… Ποιος το χέζει το νέκταρ…

Και φυσικά, ο τρόπος που έχει η λέσχη να παίζει με το στομάχι σου! Μπορεί να έτρωγες τρία πιάτα, θα τίγκαρες, όμως μετά από 3 ώρες θα είχες λιγούρες, και μετά από 5 θα πείναγες ξανά! Λες και όλα αυτά που έφαγες ήταν στην πραγματικότητα αφρός μεταμφιεσμένος σε μπριζόλα, αρακά, μακαρόνια, ο οποίος όμως αφρός σε πάχαινε αν έτρωγες περισσότερο. Ναι, εγώ τουλάχιστον είχα πάρει κιλά όταν έτρωγα στην λέσχη περισσότερο από μια μερίδα. Δεν ξέρω τελικά, ίσως και να ήταν αφρός από την πολύλή σόδα! Πολλά φαγητά είχαν, σύμφωνα με μαρτυρίες (εγώ ποτέ δεν την κατάλαβα), ακόμα και γεύση σόδας, αλλά εκτός από το ότι ποτέ δεν θα μάθουμε αυτό το μυστικό, κανένα φοιτητικό εστιατορίο στον κόσμο δεν βγάζει την ουρά του απ’έξω από το θέμα της χρήσης της.

H λέσχη πάντα μας καλούσε να λιώνουμε με τις ώρες άφοβα. Μμμ, νόστιμο!

Τελικά όμως, παρά τα όσα λέγαμε, όλα έβαιναν καλώς. Μπορεί η λέσχη μας να μην ήταν όσο καλή όσο αυτή της Ρόδου, των Ιωαννίνων, που ήταν ολόκληρο εργοτάξιο, ή της Κέρκυρας (τι σαλάτες. Ω: τι σαλάτες! {:ε *όνειρα χορτοφαγικά*), όμως όλοι έχουν πει πως είναι καλύτερη από τις αντίστοιχες της Αθήνας ή της Θεσσαλονικής. Και φυσικά, ανέκαθεν ήταν το καθημερινό hot spot. Ποιο Mουσικό, Lazy και μαλακίες! Πήγαινες λέσχη και αμέσως γέμιζε ο μετρητής του social! Καθόμασταν και σε προνομιακές θέσεις για να τσεκάραμε ευκολότερα ποιος ερχόταν. Και στην τελική, το ψωμί δεν ήταν άσχημο (όταν ήταν φρέσκο).

Όλα αυτά αλλάξανε τον Σεπτέμβριο. Πηγαίνουμε την πρώτη μέρα που άνοιξε η λέσχη, παίζει να ήμασταν και οι πρώτοι, σίγουρα ήμασταν και οι πρώτοι που μάθαμε τα υπέροχα μαντάτα. «Η κάτω λέσχη θα κλείσει και όλα θα πάνε πάνω!», μας είχε πει μια από τις κυρίες που μας σέρβιραν. Οι οποίες, παρένθεση, ακούνε τα παράπονα αλλά δεν φταίνε και σε τίποτα, την δουλειά τους κάνουν… Δεν νομίζω να θέλουν να μας προσφέρουν το φαγητό που μας προσφέρουν. Παίζουν και λίγο τον ρόλο του προστατευτικού κυγκλιδώματος, κάτι σαν τους μπάτσους, σε αυτές πάνε όλα τα αρνητικά σχόλια και όχι σε αυτούς που κάνουν τα κουμάντα. Τέλος πάντων. Ναι, πρώτα από τις κυρίες της λέσχης το μάθαμε. Ήταν η αρχή του τέλους.

