Σήμερα καθόμουν στην Πλατεία Νέας Σμύρνης, δίπλα στην τελευταία “πισίνα” (αλήθεια πώς αλλιώς θα μπορούσες να πεις αυτό το σύμπλεγμα διακοσμητικού τρεχούμενου νερού — όταν τέλος πάντων είναι όντως τρεχούμενο;) Ο καιρός κρύος, τα βραδινά χιόνια είχαν όλα λιώσει. Περίμενα τηλεφώνημα από τον Mordread για να δω τι θα γίνει με την εξουσιοδότηση και την εγγραφή μου. Χάζευα αμέριμνος, όταν ξαφνικά άρχισα να παρατηρώ περίεργα σχέδια στην επιφάνεια του νερού.
Ο ήλιος έλαμπε δυνατά, και το νερό ήταν ρηχό, οπότε η σκιά των σχεδίων αποτυπωνόταν ξεκάθαρα στον πάτο της πισίνας. Τα σχέδια διαγράφονταν λες και ένα αόρατο κλαδί ή ένα δάχτυλο μόλις που ακούμπαγε την επιφάνεια του νερού. Ξεκίναγαν και σταμάταγαν το ίδιο ξαφνικά. Αλλά δεν ήταν μόνο ευθύες αυτές οι γραμμές, τα υδάτινα αγγίγματα έκαναν και καμπύλες αλλά και σπιράλ. Μερικές φορές κατέληγαν να είναι σωστά whirlpools (πώς λέγονται αυτά στα ελληνικά εκτός από το κάπως άκομψο «ρουφήχτρες»; :P) Έβλεπα πολλές τέτοιες μαζί ταυτόχρονα. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαν να είναι έντομα. Όπως αυτά:
Όμως δεν υπήρχαν έντομα. Το φως ήταν άπλετο, θα φαίνονταν. Για την ακρίβεια, δεν υπήρχε τίποτα στην επιφάνεια του νερού που να μπορούσε να δημιουργήσει αυτές τις γραμμές και αυτά τα κύματα. Ήταν σαν κάτι το αόρατο αλλά με φυσική υπόσταση να τα δημιουργούσε.
Τα σχέδια αυτά ήταν πραγματικά όμορφα, και ένιωθα μεγάλη ηρεμία απλά παρατηρώντας τα. Όμως, τι μπορεί να ήταν; Ξέρω ότι δεν ήταν άνεμος. Σε κάποιες φάσεις όντως φύσαγε και έβλεπα να δημιουργούνται ομοιόμορφα κυματάκια σε ολόκληρη την επιφάνεια του νερού, όπως έμαθα να τα αναγνωρίζω και στην θάλασσα στην ιστιοπλοΐα. Δεν ξέρω αν ήταν ρεύματα από το νερό που ερχόταν από τις άλλες πισίνες. Αλλά και πάλι, πώς δημιουργείται ένα ορατό ρεύμα ξαφνικά, κομπλέ με κύματα και γραμμές, και άλλο τόσο ξαφνικά εξαφανίζεται; O_Ω My mind cannot comprehend it… Θα είναι για πάντα ένα όμορφο μυστήριο…
Χειμώνας στην Αθήνα ξανά. Έξω χιονίζει. Δεν το έχει στρώσει — ακόμα — όμως τα πυκνά, λαμπερά άσπρα σύννεφα που συνήθως προαναγγέλουν το χιόνι είχαν καλύψει από σήμερα το πρωί κιόλας τον Υμηττό (ο οποίος, ας σημειώσω, πάντα στόλιζε την θέα από τα μπαλκόνια και των 3 2 σπιτιών μας στην Νέα Σμύρνη) ήταν αρκετά για να ξέρω πως η έλλειψη ασπρίλας στο τοπίο του δικού μας Νότιου Προαστίου δεν ήταν ενδεικτική της γενικότερης κατάστασης.
