Review: Η Αμερική δεν υπάρχει: 7 ιστορίες αλλοτρίωσης

Η Αμερική δεν υπάρχει: 7 ιστορίες αλλοτρίωσηςΗ Αμερική δεν υπάρχει: 7 ιστορίες αλλοτρίωσης by Peter Bichsel

My rating: 3 of 5 stars

Η Δέσποινα (η Καταπότη!) μου το είχε δανίσει αυτό πριν κάπου δυο χρόνια και το ανακάλυψα στην βιβλιοθήκη μου. Είπα λοιπόν να το διαβάσω, τι, 63 σελίδες; Heh!

Από τις 7 ιστορίες μου άρεσε περισσότερο η πρώτη με τον Γιόντεκ (;) και η προτελευταία νομίζω, με τον τύπο που ήθελε να ανακαλύψει αν η Γη είναι στρογγυλή.

Ένα ωραίο, λυπητερό, διαβολικά απλό βιβλιαράκι για ένα ευχάριστο απόγευμα!

View all my reviews

Game 2.0 — Shogun 2: Total War Review

Και ναι… Ένα ακόμα review μου για το σάιτ.

Μόνο που αυτό είναι για ένα από τα καλύτερα παιχνίδια που έχω παίξει εδώ και πολύ καιρό…

Το καλύτερο; Ο Cuberick, ο σταθερός υπολογιστής μου, είναι όφλαιν, σε κόμα, χωρίς διάγνωση (ούτε καν τα λαμπάκια της μάδερμπορντ δεν ανάβουν), οπότε το παιχνίδι αναγκάστηκα να το λιώσω για δυο LAN Partay βραδιές στα gnet της Μυτιλήνης. Ευχαριστώ όσους με βοήθησαν απ’το νετ καφέ να εγκαταστήσω το παιχνίδι όταν όλες οι ελπίδες φαίνονταν να εξαναμίζονται. 🙂

Το παιχνίδι της χρονιάς (μέχρι ίσως το Skyward Sword; One can only hope…)

Ένας επιπλέον λόγος γιατί αγάπησα αυτό το παιχνίδι (και τώρα δεν έχω ούτε λεφτά ούτε υπολογιστή για να το απολαύσω περισσότερο!)

Ταυτότητες

Όλοι έχουμε πολλές ταυτότητες. Είναι το πώς κατηγοριοποιούμε τον εαυτό μας είτε για να ανήκουμε σε μια ομάδα, είτε για να ξεχωρίζουμε. Όμως δεν επιλέγουμε μονάχα εμείς τις ταυτότητες μας, μας τις δίνουν και οι άλλοι ώστε να μπορούν να μας ταξινομήσουν στο μυαλό τους, στους ανθρώπους αρέσει να ομαδοποιούν και, μοιραία, να γενικεύουν. Κάποτε υπήρχε ιεράρχηση ταυτοτήτων: κάποιες ήταν σημαντικές, κάποιες όχι. Στην εποχή μας όμως δεν είναι εύκολο να κρίνεις πια ταυτότητα είναι σημαντικότερη. Σωστότερα, η προσωπική μας ιεράρχηση είναι σημαντικότερη από την όποια κοινωνική ιεράρχηση μπορεί να επικρατεί. Αντίστοιχα, μπορούμε να επιλέξουμε ποιες ταυτότητες μας θα προβάλλουμε και και ποιες όχι, χωρίς να σημαίνει πως έτσι μπορούμε να ελέγξουμε πώς οι άλλοι μας ταυτοποιούν και μας αντιλαμβάνονται. Παρακάτω γράφω μερικές δικές μου ταυτότητες, χωρίς να ξεχωρίζω αν είναι δικές μου ή μου τις έχουν κοτσάρει άλλοι. Μέχρι ένα σημείο, άλλωστε, δεν υπάρχει διαφορά…