Δεν πήρε περισσότερο από μερικές εβδομάδες για να γίνουν τα παραπάνω πραγματικότητα. Και τι προειδοποίηση. Όλοι πήγαμε στον λόφο, η κάτω λέσχη έκλεισε  άδοξα γιατί υποτίθεται ότι δεν θα ήταν απαραίτητη εφόσον όλοι οι φοιτητές θα ήταν στον λόφο. Η ποικιλία μειώθηκε: από δύο επιλογές, που και πάλι μερικές φορές δεν υπήρχαν ουσιαστικά στην κάτω λέσχη γιατί το φαγητό ερχόταν από την λέσχη του λόφου, μειώθηκε σε μια επιλογή για κάθε γεύμα. Οι τουλάχιστον δύο μερίδες που δικαιούμασταν, μειώθηκαν σε μία (!), το πρωινό είναι παρελθόν (μικρό το κακό εδώ που τα λέμε) και οι ώρες άλλαξαν ώστε να είναι, ω τόσο μα τόσο βολικά, ακριβώς πάνω στις ώρες των μεσημεριανών και βραδινών μαθημάτων. Ευχαριστούμε τόσο πολύ, κύριοι που φροντίζετε πάντα πριν από μας για μας. 🙂 Είναι αλήθεια, τα λεφτά που παίρνει το Πανεπιστήμιο Αιγαίου από το κράτος μειώθηκαν κατα 30% φέτος. Όμως φαίνεται πως η λέσχη πρέπει να τους έτρωγε πολλά (pun intended) αφού οι ίδιες αλλαγές έχουν γίνει και η ίδια κατάσταση φαίνεται να επικρατεί και στην Χίο, όπως με πληροφόρησε ο Φάνης. Η φοιτητική μέριμνα γενικά χτυπήθηκε πολύ σκληρότερα με τις περικοπές απ’ότι άλλοι τομείς χρηματοδότησης, η σίτιση μαζί με τις εστίες αλλά και πολλά περισσότερα.  Μετά από όλα αυτά, η λέσχη δεν ήταν πια αυτή που ήξερα: από συμπαθητικός γνωστός είχε μετατραπεί στην συμφοιτήτρια την οποία όχι μόνο δεν χωνεύω, βρωμάει σαπίλα από πάνω ως κάτω, μου έχει παίξει μαλακία και ΕΙΜΑΙ αναγκασμένος να την έχω και στην ομάδα μου…

Αυτές οι αλλαγές με χτύπησαν περισσότερο πριν λίγες μέρες. Ήταν Τετάρτη, μέρα που δεν έχω μάθημα όμως είναι παραδοσιακά μέρα λαδερών (η καλύτερη μου: όλο κρέας, κρέας, κρέας το βαρέθηκα, φέρτε μου ένα φασολάκι που τ’ορέχτηκα!) είχα βέβαια να κολλήσω και αφίσες για την Κινηματογραφική Συμμορία. Ο καιρός ήταν απαίσιος: μια λεπτή συννεφιά που έδινε μια ξεπλυμένη άρρωστη απόχρωση στα πάντα, μια ζέστη (ΤΙ ΚΑΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΤΕΛΗ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΘΑ ΚΑΝΩ ΧΑΡΑΚΙΡΙ), μια άπνοια, η ατμόσφαιρα ήταν κολλώδης… Εν ολίγοις, ο ιδανικότερος καιρός για να αφήσεις την φωτογραφική σου μηχανή σπίτι. Η διάθεση μου κοινώς ακαταμάχητη, είχα πάει και μόνος. Φτάνω στην λέσχη, βλέπω τρία τεράστια ταψιά τίγκα στους γίγαντες… Και μόνο γίγαντες.

Fun fact about cubi: Πρέπει να έχω κάποιου είδους δυσανεξία στα φασολοειδή (γίγαντες, φασολάδα, μαυρομάτικα, ακόμα και αυτά τα κόκκινα που πάντα μου θυμίζουν το Salad Bar των Goody’s) γιατί ακόμα κι αν φάω μικρή ποσότητα το στομάχι μου κυρήσει εμφύλιο πυρηνικό πόλεμο, με βόμβες να σκάνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα και ο όλος αρμαγεδώννας να κρατάει και την επόμενη μέρα. Οπότε όχι, δεν είναι μόνο πόλεμος… αερίων!