Από προχτές βέβαια είχα αποφασίσει ότι, μετά από πολλά χρόνια, θα ξαναεπισκεπτόμουν τον Υμηττό αν χιόνιζε σήμερα. Ειδικά τώρα που, παγιδευμένος στην Αθήνα λόγω κακοκαιρίας, χωρίς να μπορώ να επιστρέψω στην Μυτιλήνη για να κάνω την εγγραφή μου — some dangerous shit right there, Μοrdread you’re seriously saving our bum over here — έχω κάθε ευκαιρία να γεμίσω τον χρόνο μου με τέτοιους απολαυστικούς τρόπους. Άσχετο αν τώρα είμαι μπροστά σε ένα λάπτοπ, στο δωμάτιο μου και γράφω. Αυτό δεν έχει καμία σημασία!
Μια και δυο, σήμερα το μεσημέρι λοιπόν, και αφού πέρασα από το κέντρο της Αθήνας για να τσιμπήσω μερικά βιβλία από την γνωστή εκδοτικο-οικο-περιοχή γνωστή και ως Ακαδημίας-Σόλωνος-και-όλες-οι-κάθετοί-τους, ξεκίνησα για τον Υμηττό, για το μονοπάτι προς Καλοπούλα. Με το που έφτασα στο μέρος, αμέτρητες αναμνήσεις με χτύπησαν με την δύναμη καταιγίδας συμπιεσμένης μέσα σε ένα, εξαιρετικά ηλεκτρισμένο, δευτερόλεπτο.
Αυτές οι αναμνήσεις ήταν από τις αμέτρητες βόλτες που είχα κάνει μικρός στο βουνό με τον πατέρα μου, την Βάσω, την Ινές, γενικά that side of my crowd. Τα σαββατοκύριακα που ήμουν μαζί τους, δηλαδή ένα στα δύο, πηγαίναμε πολύ συχνά στο βουνό για μεγάλους περιπάτους. Βέβαια, όταν ήμουν μικρός, περισσότερο με τραβάγανε παρά ήθελα να πάω μαζί τους. Χίλιες φορές προτιμούσα να μείνω σπίτι και να συνεχίσω να παίζω βιντεοπαιχνίδια παρά να πάω στα βουνά. Είχα πει το εξής θρυλικό (έτσι μου έχουν πει, σιγά μην το θυμόμουν) πολύ πριν έρθω σε επαφή με οποιοδήποτε είδος παιχνιδιού, φανταστείτε, στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων: «Δεν είμαι φτιαγμένος για να περπατάω!!». Από τότε ο πατέρας μου άρχισε να με λέει γλάστρα. Τέτοια ήταν η τεμπελιά και η βαρεμάρα μου, και το να τρέχω στα βουνά δεν ήταν εξαιρέση. Ανεξήγητη και αδικαιολόγητη, θα έλεγε κανείς, ίσως να ήταν και κάποια μορφή παιδικής αντίδρασης στην αεικινησία του πατέρα μου, που ήθελε να πηδάμε σαν τα κατσίκια από τον έναν βράχο στον άλλο, να κατακτάμε κορυφές, να κάνουμε συνέχεια εκδρομές με διάφορους Φίλους του Βουνού, της Θάλασσας, των Μονοπατιών, της Φύσης, του Περιβάλλοντος και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.
Εγώ το 1997 στο Πήλιο
Έχω συγκρατήσει πολλές εικόνες από διάφορα σημεία της Ελλάδας, μερικές από αυτές μπορεί να είναι και κάτι περισσότερο από επηρεασμένες από τις πανταχού παρούσες φωτογραφίες στα αμέτρητα άλμπουμ που έχει ο πατέρας μου από εκείνη την εποχή, αν και όλο και κάποια ανάμνηση μου, δικιά μου, my precious, my own, φαντάζομαι, θα είναι αυθεντική. Τέλος πάντων, από κάποιο σημείο και μετά, δεν γούσταρα άλλο να τρέχω από δω κι από ‘κει, είχα γίνει σπιτόγατος, για την ακρίβεια, καλωδιομένος σπιτόγατος, πώς να το κάνουμε. Όμως όταν είσαι μικρός, δεν έχεις και πολλά περιθώρια επιλογής. Άλλωστε, σιγά που θα με άφηνε ο πατέρας μου να μείνω σπίτι και να παίζω Mario όταν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε νέα μονοπάτια και να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Οπότε, είτε φτιαγμένος είτε όχι για περπάτημα, το έκανα.