Δημήτρης, Dimitris, Hall, Αυστραλός, ταοϊστής, qb, άντρας, χορτοφάγος, ανίψι, άνεργος, γεννημένος το 1989, άνθρωπος, ιστιοπλόος, εγγονός, ξάδερφος, σπασίκλας, Γήινος, απόφοιτος Δημοτικού-Γυμνασίου-Λυκείου, φιλόσοφος, λευκός, καπνιστής, ρομαντικός, κάτοικος Νέας Σμύρνης-Μυτιλήνης, ομάδα αίματος 0+, ψευτοϊδεολόγος, Ευρωπαίος, Ιχθύς, Φίδι, νεαρός, οικολόγος, δημιουργός website, χρήστης, INFP, κάτοχος *εισάγετε προιόν εδώ*, χίπης, ψηλός, σκλάβος γατών, αναίσθητος, παιδί, καλλιτέχνης, φοιτητής (στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου), γιος, Έλληνας, gay, αλτέρνατιβ, straight, bro, Cubilone, φίλος του/της *εισάγετε φίλο/η μου εδώ*, βαφτισμένος Χριστιανός, πρώην της *εισάγετε πρώην μου εδώ*, ατσούμπαλος, ψαγμένος, μακρυμάλλης, gamer, editor, couchsurfer και couch-host, έξυπνος αλλά αφηρημένος, προστάτης οικογενείας, ζωόφιλος, παιχνιδιάρης, υπναράς, καταστροφέας, φλώρος, βρωμιάρης, καστανομάτης, ανίδεος, περίεργος, μουσάτος, ροκάς, φωτογράφος, βιβλιοφάγος, κομπιουτερόβιος, σνομπ, ηθοποιός, εθισμένος, τεμπέλης, ονειροπόλος, ταξιδιώτης, μυτόγκας, νεάντερταλ, ήρεμη δύναμη, ό,τι-να’ναι…

Δεν μου έρχονται άλλες για τώρα.

Review: Το μυστήριο της τράπουλας

Το μυστήριο της τράπουλας  Το μυστήριο της τράπουλας by Jostein Gaarder

My rating: 4 of 5 stars

Η ιστορία της πορφυρής γκαζόζας, του Μυστικού Νησιού και των μυστηριωδών κατοίκων του, της αναζήτησης ενός Νορβηγού πατέρα — αυτοαποκαλούμενου Μπαλαντέρ — και του γιου του για να βρουν τον Άσο Κούπα τους, δηλαδή την μητέρα που έφυγε για να βρει τον εαυτό της στην Ελλάδα και μιας άλλης, πιο γνωστής μας αναζήτησης: αυτήν για την αλήθεια του ποιοι είμαστε, προς τα πού πάμε, γιατί, τι πραγματικά μετράει στην ζωή και όλα αυτά τα γνωστά.

Ο Jostein Gaarder για δεύτερη φορά (το ξέρω ότι έγραψε τον Κόσμο της Σοφίας δεύτερο, αλλά εγώ τον διάβασα πρώτο) αναρωτιέται για τον κόσμο και μας συνεπαίρνει με την φαντασία του με χαρακτηριστικά χαρούμενο, απλό, διαφωτιστικό και συγκινητικό τρόπο. Ο Gaarder ξαναήρθε να μου επιβεβαιώσει ότι η σοφία βρίσκεται στην απλότητα και στην ταπεινότητα προς τον κόσμο, που καλύτερα από κάθετι εκφράζει η παιδική περιέργεια, η οποία αργότερα δυστυχώς πεθαίνει, αφού συνηθίσουμε τον κόσμο. Όντως εγκληματικό, αν το σκεφτεί κανείς. Όπως λέει και ο Death στο Discworld: “Human beings make life so interesting. Do you know, that in a universe so full of wonders, they have managed to invent boredom”.

Το Μυστήριο της Τράπουλας είναι ένα βιβλίο πραγματικά για όλες τις ηλικίες. Ο πρωταγωνιστής, αν και θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι πρωταγωνιστές είναι πολλοί με την ψυχή ενός, είναι μεν παιδί, όμως ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα πράγματα ήταν έμπνευση. Ακόμα περισσότερο με ενέπνευσε ο πατέρας του Χανς Τόμας. Ενήλικας που ποτέ δεν σταματάει να αναρωτιέται για τον κόσμο, με προβλήματα αλκοολισμού, άφθονη αγάπη για τον γιο, την φιλοσοφία, την ναυτοσύνη και την woman that left him — εδώ σκάρωσε ολόκληρο ταξίδι με αυτοκίνητο από την Νορβηγία μέχρι την Ελλάδα για να την βρει. Θέλω κι εγώ τέτοιον μπαμπά, ή για να είμαι ρεαλιστικότερος, θέλω κι εγώ να γίνω τέτοιος μπαμπάς. Επίσης θέλω να ταξιδέψω στο Agder και στις Άλπεις, κάπου πιο κοντά στο Χωριό και πιο μακριά από το Interlaken. Γαμώτο.