Με είδε η κυρία που σέρβιρε να είμαι {:ε, της εξήγησα: «Έχω δυσανεξία στα φασόλια…». Μου απάντησε: «ΟΚ, θα σου βάλω δυο πιάτα ρεβυθόσουπα.» Wow, thanks, I guess, αν και τα ρεβύθια αυτά καθαυτά απάρτιζαν λιγότερο από το 1/10 της συνολικής μάζας αυτής της σούπας. Καθώς υπέγραφα και έπαιρνα τον δίσκο μου, με ρώτησε: «Τι κάνει το κορίτσι που μας έλεγε και κανένα γειά;» Αυτή η φράση μου θύμισε πολλά απ’όσα περιγράφω παραπάνω, ίσως και να μου έδωσε την όρεξη να γράψω όλο αυτό. Όσο πιο ειλικρινά μπορούσα της απάντησα «δεν ξέρω» κι έκατσα σκεφτικός να φάω το νερό μου με λίγα ρεβύθια μέσα. Αλήθεια, πόσοι να τις χαιρετάνε; Γιατί όχι περισσότεροι; Γιατί όχι έγω; Λες και φταίνε αυτές για την πολιτική της λέσχης, λες και φταίνε οι μπάτσοι για τις αποφάσεις των γουρουνιών… Τώρα αν αντίστοιχα οι κυρίες της λέσχης προστατεύουν την λέσχη από τα εξαγριωμένα πλήθη των φοιτητών, θα έλεγα ότι οι συγκρίσεις σταματάνε κάπου εδώ.

Ο Αργύρης και η «παραπονιάρα» κυρία στην πάνω λέσχη. Frame από Αεικίνηση. 😛

Την επόμενη μέρα, πήγα και είχε λαζάνια με κιμά. Μόνο λαζάνια με κιμά:  τα τρία ταψιά γεμάτα με το ίδιο φαγητό μου έδωσαν περισσότερο την αίσθηση συσσιτίου παρά εστιατορίου. Kαι ήταν η μέρα που έχω μάθημα όλη μερα στον λόφο. Έκανα την καρδιά μου πέτρα, προσπάθησα να απομακρύνω τον κιμά από ανάμεσα τις φέτες ζυμαρικού μου για να μην πεινάσω τελικά… Τα σχόλια γύρω μου όχι και πολύ καλά για τον κιμά που ήθελα-δεν ήθελα δοκίμασα, μικρό το κακό σκεφτόμουν… Μια απίστευτη καούρα με ακολούθησε για το υπόλοιπο της ημέρας.

Έχουν γίνει μερικές δράσεις ως αντίσταση σε αυτές τις αλλαγές. Θυμάμαι όταν μπήκαμε με παιδιά κυρίως από το Μπίνειο αλλά και τον Μητσάκο, την Ήρα και άλλους και είπαμε πως θα σερβίρουμε εμείς το φαγητό, μόνο και μόνο για να μείνει η λέσχη ανοιχτή μέχρι τις 15:30, αντί για τις 15:00. Τελικά αυτό απέτυχε γιατί οι υπάλληλοι της λέσχης δεν μας άφησαν να μπούμε πίσω από τον πάγκο — δεν ήταν ότι ήθελαν να φύγουν και δεν τις αφήναμε, μάλιστα μένουν μέχρι αργά ούτως ή άλλως (…) — απλώς «απαγορευόταν από το υγειονομικό». Ειρωνικό θα έλεγα. Και ας έλεγε ο υπεύθηνος ό,τι ήθελε για το ότι τα υλικά και το φαγητό έχει περάσει όλους τους ελέγχους: who watches the watchmen, I ask? Ποια είναι τα κριτήρια ποιότητας τους όταν το μαρούλι παίζει να είναι και άπλυτο; Και τα κάτουρα μας είναι αποστειρωμένα, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καλή ιδέα να τα πίνουμε! Πάντως η λέσχη έμεινε ανοιχτή λίγο παραπάνω εκείνη την μέρα…