Με τα χρόνια, πρέπει να εξερευνήσαμε όλα τα μονοπάτια του Υμήττου. Από το γνωστό μέχρι την Καλοπούλα, το άλλο μέχρι την Μονή Καισαριανής, ένα άλλο που πέρναγε μπροστά από μια παράγκα, κάποια άλλα που έφταναν σε ένα σημείο με εξαιρετική θέα και κάτι σαν κιόσκι και τραπεζάκια για πικνίκ, ένα που έφτανε σε μια στέρνα με γυρίνους (μόνο αν ήταν φθινόπωρο φαντάζομαι), ένα που πέρναγε από έναν ελαιώνα με γαϊδουράκια… Χειμώνα-καλοκαίρι, πολλά συνεχόμενα χρόνια, τόσο που τώρα μου είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσω το πότε και το πώς. Απλά έχω εικόνες από αυτές τις παλιές εξερευνήσεις.
Σε κάποια φάση σταμάτησαμε να πηγαίνουμε βόλτες από εκείνη την μεριά του Υμηττού, πρέπει να ήταν γύρω όταν πήγαινα γυμνάσιο και Βάσω και πατέρας είχαν μετακομίσει στου Παπάγου και αργότερα στον Χολαργό, οπότε απλά κάναμε βόλτες από το σπίτι μέχρι το βουνό με τα πόδια (είναι στους πρόποδες του βουνού όμως από την βόρεια πλευρά). Όπως και να ‘χει, είχα τουλάχιστον 7 χρόνια να περάσω από τα παλιά γνώριμα μονοπάτια… Δεν ξέρω τι έγινε, δεν ξέρω πώς, και γιατί, αλλά κάπου στην πορεία το παιδί-γλάστρα μεταλλάχτηκε σε χίπη φυσιολάτρη (What? Your Hall is evolving!), με πολλή όρεξη για εξερεύνηση, δέντρα, περπάτημα, και όλα αυτά τα ωραία. Ίσως να το είχα μέσα μου. Ίσως να είναι κομμάτι του να μεγαλώνεις, με τα καλά του και τα κακά του, στην περίπτωση μας καλό. Ίσως να έπρεπε να περάσω από το στάδιο “γλάστρας” για να μπορώ να φτάσω στο σημερινό σημείο. Μπορεί και να είναι επειδή ακριβώς πήγαιναμε όλες αυτές τις εκδρομές παλιά και τραβάω ενέργεια από αυτές τις πρωτογενείς, βασικές, παιδικές στρώσεις της προσωπικότητας μου. Ίσως και να ωφείλεται σε κάτι τελείως άσχετο. Δηλώνω αγνωστικιστής ως προς τα αίτια.
Έτσι λοιπόν, μετά από χρόνια και με πραγματική όρεξη πλέον, έφτασα στο Νεκροταφείο Καισαριανής, απ’όπου ξεκίνησα να περπατάω κατα μήκος του δρόμου μέχρι να φτάσω στην αρχή του μονοπατιού. Διαισθητικά, χωρίς άλλον τρόπο να ξέρω πού να πάω παρά μόνο με την βοήθεια των αναμνήσεων και των πινακίδων, μετά την καταιγίδα αναμνήσεων, άρχισα να νιώθω την γνώριμη αίσθηση. Όλα φαίνονταν μικρότερα, απλότερα, και ταυτόχρονα οικεία, σαν ένα παιχνίδι που κάποτε έλιωνες αλλά δεν έχεις αγγίξει για 10-15 χρόνια. Όταν έκανα τις βόλτες αυτές, ο πατέρας παίζει να μου έριχνε 3-4 κεφάλια. Τώρα είμαι ψηλότερος από εκείνον, και φυσικά όλα φαίνονταν μικροσκοπικά… «Μα καλά, αυτά τα δέντρα δεν ήταν ψηλότερα; Και σε αυτό τον δρόμο δεν μπορούσες να παίξεις μπάλα; Τώρα με το ζόρι μπορείς να κάνεις ποδήλατο! ό_’O» Γκουχ. Θυμόμουν την διαδρομή μέχρι την Καλοπούλα να είναι τεράστια και να μας παίρνει πολλήήή ώρα (ίσως επειδή τότε θα προτιμούσα να ήμουν κάπου αλλού), όμως σήμερα έκανα το μονοπάτι σε κάτι λιγότερο από μισή ώρα! Από την μέση της διαδρομής περίπου, το τοπίο ήταν μισοστρωμένο με χιόνι. Το σύννεφο πάγου που έπεφτε από τα πεύκα με κάθε δυνατό φύσημα του ανέμου και έκανε το τοπίο ακόμα πιο αστραφτερό λευκό, η παγωμένη αίσθηση των λασπωμένων μπατζακιών και της υγρής μύτης μου αγαλίαζε το είναι. Μετά από 2-3 ακίνδυνες γλίστρες — πριν το πείτε, για τελευταία φορά, ΔΕΝ συνηθίζω να τρώω τούμπες! — στο λασπωμένο μονοπάτι, έφτασα τελικά στην Καλοπούλα, όπου με περίμενε κλειστή. Τελείως κλειστή; Όχι. Το γενναίο αναψυκτήριο πάντα θα είναι εκεί για να προσφέρει ακόμα και ένα μπουκαλάκι νερού στους χαρούμενους πεζοπόρους.