Το όλο meta-narrative με τo Μυστικό Νησί, τους διαδόχους του Μυστικού και την Τράπουλα του Φρόντε ήταν μια ενδιαφέρουσα ιδέα, και μια ωδή στις γήινες ανθρώπινες απολαύσεις. Αν η υπόθεση με την τράπουλα ήταν λίγο καλύτερα τοποθετημένη (σε μερικά σημεία μου φάνηκε βεβιασμένη και μου έκοβε το ενδιαφέρον) τότε το βιβλίο μπορεί να άξιζε και το πέμπτο αστεράκι του. Τώρα που το σκέφτομαι όμως, ούτε η ιστορία του Χανς Τόμας και του πατέρα του από μόνη της θα ήταν αρκετή για να κρατήσει το ενδιαφέρον αν η μία ιστορία δεν έβαζε σιγά-σιγά όλα τα μυστήρια που προέκυπταν στην πορεία της άλλης σε μια τάξη και το αντίστροφο (κάτι που ποτέ δεν μπορείς να κάνεις με τα πραγματικά ερωτήματα της ζωής, but I digress). Το μόνο σίγουρο; Ποτέ δεν πρόκεται να ξαναπιάσω τράπουλα με τον ίδιο τρόπο. Και σίγουρα η έμπνευση του τραπουλο-ημερολογίου θα μου μείνει.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει η πορφυρή γκαζόζα στην πραγματική ζωή. Παραισθησιογόνα ναρκωτικά ίσως; Άνετα θα μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο. Και ναι, θέλω να δοκιμάσω γεύση κεράσι στον αγκώνα μου και βατόμουρο με λεμόνι στο αριστερό μου μεγάλο δάχτυλο του ποδιού! Όπως λένε όμως και στο βιβλίο… Αν δοκιμάσεις ό,τι έχει να δώσει η ζωή με μια γουλιά, γιατί μετά, στην τελική, να ζεις, αν όχι μόνο για να συνεχίσεις να πίνεις;

Βαθιά ερωτήματα. Αυτό το βιβλίο έχει πολλά, ακόμα και αν είναι καλά κρυμμένα στα χάρτια… Ασυνήθιστο, γιατί συνήθως ψάχνουμε στα χαρτιά για καλά κρυμμένες απαντήσεις.

Ευχαριστώ την Άλεξ που μου το δάνεισε. 🙂 Κάποτε είχαμε προσπαθήσει να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο μαζί. Η προσπάθεια ήταν φυσικά καταδικασμένη. Έγραψα κι εγώ το όνομα μου στο πίσω μέρος του βιβλίου, 13 Μάρτηδες (μια οικογένεια του Μυστικού Νησιού 😉 ) μετά την τελευταία προσθήκη.

View all my reviews

Tο απόλυτο smilie

Με το τελευταίο γράμμα της αλφάβητου, ή κοσμιότερα, έναν κώλο, μπορείς να αναπαραστήσεις είτε στόμα που φωνάζει, είτε φιλάκι. Είναι smilie μπαλαντέρ, που εκφράζει καλύτερα από λέξεις την γλώσσα που χρησιμοποιείς σε μια σχέση αγάπης και μίσους…Μπορείτε και να το χρησιμοποιήσετε και να αφήσετε τον άλλο να καταλάβει ό,τι προτιμά, και μέσω της προβολής που σίγουρα θα κάνει, να καταλάβετε τι σκέφτεται για εσάς! τ^^

Παραλλαγές:

}:ω, 8ώ (ο τόνος χρησιμεύει ως σέξι ελιά — λέμε τώρα — ή σάλια/γλώσσα που εκτοξεύονται από το στόμα).