Επίσης έχει στηθεί τις τελευταίες εβδομάδες ένας πάγκος έξω από την λέσχη που έχει χειροποίητες πίτες, κέικ κτλ, φτηνό καφέ και πολύ καλό φρέσκο χυμό πορτοκαλί. Βάζουν και γύρη μέσα για να είναι «πιο δυναμωτικός»! Εγώ δεν μπορώ παρά να τους βγάλω το καπέλο, να τιμάω τα καλούδια τους και να βλέπω ένα τόσο χειροπιαστό και καλό μέτρο σύγκρισης με την κερδοσκοπία που λέγεται λέσχη.

Πάντως, για να είμαστε δίκαιοι: οι μερίδες έχουν διπλασιαστεί, και δεν πεινάς μετά από 3 ώρες. Και όπως αναφέραμε πολλές φορές στις αιώνιες συζητήσεις μας στην λέσχη: είναι τσάμπα! Όμως που τελειώνει το τσάμπα, που αρχίζει το επικίνδυνο; Όταν κάτι είναι τσάμπα, πώς αντιδράς όταν η ποιότητα του πέφτει; Γιατι δεν μπορείς να πεις «η ποιότητα θα έπρεπε να είναι καλύτερη γιατί την πληρώνω!». Και έτσι μπορούν να μας δίνουν ότι τελευταίο υπάρχει, ό,τι χειρότερο σε ποιότητα χωρίς να έχουμε δικαίωμα να πούμε τίποτα! Αλλά τι λέω; Η κυρία Χριστίνα (;) στην λέσχη που σερβίρει το είχε πει καλύτερα απ’όσο εγώ ποτέ θα μπορούσα, και πάντα επίκαιρα:

«Να χαίρεστε που έχετε και φαγητό».

Garret in old lesxi pic (09/'09): "There is no such thing as a free lunch..."
ΥΓ: Για τις άπειρες ώρες που έχω περάσει στην λέσχη, διαπιστώνω μετά απο ψάξιμο στις φωτογραφίες μου ότι δεν έχω παρα ελάχιστες και από συγκεκριμένες φάσεις. Συνήθως μιλάγαμε υπερβολικά πολύ για να έχουμε χρόνο για να τράβαμε φωτογραφίες. Α, ή τρώγαμε.

Ρε Hall!

Για όσον καιρό με ξέρουν οι φίλοι μου εδώ στην Μυτιλήνη, με δουλεύουν για την απροσεξία μου και την επίρρεπεια μου σε ατυχήματα. Είναι συχνό φαινόμενο να σκουντάω αντικείμενα, να χύνω υγρά, γενικά να σκορπάω την καταστροφή στον διάβα μου. Το «ρε Hall!», αν και χιλιοπαιγμένο, δεν είναι αβάσιμο. Garret & Mordread είναι σίγουροι ότι θα πάω από κάποιο ατύχημα και μάλιστα στοιχημάτιζαν για το τι θα σπάσω πρώτο, τώρα που έχω και «ρόδες»! Εγώ τους δούλευα με την σειρά μου, λέγοντας τους ότι το Clumsiness Aura δεν επηρεάζει τον προβολέα, ότι ποτέ δεν είχα πάθει τίποτα, ότι μέχρι τώρα οι ζημιές γίνονταν γύρω μου αλλά εγώ παρέμενα άθικτος.