Έχετε προσέξει πως το χιόνι είναι σαν να έχει τον ήχο της σιωπής; Πολλές φορές, όταν χιονίζει πυκνά και δεν φυσάει ταυτόχρονα, απλά σταματάω και παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Όλα είναι σιωπηλά, και είναι λες και η ίδια η χιονόπτωση είναι αυτή στην οποία ωφείλεται αυτό το εφέ σίγασης. The white stuff whites out the world…
Σήμερα δεν το έζησα αυτό γιατί υπήρχαν πολλοί Αθηναίοι πάνω στον Υμηττό που απολάμβαναν αυτή την χειμερινή έκσταση όπως κι εγώ. Άλλα ήταν και η μακρινή βοή της Αττικής Οδού. Ο Περιφερειακός ήταν, αν ήταν, υπό κατασκευή όταν εγώ περπάταγα ανάμεσα στα κυπαρίσια και σκαρφάλωνα τα βράχια μικρός. Τότε ήταν ήσυχα. Σήμερα είχα μια ξαφνική εμπειρία επαφής με την πραγματικότητα: ναι, ήμουν εκεί, 22 χρονών, σε ένα βουνό 10 λεπτά από το κέντρο της Αθήνας με το λεωφορείο 224, όχι σε κάποιο μακρινό, ανέγγιχτο δάσος. Θα μου πείτε, ένα ανέγγιχτο δάσος δεν θα είχε μονοπάτια. Σε αυτό το ξεδιάντροπο, από μέρου σας, γείωμα, θα σας απαντούσα με ένα λυπημένο βλέμμα και ένα νεύμα ένοχης συμφωνίας.
Επέστρεψα από τον κανονικό δρόμο και χώθηκα στο πρώτο λεωφορείο που βρήκα, το οποίο ήταν τσάμπα και πήγαινε γραμμή στον Ευαγγελισμό! Με ένα πλατύ χαμόγελο επέστρεψα σπίτι και δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να με τραβήξω μερικές φωτογραφιές με το γουίντερ λουκ.
Τι τον έχουμε τον καθρέφτη; Άσε που στην Μυτιλήνη έχω μόνο έναν 10cmx15cm για καθρέφτη για κάθε χρήση… Μου έλειψε!
I read Μικρές Αναμνήσεις (As Pequenas Memorias) on a single coach trip from Corfu to Athens. Saramago uses his usual inspiring stream-of-consciousness style with this one, too, even though I don’t think it works as well for telling the story of his early life as it does for his novels. I found much of it hard to follow and remember. Maybe it was just because I had had little sleep that day because I had to wake up early to catch the coach? Perhaps. But it doesn’t change the fact that it was all a blurry and not very focused ride.