What’s This? Περίεργες Γραμμές Στο Νερό

Σήμερα καθόμουν στην Πλατεία Νέας Σμύρνης, δίπλα στην τελευταία “πισίνα” (αλήθεια πώς αλλιώς θα μπορούσες να πεις αυτό το σύμπλεγμα διακοσμητικού τρεχούμενου νερού — όταν τέλος πάντων είναι όντως τρεχούμενο;) Ο καιρός κρύος, τα βραδινά χιόνια είχαν όλα λιώσει. Περίμενα τηλεφώνημα από τον Mordread για να δω τι θα γίνει με την εξουσιοδότηση και την εγγραφή μου. Χάζευα αμέριμνος, όταν ξαφνικά άρχισα να παρατηρώ περίεργα σχέδια στην επιφάνεια του νερού.

Ο ήλιος έλαμπε δυνατά, και το νερό ήταν ρηχό, οπότε η σκιά των σχεδίων αποτυπωνόταν ξεκάθαρα στον πάτο της πισίνας. Τα σχέδια διαγράφονταν λες και ένα αόρατο κλαδί ή ένα δάχτυλο μόλις που ακούμπαγε την επιφάνεια του νερού. Ξεκίναγαν και σταμάταγαν το ίδιο ξαφνικά. Αλλά δεν ήταν μόνο ευθύες αυτές οι γραμμές, τα υδάτινα αγγίγματα έκαναν και καμπύλες αλλά και σπιράλ. Μερικές φορές κατέληγαν να είναι σωστά whirlpools (πώς λέγονται αυτά στα ελληνικά εκτός από το κάπως άκομψο «ρουφήχτρες»; :P) Έβλεπα πολλές τέτοιες μαζί ταυτόχρονα. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαν να είναι έντομα. Όπως αυτά:

Όμως δεν υπήρχαν έντομα. Το φως ήταν άπλετο, θα φαίνονταν. Για την ακρίβεια, δεν υπήρχε τίποτα στην επιφάνεια του νερού που να μπορούσε να δημιουργήσει αυτές τις γραμμές και αυτά τα κύματα. Ήταν σαν κάτι το αόρατο αλλά με φυσική υπόσταση να τα δημιουργούσε.

Τα σχέδια αυτά ήταν πραγματικά όμορφα, και ένιωθα μεγάλη ηρεμία απλά παρατηρώντας τα. Όμως, τι μπορεί να ήταν; Ξέρω ότι δεν ήταν άνεμος. Σε κάποιες φάσεις όντως φύσαγε και έβλεπα να δημιουργούνται ομοιόμορφα κυματάκια σε ολόκληρη την επιφάνεια του νερού, όπως έμαθα να τα αναγνωρίζω και στην θάλασσα στην ιστιοπλοΐα. Δεν ξέρω αν ήταν ρεύματα από το νερό που ερχόταν από τις άλλες πισίνες. Αλλά και πάλι, πώς δημιουργείται ένα ορατό ρεύμα ξαφνικά, κομπλέ με κύματα και γραμμές, και άλλο τόσο ξαφνικά εξαφανίζεται; O_Ω My mind cannot comprehend it… Θα είναι για πάντα ένα όμορφο μυστήριο…

Υμηττός Revisited

Χειμώνας στην Αθήνα ξανά. Έξω χιονίζει. Δεν το έχει στρώσει — ακόμα — όμως τα πυκνά, λαμπερά άσπρα σύννεφα που συνήθως προαναγγέλουν το χιόνι είχαν καλύψει από σήμερα το πρωί κιόλας τον Υμηττό (ο οποίος, ας σημειώσω, πάντα στόλιζε την θέα από τα μπαλκόνια και των 3 2 σπιτιών μας στην Νέα Σμύρνη) ήταν αρκετά για να ξέρω πως η έλλειψη ασπρίλας στο τοπίο του δικού μας Νότιου Προαστίου δεν ήταν ενδεικτική της γενικότερης κατάστασης.