Μέχρι τώρα…

13 Οκτωβρίου

Συννεφιά. Κάνω ποδήλατο με προορισμό τον λόφο. Στην τσάντα μου περασμένο ένα παλιό, δανεισμένο, ατσάλινο τρίποδο και στο χέρι μου μια πάνινη τσάντα με ρούχα (κυρίως βρακιά και κάλτσες — καθαρά ντε!) με άμεσο μέλλον τους να καταλήξουν στον κάδο του Ερυθρού Σταυρού στο κτίριο της διοίκησης. Always in motion is the future, όμως, που λέει και ο Yoda. Η πάνινη τσάντα μπλέκεται στην μπροστά ρόδα και το ποδήλατο σταματάει ακαριαία. Όμως φυσικά η πίσω ρόδα συνέχιζε να γυρνάει: βρίσκομαι σε ανάποδη σούζα, κοιτάζοντας την άσφαλτο με ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο. Το ποδήλατο φτάνει στο ζενίθ του τόξου και αρχίζουμε να πέφτουμε μαζί πλάγια. Προσγειώνομαι με τα πλευρά. Κείτομαι για λίγο εκεί βογκώντας και χωρίς να μπορώ να πάρω καλή ανάσα, και μια και δυο συνεχίζω… Από εκείνη την μέρα και μετά, μέχρι και σήμερα, με πονάει ένα δεξί πλευρό, ιδιαίτερα όταν αναπνέω βαθιά και ξαπλώνω μπρούμυτα, και έχει μια περίεργη γωνία. Όμως δεν πήγα να το κοιτάξουν κι έτσι φαίνεται θα μείνω με την απορία!

25 Οκτωβρίου

Είχα περάσει από το σπίτι για να πάρω το αδιάβροχο, ήδη ο δρόμος ήταν βρεγμένος και δεν ήθελα να με βρει (πάλι) στον δρόμο για τον Λόφο μια ξεγυρισμένη μπόρα, ειδικά όταν θα παρουσίαζα στο μάθημα της Καταπότη την δουλειά που είχα κάνει για τα Χαϊκού. Κατεβαίνω αντικανονικά την Ζωοδόχου Πηγής, στρίβω στον Πλάτανο, παίρνω την κατηφόρα και είναι μπροστά μου ένα μηχανάκι που μόλις ξεκίναγε. Φρενάρω για να το αποφύγω, όμως συμβαίνει το αναπόφευκτο. Τα λάστιχα του ποδηλάτου μου γλιστράνε στο πλάι και εγώ μαζί με το ποδήλατο δεν μπορώ πλέον να φέρω αντίσταση στην Παγκόσμια Έλξη. Η άσφαλτος, έτσι όπως είναι υγρή κιόλας, γίνεται ακαταμάχητη… Πέφτω με τον αγκώνα, ή μπορεί και να έπεσα με την παλάμη και τον αγκώνα και φτάνω μπροστά στο μηχανάκι. Ο μυτιληνιός οδηγός σαστισμένος, δεν θα ‘ταν 17 χρονών: «Είσαι καλά, θες να σε πάω στο νοσοκομείο;» Κι εγώ: «Όχι ντάξει, δεν έχω σπάσει και τίποτα!!», δοκιμάζοντας τις αρθρώσεις, παρά τα βογκητά και τα σκαλώματα που κράταγαν μερικές δεκάδες δευτερόλεπτα πάνω από το ποδήλατο, τα οποία ο πόνος σίγουρα έκανε να περνάνε πολλές φορές γρηγορότερα! Νιώθω τον αγκώνα μου και την παλάμη μου καυτή, και χωρίς πολλά-πολλά και προσπαθώντας να αποφύγω την σκέψη ότι πάλι έπεσα, καβαλάω ξανά το ποδήλατο μου προς Λόφο. Μόλις έφτασα και κατέβηκα, συνειδητοποίησα ότι το να κλειδώσω το ποδήλατο ήταν αφύσικα οδηνυρό, ακόμα και μετά από το ατύχημα μου. Και όταν έφτασα και στο μάθημα, συνειδητοποίησα πώς μπορούσα να ανοιγοκλείσω το χέρι μου μόνο περίπου 20° χωρίς ο πόνος να γίνεται αβάσταχτος. «Το ξέρεις ότι το ‘χεις σπάσει, έτσι;», μου είπε ο Μητσάκος μισο-αστεία μισο-σοβαρά όπως κάνει συνήθως. Και είχε μισο-δίκιο, αν και ακόμα δεν ήθελα παρά να το μισο-σκεφτώ.