What I found most interesting from Saramago’s early memoires was the glimpse he allowed me to catch from 1920s and ’30s Portuguese life. His family moved as many as 10 times in as many years; his (illiterate but wise) grandparents used to take their newborn piglets up in their own bed to keep them warm and help them survive the cold winters; some of his homes had no real bathroom, only a hole in a corner of the kitchen… I enjoyed reading his “critique” on video games and today’s children:
“Να διασχίζω μόνος τους καυτούς ελαιώνες, ν’ανοίγω κοπιαστικά δρόμο ανάμεσα από θάμνους, από κορμούς, από πρίνους, απο αναρριχητικά φυτά που ύψωναν συμπαγή σχεδόν τείχη στις όχθες των δυο ποταμών, ν’ακούω καθισμένος σ’ένα σκοτεινό ξέφωτο την σιωπή του δάσους να σπάει μονάχα από το τιτίβισμα των πουλιών και το τρίξιμο των κλαριών κάτω από την ώθηση του ανέμου, να μετακινούμαι πάνω στο έλος, περνώντας απο κλαδί σε κλαδί σε μια έκταση κατοικημένη από τις κλαίουσες ιτιές που φύτρωναν μεσ’ από το νερό, δεν είναι όλα αυτά, θα πει κανείς, παλικαριές που διακαιολογούν ιδιαίτερη μνεία σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου στα πέντε ή στα έξι χρόνια, κάθε παιδί του πολιτισμένου κόσμου, ακόμα κι αν είναι νωθρό και ζει καθιστική ζωή, έχει ταξιδέψει στον Άρη για να κάνει σκόνη όσα πράσινα ανθρωπάκια βρέθηκαν στον δρόμο του, έχει ξεκάνει τον τρομερό στρατό των μηχανικών δράκων που φυλούσε τον χρυσό στο Φορτ Νοξ, έχει κάνει κομματάκια των βασιλιά των τυραννόσαυρων, έχει κατέβει χωρίς σκάφανδρο και χωρίς βαθυσκάφος στις βαθύτερες υποβρύχιες σπηλιές, έχει σώσει την ανθρωπότητα από τον τερατώδη μετεωρίτη που ερχόταν για να καταστρέψει την Γη. Μπροστά σε τέτοια ανώτερα κατορθώματα το αγοράκι της Αζινιάγκα θα είχε μόνο να αντιτάξει την ανάβαση του μέχει την κορυφή μιας φλαμουριάς είκοσι μέτρων, ή, ταπεινά, αλλά ασφαλώς με μεγαλύτερη γευστική απολαβή, τις αναβάσεις του στη συκιά του κήπου, νωρίς το πρωί, για να μαζέψει τα φρούτα, υγρά ακόμη από τη βραδινή δροσιά, και να ρουφήξει σαν λαίμαργο πουλί τη σταγόνα μέλι που ξεπηδούσε απ’το εσωτερικό τους. Μικροπράγματα, στ’ αλήθεια, το πιθανότερο όμως είναι ότι ο ηρωικός νικητής του τυραννόσαυρου δεν θα ήταν ικανός ούτε σαύρα να πιάσει με τα χέρια του.”
While reading about these memories was somewhat interesting and I didn’t regret reading Μικρές Αναμνήσεις, I feel as if I got very little insight on how exactly Saramago turned into such a great writer and personality so late in his life: 60+ years after the events he writes of in this book, to be exact…
Honourable mentions, as with all of Saramago’s books published by Kastaniotis, go to Athina Psyllia for another brilliant, exemplary translation. Thank you!
I had high hopes for this book. Quotes like “the bird fights its way out of the egg” or “true freedom requires the destruction of the world we were born in” (or something akin to that) intrigued me. But I must say Demian disappointed me in the end. Sinclair’s life comes across as drama-queenish and dull. His fascination with Demian is kind of peculiar and arbitrary, while Demian himself is uncanny and not very “realistic” a character at all. I enjoyed reading it more closer to the beginning, when Sinclair is just a patronised little boy, than later on, when as a young adult he becomes just a bit too worked up over his “knowledge” and all his weird, pompous friends. I felt like this book left me with nothing. Its philosophical and ethical braveries felt stale, as if they haven’t aged all that well. Whether this book was deemed revolutionary for its time, that is almost 100 years ago, that I cannot say.
I don’t plan on giving up on Hesse. I just hope some of his other books I want to read live up to their names more than Demian.
Πρώτη Γραμμή Γιανγκ: στολίζει τα πόδια του. Αφήνει το αμάξι του και περπατάει. Προχώρησε με τις δικές σου προσπάθειες αντί να βασίζεσαι σε άλλους.