Από προχτές βέβαια είχα αποφασίσει ότι, μετά από πολλά χρόνια, θα ξαναεπισκεπτόμουν τον Υμηττό αν χιόνιζε σήμερα. Ειδικά τώρα που, παγιδευμένος στην Αθήνα λόγω κακοκαιρίας, χωρίς να μπορώ να επιστρέψω στην Μυτιλήνη για να κάνω την εγγραφή μου — some dangerous shit right there, Μοrdread you’re seriously saving our bum over here — έχω κάθε ευκαιρία να γεμίσω τον χρόνο μου με τέτοιους απολαυστικούς τρόπους. Άσχετο αν τώρα είμαι μπροστά σε ένα λάπτοπ, στο δωμάτιο μου και γράφω. Αυτό δεν έχει καμία σημασία!

Μια και δυο, σήμερα το μεσημέρι λοιπόν, και αφού πέρασα από το κέντρο της Αθήνας για να τσιμπήσω μερικά βιβλία από την γνωστή εκδοτικο-οικο-περιοχή γνωστή και ως Ακαδημίας-Σόλωνος-και-όλες-οι-κάθετοί-τους, ξεκίνησα για τον Υμηττό, για το μονοπάτι προς Καλοπούλα. Με το που έφτασα στο μέρος, αμέτρητες αναμνήσεις με χτύπησαν με την δύναμη καταιγίδας συμπιεσμένης μέσα σε ένα, εξαιρετικά ηλεκτρισμένο, δευτερόλεπτο.

Αυτές οι αναμνήσεις ήταν από τις αμέτρητες βόλτες που είχα κάνει μικρός στο βουνό με τον πατέρα μου, την Βάσω, την Ινές, γενικά that side of my crowd. Τα σαββατοκύριακα που ήμουν μαζί τους, δηλαδή ένα στα δύο, πηγαίναμε πολύ συχνά στο βουνό για μεγάλους περιπάτους. Βέβαια, όταν ήμουν μικρός, περισσότερο με τραβάγανε παρά ήθελα να πάω μαζί τους. Χίλιες φορές προτιμούσα να μείνω σπίτι και να συνεχίσω να παίζω βιντεοπαιχνίδια παρά να πάω στα βουνά. Είχα πει το εξής θρυλικό (έτσι μου έχουν πει, σιγά μην το θυμόμουν) πολύ πριν έρθω σε επαφή με οποιοδήποτε είδος παιχνιδιού, φανταστείτε, στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων: «Δεν είμαι φτιαγμένος για να περπατάω!!». Από τότε ο πατέρας μου άρχισε να με λέει γλάστρα. Τέτοια ήταν η τεμπελιά και η βαρεμάρα μου, και το να τρέχω στα βουνά δεν ήταν εξαιρέση. Ανεξήγητη και αδικαιολόγητη, θα έλεγε κανείς, ίσως να ήταν και κάποια μορφή παιδικής αντίδρασης στην αεικινησία του πατέρα μου, που ήθελε να πηδάμε σαν τα κατσίκια από τον έναν βράχο στον άλλο, να κατακτάμε κορυφές, να κάνουμε συνέχεια εκδρομές με διάφορους Φίλους του Βουνού, της Θάλασσας, των Μονοπατιών, της Φύσης, του Περιβάλλοντος και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Εγώ το 1997 στο Πήλιο

Έχω συγκρατήσει πολλές εικόνες από διάφορα σημεία της Ελλάδας, μερικές από αυτές μπορεί να είναι και κάτι περισσότερο από επηρεασμένες από τις πανταχού παρούσες φωτογραφίες στα αμέτρητα άλμπουμ που έχει ο πατέρας μου από εκείνη την εποχή, αν και όλο και κάποια ανάμνηση μου, δικιά μου, my precious, my own, φαντάζομαι, θα είναι αυθεντική. Τέλος πάντων, από κάποιο σημείο και μετά, δεν γούσταρα άλλο να τρέχω από δω κι από ‘κει, είχα γίνει σπιτόγατος, για την ακρίβεια, καλωδιομένος σπιτόγατος, πώς να το κάνουμε. Όμως όταν είσαι μικρός, δεν έχεις και πολλά περιθώρια επιλογής. Άλλωστε, σιγά που θα με άφηνε ο πατέρας μου να μείνω σπίτι και να παίζω Mario όταν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε νέα μονοπάτια και να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Οπότε, είτε φτιαγμένος είτε όχι για περπάτημα, το έκανα.