Στον γυρισμό βρήκα τον HM, στον οποίο είπα τι είχε συμβεί και αμέσως ήθελε να με πάει στο Βοστάνειο, το νοσοκομείο της Μυτιλήνης.  Τελικά με έπεισε και ξεκινήσαμε με τα πόδια από τον Λόφο μέχρι το Βοστάνειο και με το ποδήλατο παρέα. Μια διάγνωση και μια ακτινογραφία αργότερα (και μερικές υπαρξιακές διαπιστώσεις του στιλ: «Ουάου είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε νοσοκομείο μόνος μου! Και πόσα χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία φορά που χρειάστηκε να κάνω ακτινογραφία;;») ανακαλύπτω πως ο αγκώνας μου ράγισε. Με στέλνουν στο χειρουργείο (για λίγο ήμουν {8ε ) για να μου βάλουν γύψο, ή τέλος πάντων έναν γύψινο νάρθικα. Ο γύψος μύριζε σαν γλυκό από κακό ζαχαροπλαστείο. «Έλα την άλλη Τετάρτη για να δούμε αν θα πρέπει να κρατήσεις τον γύψο περισσότερο.» ΟΚ, 9 μέρες ουσιαστικά χωρίς δεξί χέρι, τέλεια! Θα μπορούσε όντως να είναι και χειρότερα, πολύ χειρότερα. Δεν υπάρχει καμμία λέξη η οποία να συνδυάζει την γκαντεμιά με την τύχη, όπως η χαρμολύπη συνδυάζει την χαρά και την λύπη; Τυχερατυχία; Ευγκαντεμιά; Naaah… Στην κύπρια νοσοκόμα πάντως δεν άρεσε το ψαροκόκκαλο που είχα κρεμασμένο στον λαιμό, «βάλε κανέναν σταυρό να σε φυλάει ο Θεός…» Thank you HM for your help. 🙂

Βλέπετε τίποτα;


27 Οκτωβρίου

Μια μέρα μετά την γιορτή μου, δύο μετά την Πτώση… Ανήμερα του Αγίου Δημητρίου του Μυρωδάτου, περνώντας την μέρα μου στόν Λόφο, είδα δυο συμπληρωματικές προσεγγύσεις. Η μία ήταν το «Χρόνια πολλά!!» και η δεύτερη ακολουθούσε αμέσως, με ένα βλέμα στο κρεμασμένο χέρι, το χαμόγελο μετατρεπόταν σε μάσκα τρόμου, η ευθυμία σε λύπηση, η καλοπροαίρετη ευχή σε έκδηλη ανησυχία: «Τι έπαθε το χέρι σου;!;!» Κι εγώ με αξιοζήλευτη ηρεμία, αφηγούμουν την παραπάνω ιστορία… Που να ‘ξερα όμως ότι το τέλος δεν είχε έρθει!

Το πρωί της 27ης ήμουν με την Μαρία την Κιθαρίστα και κάποιες φίλες της στην πλ. Σαπφούς. Περιμέναμε το λεωφορείο για να πάμε Λόφο, τι άλλο; Όλα ήταν ήρεμα, ή τουλάχιστον έτσι φαίνονταν… Τελείως ξαφνικά, νιώθω έναν πόνο, μια πίεση στην μέση να με σπρώχνει μπροστά. Παραπατάω και γονατίζω, με τον πόνο και την έκπληξη να παίζουν bras de fer με έπαθλο την έκφραση μου. Τελικά επικράτησε ένα τρίτο συναίσθημα καθώς στεκόμουν στα πόδια μου, η ενόχληση. Αυτό που είχε συμβεί ήταν πως η πόρτα του κουβουκλίου του εκδοτηρίου των εισητηρίων των λεωφορείων στην πλ. Σαπφούς είχε ξεκολλήσει και στον δρόμο της προς την φυσική ροή της ελεύθερης πτώσης υπήρξα εγώ εμπόδιο. Εμπόδιο, βέβαια, το οποίο γρήγορα ξεπεράστηκε καθώς έφυγα μπροστά. Ο τύπος που ήταν μέσα στο κουβούκλιο έδειξε αρχικά δείγματα ανησυχίας, έστω ενοχής για ό,τι είχε συμβεί, όμως δεν άργησε να ορίσει το κέντρο της ευθύνης κάπου μακριά, πολύ μακριά απο εκείνον:  «Η φιλενάδα σου φταίει. Αυτές φταίνε πάντα για όλα!», στο οποίο βιάστηκε να συμπληρώσει: «Να νιώθεις τυχερός που δεν σου έπεσε στο κεφάλι! Πήγαινε άναψε κανένα κερί!» Πώς το είπαμε αυτό το είδος Θείας παρέμβασης, τυχερατυχία;