Δεύτερη Γραμμή Γιν: στολίζει τα γένια του. Δίνει σημασία στην εμφάνιση.
Τρίτη Γραμμή Γιανγκ: Στολισμένος και εκθαμβωτικός, θα είναι τυχερός αν μείνει σταθερός και αληθινός. Δώσε μεγαλύτερη σημασία στην ουσία παρά στην μορφή.
Τέταρτη Γραμμή Γιν: στολισμένος αλλά απλός. Ένα λευκό άλογο έρχεται γρήγορα. Ο απλός μα ενάρετος είναι προτιμότερος από τον πομπώδη και έκφυλο.
Πέμπτη Γραμμή Γιν: αν και στολισμένος σαν κήπος, τα ρούχα που προσφέρει είναι λίγα. Οι δυσκολίες του θα καταλήξουν σε καλή τύχη. Τα εσωτερικά αισθήματα και η ειλικρίνεια έχουν σημασία, όχι τα στολίδια και η επίδειξη πλούτου.
Κορυφαία Γραμμή Γιανγκ: ο απλός στολισμός είναι ανεπίληπτος. Το κακό αποτρέπεται. Απαρνήσου το τεχνητό και γύρισε στην απλότητα.
Από την μετάφραση και ερμηνεία: “Ι Τζινγκ: Ένας εικονογραφημένος οδηγός για την αρχαία Κινέζικη μαντική τέχνη”. Εκδόσεις Κέδρος
☶
☲
“Hexagram 21 is Biting Through; Hexagram 22 is Beauty – only I tend to think of it these days more as Making Beautiful. (In much the same way, Hexagram 13 seems to be more to do with ‘creating harmony between people’ than just finding it already there, a fait accompli.)
So you Bite Through obstacles and illusions. You reach the essence of the thing – of the person, of the relationship, perhaps – and you ‘take this in’, make it part of your self. It really works, now, at a deep level.
What now? Now, that essence wants to find expression. It wants to grow, from seed to plant – it wants to flower, to connect with other people. Making Beautiful is all about finding a form that will do justice to the seed. The suitor (who shows up in the moving line texts) wants to show his true, his very best self. Or looking at it from a larger perspective – as the Image does – there must be ways of governing and living that express people’s inner awareness.
I think perhaps the key here is that there must be ways. Not just The Way. Different ways of life are the right expression for different people at different times. The face the suitor shows to his prospective bride can’t be the same one he shows next morning in the office. Even plants take very different forms through the seasons. (As I discovered to my cost many winters ago, when I happily accepted an offer from the neighbour to rotovate our entire patch. That summer, I discovered that all those little finely chopped white roots were very, very viable bindweed.)
And so in Making Beautiful, there is ’small harvest in having a direction to go’. The essence could go anywhere, be anything. But there is this desire to be something for someone, and this provides the ‘direction to go’ so that there can be a harvest. We think ‘I’m a teacher!’ or ‘I’m a great cook!’ – and this is how we get results.
Yet this isn’t the whole harvest at once – it isn’t the only expression there could ever be. A direction to go is also a way to explore, something to experiment with. Maybe it would be truer to think, ‘I can play teachers!’
I’ve an idea that if we arrive at Hexagram 23, and there’s a need for Stripping Away, this can be because we’ve confused that beautiful expression with the essence itself. Looking at the trigrams – Beauty is fire below the mountain, the spark of living awareness shining upward and illuminating the form. And in Stripping Away the fire has gone out. Now there’s just earth below the mountain, and it’s time for the mountain itself to be turned back to earth, to make space for something new.”
I was out today and I saw a poster for Easy Star All-Stars’ live at Fuzz Club. They’ll be playing on my birthday! Wouldn’t it be nice if I could go? But who would ever go there with me? }:{
Coming in earthly contact with that poster brought Dark Side Of The Moon rushing to my head, something not all that uncommon. There I was, standing in a packed tram, quietly singing Time, Money, Brain Damage, Eclipse…
…and Breathe. One of my favourite songs hands down. But it’s a bit redundant picking out just one of the tracks off DSOTM. It’s like having to pick out a single scene off Star Wars. Or Spaced. Or Lola Rennt. The lyrics, oh the lyrics take me, and have always taken me, places. This is beauty.