Με τα χρόνια, πρέπει να εξερευνήσαμε όλα τα μονοπάτια του Υμήττου. Από το γνωστό μέχρι την Καλοπούλα, το άλλο μέχρι την Μονή Καισαριανής, ένα άλλο που πέρναγε μπροστά από μια παράγκα, κάποια άλλα που έφταναν σε ένα σημείο με εξαιρετική θέα και κάτι σαν κιόσκι και τραπεζάκια για πικνίκ, ένα που έφτανε σε μια στέρνα με γυρίνους (μόνο αν ήταν φθινόπωρο φαντάζομαι), ένα που πέρναγε από έναν ελαιώνα με γαϊδουράκια… Χειμώνα-καλοκαίρι, πολλά συνεχόμενα χρόνια, τόσο που τώρα μου είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσω το πότε και το πώς. Απλά έχω εικόνες από αυτές τις παλιές εξερευνήσεις.

Σε κάποια φάση σταμάτησαμε να πηγαίνουμε βόλτες από εκείνη την μεριά του Υμηττού, πρέπει να ήταν γύρω όταν πήγαινα γυμνάσιο και Βάσω και πατέρας είχαν μετακομίσει στου Παπάγου και αργότερα στον Χολαργό, οπότε απλά κάναμε βόλτες από το σπίτι μέχρι το βουνό με τα πόδια (είναι στους πρόποδες του βουνού όμως από την βόρεια πλευρά). Όπως και να ‘χει, είχα τουλάχιστον 7 χρόνια να περάσω από τα παλιά γνώριμα μονοπάτια… Δεν ξέρω τι έγινε, δεν ξέρω πώς, και γιατί, αλλά κάπου στην πορεία το παιδί-γλάστρα μεταλλάχτηκε σε χίπη φυσιολάτρη (What? Your Hall is evolving!), με πολλή όρεξη για εξερεύνηση, δέντρα, περπάτημα, και όλα αυτά τα ωραία. Ίσως να το είχα μέσα μου. Ίσως να είναι κομμάτι του να μεγαλώνεις, με τα καλά του και τα κακά του, στην περίπτωση μας καλό. Ίσως να έπρεπε να περάσω από το στάδιο “γλάστρας” για να μπορώ να φτάσω στο σημερινό σημείο. Μπορεί και να είναι επειδή ακριβώς πήγαιναμε όλες αυτές τις εκδρομές παλιά και τραβάω ενέργεια από αυτές τις πρωτογενείς, βασικές, παιδικές στρώσεις της προσωπικότητας μου. Ίσως και να ωφείλεται σε κάτι τελείως άσχετο. Δηλώνω αγνωστικιστής ως προς τα αίτια.