Δεν πέρασαν 20 λεπτά και άρχισα να δυσκολεύομαι στο περπάτημα. Μέσα σε 3 ώρες το να περπατάω χωρίς να κουτσαίνω ήταν σχεδόν αδύνατο. Με πόναγε το αριστερό μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και δεν ήξερα τι έφταιγε. Να έφταιγε το χτύπημα στην μέση; Στραμπούληξα κάτι χωρίς να το καταλάβω; Ήμουν σπίτι και με έπιασε απελπισία. Πάλι νοσοκομείο; Και το κυριότερο: πώς θα πάω κουτσός και μες την βροχή; Έβαλα να δω το Coffee & Cigarettes, αφού το είχα χάσει όταν το παίξαμε με την Συμμορία, θέλοντας να ζω σε έναν κόσμο όπου όταν ξεχνάς έναν πόνο επειδή στρέφεις την προσοχή σου αλλού, ο πόνος δεν επιστρέφει ποτέ…

Όμως σύντομα έζησα άλλη μια στιγμή ευγκαντεμιάς. Ο Garret με πήρε τηλέφωνο για να μου πει να πάμε στα Καραφάκια με τους γονείς του που μόλις είχαν φτάσει στο νησί. Του είπα το πρόβλημα μου και ναι! Οι γονείς του Garret είχαν νοικιάσει αυτοκίνητο και τελικά όχι μόνο προσφέρθηκαν να με πάνε στο νοσοκομείο, με βοήθησαν την στιγμή που δεν είχα λεφτά μαζί μου για να πληρώσω την ακτινογραφία (στο αριστερό πόδι αυτή τη φορά) και μετά όντως φάγαμε όλοι μαζί στα Καραφάκια. Ευχαριστώ Γκάρετ, Νίκο και Άννα!

Η ακτινογραφία έδειξε ένα «καταγματάκι» αρκετά πιο πάνω από εκεί που πόναγα, αλλά φαντάστηκα ότι αφού υπήρχε μια κάποια ομοφωνία μεταξύ των σχολιαστών της, μπορούσα να νιώθω ασφαλής. Με έδεσε με νάρθικα ένας κύριος που δεν καταλάβαινα ούτε τα μισά απ’όσα μου έλεγε και βγήκα από το νοσοκομείο σαν καινούργιος, αν εξαιρέσετε ότι ήμουν κατα κύριο λόγο κουλός και κουτσός.

Creepy... but cool

Το ενδιαφέρον ήταν πως με κάθε νέο χτύπημα το προηγούμενο σταμάτησε να με ενοχλεί! Αν και οι περιορισμοί σις κινήσεις υφίστανται ακόμα και τώρα…

Τώρα οι φίλοι μου λένε πως είμαι elemental cubi, δεν τους φαίνεται καθόλου περίεργο που έιμαι προσωρινά σακάτης… Όσο για μένα, αν και είναι ενοχλητικό, όπως συνήθως βλέπω τα πράγματα αισιόδοξα: τουλάχιστον εξασκώ το δεξί μου ημισφαίριο, ειδικά με το βούρτσισμα των δοντιών!

Από την γιορτή μου, σπίτι του Mordread με κράσι, ζιβανία, αραβικό ρύζι των 4,5 yummers του Γιώργη, κι εμένα στην πιο αγνή μου μορφή:

Garret: Αυτό είσαι. Ένα ατσούμπαλο, λαίμαργο κτήνος!
Καταπότη: Πάντα ήθελα να σπάσω κάτι. Πίστευα μικρή ότι αυτοί που είχαν σπάσει χέρι/πόδι ήταν πολύ κουλ!
Elemental qb

Τα παραπάνω γράφτηκαν αποκλειστικά με την χρήση του αριστερού χεριού.

Η γραφή διήρκησε τρεις μέρες.

Το χιόνι έλιωσε, το καλοκαίρι τέλειωσε

Το προηγούμενο μου ποστ ήταν για τον θάνατο της Γκρίζας. Η ειρωνεία της ζωής δεν άργησε να ξανακάνει την εμφάνιση της σε όλο της το μεγαλείο.
Μερικές ώρες αφού είχα γράψει το ποστ, με πήρε τηλέφωνο η Δέσποινα.

“Έλα Κιούμπι, η Γιούκι είναι μέσα στο σπίτι;”
“Όχι, γιατί;”
“Έλα γρήγορα…”

Φτάνω λίγα λεπτά αργότερα και βλέπω μια Γιούκι να είναι χωμένη κάτω από το τελευταίο σκαλοπάτι της εξωτερικής σκάλας στο ακριβώς απέναντι σπίτι, αυτό με τις πολλές γλάστρες και την Βίλμα (την μόνιμα έγκυο σκύλα). Δεν σάλευε. Και ένα παιδάκι, ούτε τριών δεν θα ήταν, το παιδί του ζευγαριού που την βρήκε, προσπαθούσε να την πιάσει. Μπορεί να πίστευε ότι ήταν λούτρινο κουκλάκι…

:'(

Ό,τι σκότωσε την Γκρίζα μάλλον ήταν αυτό που το κατάφερε και για την Γιούκι. Φόλα; Ποντικοφάρμακο; Κάποιο οικοδομικό υλικό; Ποιος, γιατί;;; Πέρασε την αρρώστια που παραλίγο να την στείλει πριν την ώρα της και κάποιος ο οποίος μάλλον ποτέ δεν αγάπησε ή αγαπήθηκε στην ζωή του αποφάσισε να πάρει την πρωτοβουλία;

Η ειρωνεία της ζωής σε όλο της το μεγαλείο.

Η εικόνα της κοκκαλωμένης Γιούκι να μην βγαίνει από κάτω από το σκαλοπάτι μου χαράχτηκε στην μνήμη. Το τελευταίο της βλέμα, τα μισόκλειστα βλέφαρα, το ξεραμένο αίμα στο στόμα και στον πισινό. Δεν θα γράψω περισσότερα. Δεν μπορώ να περιγράψω τι ένιωσα εκείνη την στιγμή και τι συνεχίζω να νιώθω. Δεν μπορώ να το περιγράψω συναισθηματικά όπως έκανα για την Γκρίζα… Ξέρω πολύ καλά τι ένιωθα για την γάτα που με συντρόφευε τα τελευταία 2,5 χρόνια. Και απλά… ίσως να μην μπορεί να χωρέσει εδώ. Δεν το έχω συνειδητοποιήσει από τότε… 5 μέρες κιόλας. Όχι. Δεν μπορεί να χωρέσει εδώ. Όχι τώρα.

Χώρεσε όμως στην κηδεία της. Ούτε αυτήν θα την ξεχάσω ποτέ. Τόσο έντονη και αληθινή, μέσα σε όλη την θλίψη. Ευχαριστώ όλους σας για την βοήθεια και που απλά ήσασταν εκεί: Δέσποινα, Γκάρετ, Μόρντρεντ, Νένη, Έλενα… Θα ήταν πολύ πιο δύσκολο χωρίς εσάς.

Το χιόνι έλιωσε
Το καλοκαίρι τέλειωσε
Το νερό ποτίζει
Στον ουρανό γυρίζει