Έτσι λοιπόν, μετά από χρόνια και με πραγματική όρεξη πλέον, έφτασα στο Νεκροταφείο Καισαριανής, απ’όπου ξεκίνησα να περπατάω κατα μήκος του δρόμου μέχρι να φτάσω στην αρχή του μονοπατιού. Διαισθητικά, χωρίς άλλον τρόπο να ξέρω πού να πάω παρά μόνο με την βοήθεια των αναμνήσεων και των πινακίδων, μετά την καταιγίδα αναμνήσεων, άρχισα να νιώθω την γνώριμη αίσθηση. Όλα φαίνονταν μικρότερα, απλότερα, και ταυτόχρονα οικεία, σαν ένα παιχνίδι που κάποτε έλιωνες αλλά δεν έχεις αγγίξει για 10-15 χρόνια. Όταν έκανα τις βόλτες αυτές, ο πατέρας παίζει να μου έριχνε 3-4 κεφάλια. Τώρα είμαι ψηλότερος από εκείνον, και φυσικά όλα φαίνονταν μικροσκοπικά… «Μα καλά, αυτά τα δέντρα δεν ήταν ψηλότερα; Και σε αυτό τον δρόμο δεν μπορούσες να παίξεις μπάλα; Τώρα με το ζόρι μπορείς να κάνεις ποδήλατο! ό_’O» Γκουχ. Θυμόμουν την διαδρομή μέχρι την Καλοπούλα να είναι τεράστια και να μας παίρνει πολλήήή ώρα (ίσως επειδή τότε θα προτιμούσα να ήμουν κάπου αλλού), όμως σήμερα έκανα το μονοπάτι σε κάτι λιγότερο από μισή ώρα! Από την μέση της διαδρομής περίπου, το τοπίο ήταν μισοστρωμένο με χιόνι. Το σύννεφο πάγου που έπεφτε από τα πεύκα με κάθε δυνατό φύσημα του ανέμου και έκανε το τοπίο ακόμα πιο αστραφτερό λευκό, η παγωμένη αίσθηση των λασπωμένων μπατζακιών και της υγρής μύτης μου αγαλίαζε το είναι. Μετά από 2-3 ακίνδυνες γλίστρες — πριν το πείτε, για τελευταία φορά, ΔΕΝ συνηθίζω να τρώω τούμπες! — στο λασπωμένο μονοπάτι, έφτασα τελικά στην Καλοπούλα, όπου με περίμενε κλειστή. Τελείως κλειστή; Όχι. Το γενναίο αναψυκτήριο πάντα θα είναι εκεί για να προσφέρει ακόμα και ένα μπουκαλάκι νερού στους χαρούμενους πεζοπόρους.

Έχετε προσέξει πως το χιόνι είναι σαν να έχει τον ήχο της σιωπής; Πολλές φορές, όταν χιονίζει πυκνά και δεν φυσάει ταυτόχρονα, απλά σταματάω και παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Όλα είναι σιωπηλά, και είναι λες και η ίδια η χιονόπτωση είναι αυτή στην οποία ωφείλεται αυτό το εφέ σίγασης. The white stuff whites out the world…

Σήμερα δεν το έζησα αυτό γιατί υπήρχαν πολλοί Αθηναίοι πάνω στον Υμηττό που απολάμβαναν αυτή την χειμερινή έκσταση όπως κι εγώ. Άλλα ήταν και η μακρινή βοή της Αττικής Οδού. Ο Περιφερειακός ήταν, αν ήταν, υπό κατασκευή όταν εγώ περπάταγα ανάμεσα στα κυπαρίσια και σκαρφάλωνα τα βράχια μικρός. Τότε ήταν ήσυχα. Σήμερα είχα μια ξαφνική εμπειρία επαφής με την πραγματικότητα: ναι, ήμουν εκεί, 22 χρονών, σε ένα βουνό 10 λεπτά από το κέντρο της Αθήνας με το λεωφορείο 224, όχι σε κάποιο μακρινό, ανέγγιχτο δάσος. Θα μου πείτε, ένα ανέγγιχτο δάσος δεν θα είχε μονοπάτια. Σε αυτό το ξεδιάντροπο, από μέρου σας, γείωμα, θα σας απαντούσα με ένα λυπημένο βλέμμα και ένα νεύμα ένοχης συμφωνίας.

Επέστρεψα από τον κανονικό δρόμο και χώθηκα στο πρώτο λεωφορείο που βρήκα, το οποίο ήταν τσάμπα και πήγαινε γραμμή στον Ευαγγελισμό! Με ένα πλατύ χαμόγελο επέστρεψα σπίτι και δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να με τραβήξω μερικές φωτογραφιές με το γουίντερ λουκ.

Τι τον έχουμε τον καθρέφτη; Άσε που στην Μυτιλήνη έχω μόνο έναν 10cmx15cm για καθρέφτη για κάθε χρήση… Μου έλειψε!

Haiku #5

Κασκόλ και γάντια,
Την δική τους παρέα
Θέλω σήμερα

Λευκός ουρανός,
Η χαρά της μοναξιάς
Μέσα στους κορμούς

Πατώ το χιόνι
Δίπλα στο κιγκλείδωμα,
Εύηχη βία

Πίπα θυμώνει
Καφετιέρα τραγουδά,
Τι άλλο να θες;

Review: Miκρές Αναμνήσεις

Miκρές ΑναμνήσειςMiκρές Αναμνήσεις by José Saramago

My rating: 2 of 5 stars

I read Μικρές Αναμνήσεις (As Pequenas Memorias) on a single coach trip from Corfu to Athens. Saramago uses his usual inspiring stream-of-consciousness style with this one, too, even though I don’t think it works as well for telling the story of his early life as it does for his novels. I found much of it hard to follow and remember. Maybe it was just because I had had little sleep that day because I had to wake up early to catch the coach? Perhaps. But it doesn’t change the fact that it was all a blurry and not very focused ride.

What I found most interesting from Saramago’s early memoires was the glimpse he allowed me to catch from 1920s and ’30s Portuguese life. His family moved as many as 10 times in as many years; his (illiterate but wise) grandparents used to take their newborn piglets up in their own bed to keep them warm and help them survive the cold winters; some of his homes had no real bathroom, only a hole in a corner of the kitchen… I enjoyed reading his “critique” on video games and today’s children:

“Να διασχίζω μόνος τους καυτούς ελαιώνες, ν’ανοίγω κοπιαστικά δρόμο ανάμεσα από θάμνους, από κορμούς, από πρίνους, απο αναρριχητικά φυτά που ύψωναν συμπαγή σχεδόν τείχη στις όχθες των δυο ποταμών, ν’ακούω καθισμένος σ’ένα σκοτεινό ξέφωτο την σιωπή του δάσους να σπάει μονάχα από το τιτίβισμα των πουλιών και το τρίξιμο των κλαριών κάτω από την ώθηση του ανέμου, να μετακινούμαι πάνω στο έλος, περνώντας απο κλαδί σε κλαδί σε μια έκταση κατοικημένη από τις κλαίουσες ιτιές που φύτρωναν μεσ’ από το νερό, δεν είναι όλα αυτά, θα πει κανείς, παλικαριές που διακαιολογούν ιδιαίτερη μνεία σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου στα πέντε ή στα έξι χρόνια, κάθε παιδί του πολιτισμένου κόσμου, ακόμα κι αν είναι νωθρό και ζει καθιστική ζωή, έχει ταξιδέψει στον Άρη για να κάνει σκόνη όσα πράσινα ανθρωπάκια βρέθηκαν στον δρόμο του, έχει ξεκάνει τον τρομερό στρατό των μηχανικών δράκων που φυλούσε τον χρυσό στο Φορτ Νοξ, έχει κάνει κομματάκια των βασιλιά των τυραννόσαυρων, έχει κατέβει χωρίς σκάφανδρο και χωρίς βαθυσκάφος στις βαθύτερες υποβρύχιες σπηλιές, έχει σώσει την ανθρωπότητα από τον τερατώδη μετεωρίτη που ερχόταν για να καταστρέψει την Γη. Μπροστά σε τέτοια ανώτερα κατορθώματα το αγοράκι της Αζινιάγκα θα είχε μόνο να αντιτάξει την ανάβαση του μέχει την κορυφή μιας φλαμουριάς είκοσι μέτρων, ή, ταπεινά, αλλά ασφαλώς με μεγαλύτερη γευστική απολαβή, τις αναβάσεις του στη συκιά του κήπου, νωρίς το πρωί, για να μαζέψει τα φρούτα, υγρά ακόμη από τη βραδινή δροσιά, και να ρουφήξει σαν λαίμαργο πουλί τη σταγόνα μέλι που ξεπηδούσε απ’το εσωτερικό τους. Μικροπράγματα, στ’ αλήθεια, το πιθανότερο όμως είναι ότι ο ηρωικός νικητής του τυραννόσαυρου δεν θα ήταν ικανός ούτε σαύρα να πιάσει με τα χέρια του.”

While reading about these memories was somewhat interesting and I didn’t regret reading Μικρές Αναμνήσεις, I feel as if I got very little insight on how exactly Saramago turned into such a great writer and personality so late in his life: 60+ years after the events he writes of in this book, to be exact…

Honourable mentions, as with all of Saramago’s books published by Kastaniotis, go to Athina Psyllia for another brilliant, exemplary translation. Thank you!

View all my reviews